Brandt Andersen: “Είδα με τα μάτια μου τη φιλοξενία και την καλοσύνη των Ελλήνων απέναντι στους μετανάστες”
Διαβάζεται σε 15'
Το I was Stranger, μια ταινία ζωής για τον σπουδαίο Αμερικανό σκηνοθέτη και παραγωγό Μπραντ Αντερσεν, αφορά σπονδυλωτές ιστορίες που τις συνδέει η πορεία μίας γιατρού από τη Συρία στον Καναδά. Βλέπεις την ταινία και αλλάζεις μάτια και ματιά.
- 20 Απριλίου 2026 06:13
Μίλησα με τον Μπραντ μετά από σύσταση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, που πρωταγωνιστεί στο ελληνικό κομμάτι της ταινίας που αφορά τη Λέσβο, και είναι καλός φίλος του Μπραντ. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης θα μου πει πως «η ταινία άξιζε και μόνο που γνώρισε τον Κωνσταντίνο που είναι πια σαν αδελφός του». Μιλάμε για τον Ελληνα ηθοποιό, off the record – πιο πολύ γιατί λέμε μόνο πόσο καταπληκτικός, ευφυής, καλός είναι, και μετά ξεκινάμε το ταξίδι ζωής του ιδίου του Μπραντ.
Mιας ζωής γεμάτης ευαισθησίες και ενσυναίσθηση, έκφραση της ανάγκης για προσφορά μέσα από τη δημιουργία, που είναι αυτό που ξέρει να κάνει καλά, μιας ζωής γεμάτης προορισμούς που πονούν και καταγραφές που αφυπνίζουν και σοκάρουν. Ο Μπραντ δεν είναι απλώς ένας σκηνοθέτης, ένας άνθρωπος του Χόλιγουντ (που, ναι, έχει συνεργαστεί με τους μεγαλύτερους σταρ), ένας επιτυχημένος βολεμένος αστός. Είναι ένας τυχερός (το ομολογεί ο ίδιος) άνθρωπος με ψυχή και αγκαλιά ανοιχτή, που κάνει όσα περνούν από το χέρι του για έναν καλύτερο κόσμο.
‘Η τουλάχιστον για να μετακινήσει όλους εμάς σε αυτόν τον κόσμο για να προσπαθήσει ο καθένας μας να βελτιώσει τον δικό του. Και συνεπώς της ανθρωπότητας.
Το I was a Stranger είναι ένα πρώτο πετραδάκι σε ένα μονοπάτι που χτίζεται με ελπίδα. Κάντε του τη χάρη να το δείτε. Θα κάνετε χάρη στον εαυτό σας και θα τιμήσετε όσους χάθηκαν παλεύοντας για τα δικά μας αυτονόητα – μια απλή, ασφαλή, αξιοπρεπή ζωή.
Το “I was a Stranger” με έκανε να δω με άλλα μάτια ένα θέμα που εδώ στην Ελλάδα τουλάχιστον ζούμε έντονα, αλλά μοιάζει σαν να το έχουμε συνηθίσει. Οταν μια ταινία σε κάνει να βλέπεις, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ποια ήταν η δική σου πρόθεση όταν ξεκίνησες όλες αυτές τις ιστορίες; Ήταν για να κάνεις τον κόσμο να δει; Ήταν περισσότερο μια πολιτική θέση; Ή μια ανάγκη επειδή είσαι και ακτιβιστής;
Νομίζω ότι το βασικότερο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να βοηθήσω τους ανθρώπους να νιώσουν και να τους τοποθετήσω, όσο καλύτερα μπορούσα, μέσα σε αυτή την κατάσταση, ελπίζοντας ότι αυτό θα τους προκαλέσει κάποια αντίδραση, όποια κι αν είναι αυτή. Καλή ή κακή, ενσυναίσθηση ή αποστροφή – οτιδήποτε, αρκεί φεύγοντας να τους έχει γεννηθεί κάποιο συναίσθημα. Nα αναρωτηθούν: «εγώ άραγε, πώς βλέπω ένα ζήτημα όπως αυτό της προσφυγικής κρίσης;».
Στην Αμερική δεν δεχόμαστε συχνά τέτοιου είδους πρόσφυγες, ενώ, εδώ στην Ευρώπη είναι πιο συχνό φαινόμενο σε κάποιες χώρες. Όμως στην Ελλάδα, είναι αλλιώς. Εχω πάει στη Λέσβο πάνω από 25 φορές και ένιωσα πως πρέπει να δώσω αυτόν τον «χώρο», αυτό το έργο τέχνης, για να νιώσει ο κόσμος τι συμβαίνει σε αυτή την πλευρά του κόσμου.
Σίγουρα το κατάφερες! Συνειδητοποίησα, επίσης, ότι ασχολήθηκες πολύ με το θέμα του πατέρα στην ταινία. Δεν το βλέπουμε συχνά.
Ηταν σκόπιμο. Είμαι κι εγώ πατέρας –έχω τρία παιδιά- οπότε αυτό είναι το συναίσθημα που καταλαβαίνω καλύτερα. Μάλιστα, κατά καιρούς είχα μια περίπλοκη σχέση με τον δικό μου πατέρα. Έτσι ένιωσα την ανάγκη να εξερευνήσω και τις δύο πλευρές: την πλευρά τού να είσαι πατέρας και να προσπαθείς να προστατεύσεις τα παιδιά σου μέσα σε μια τραγωδία, αλλά και την πλευρά του στρατιώτη με έναν πατέρα που δεν είναι περήφανος για όσα κάνει ο γιος του, του διακινητή, που είναι τρυφερός πατέρας αλλά για να επιβιώσει κάνει πολύ μεγάλο κακό στους άλλους και τέλος, την πλευρά του λιμενικού που ζει αυτή την εσωτερική σύγκρουση – να θέλει να είναι παρών για το παιδί του, να το αγαπά, αλλά ταυτόχρονα να τον τραβά κάτι και να λείπει συνεχώς εκεί που νιώθει ότι τον χρειάζονται περισσότερο.
Ο εκπληκτικός ηθοποιός Ομάρ Σάι υποδύεται σίγουρα τον πιο σοκαριστικό χαρακτήρα, έναν αδίστακτο διακινητή. Πώς γίνεται κάποιος να είναι τόσο τρυφερός με το παιδί του και ταυτόχρονα τόσο σκληρός με άλλους ανθρώπους;
Υπήρχε πράγματι ένα συνεχές φάσμα εναλλαγής συναισθημάτων στην ταινία, σε έντονο ρυθμό. Οσον αφορά αυτό που κάνει ο Ομάρ Σάι, συνάντησα έναν διακινητή από τη Δυτική Αφρική στις ακτές της Τουρκίας κι έτσι εμπνεύστηκα τον χαρακτήρα.
Ήταν μονογονεϊκός πατέρας, και αυτό το κράτησα στην ταινία, και όταν μιλούσε για τον γιο του, συνειδητοποιούσα πως ήταν πολύ καλός πατέρας, παρά το γεγονός ότι έκανε αποτρόπαια πράγματα. Στο τέλος τον ρώτησα: «Πώς το συμβιβάζεις αυτό; Να είσαι πατέρας και ταυτόχρονα να στέλνεις παιδιά στον θάνατο;». Η απάντησή του ήταν ψυχρή και απλή: «Αν δεν το κάνω εγώ, θα το κάνει κάποιος άλλος. Και χρειαζόμαστε τα χρήματα».
Επίσης, γνωρίζω ανθρώπους στις ΗΠΑ που ήταν εξαιρετικοί πατέρες, αλλά έκαναν πράγματα στη δουλειά τους, π.χ., που τους οδήγησαν στη φυλακή. Εμένα, αυτό που με ενδιέφερε ήταν το πώς αυτοί οι άνθρωποι συμφιλιώνουν αυτές τις δύο πλευρές – τον καλό πατέρα και τον άνθρωπο που κάνει κάτι λάθος. Πιστεύω ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι απόλυτα καλός ή απόλυτα κακός και δεν ήθελα έναν μονοδιάστατο χαρακτήρα.. Είναι πολύ απλοϊκό να παρουσιάζονται έτσι τα πράγματα και εγώ θέλω να δείχνω την πραγματικότητα. Να κάνω τέχνη που να είναι αληθινή. Και αυτό -όσο περίπλοκο κι αν είναι- παραμένει αληθινό: ακόμα και οι κακοί άνθρωποι έχουν ανθρώπους που τους αγαπούν.
Αναρωτιέμαι αν τελικά η τέχνη μπορεί να φέρει αλλαγή.
Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση. Όταν έκανα αυτή την ταινία, πίστευα -και θέλω ακόμη να πιστεύω- ότι η τέχνη μπορεί να φέρει αλλαγή. Όμως τώρα δυσκολεύομαι περισσότερο να το πιστέψω. Περνάω μια μικρή κρίση πίστης σε σχέση με αυτό, οπότε δεν ξέρω την απάντηση.
Κάποιος που είναι «προνομιούχος» όπως εσύ, μπορεί να είναι ακτιβιστής; Πολλοί το ειρωνεύονται αυτό.
Λοιπόν, νομίζω ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να αντιδρώ ή να δημιουργώ τέχνη με βάση όσα νιώθω μέσα μου. Και ναι, είμαι προνομιούχος -προνομιούχος ως προς τον τόπο που γεννήθηκα, ως προς τον τρόπο που γεννήθηκα. Έχω υπάρξει αρκετά προνομιούχος ώστε να ταξιδέψω. Δεν το αρνείται κανείς αυτό. Ούτε χρειάζεται να απολογηθώ γι’ αυτό.
Δεν τίθεται ζήτημα ενοχής λοιπόν.
Δεν είμαι ένοχος, γιατί δεν επέλεξα τίποτα από αυτά. Ήταν θέμα καθαρής τύχης. Ξέρω ότι όποιος βρίσκεται στη θέση μου είναι σαν να έχει κερδίσει το λαχείο. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να πω αυτό νιώθω, κάτι που με άγγιξε βαθιά.
Ετσι έκανα στη ζωή μου: ακολούθησα την καρδιά μου, ήμουν ειλικρινής με τον εαυτό μου. Ενιωσα ότι με αυτό τον τρόπο έκφρασης της τέχνης, μπορούσα να πω όσα νιώθω. Τόσο που, τα γυρίσματα ας πούμε της συγκεκριμένης ταινίας μου άφησαν κάποια προβλήματα υγείας λόγω καταπόνησης, και ακόμη κάνω μαγνητικές εγκεφάλου για αυτόν τον λόγο. Και δεν το λέω για να προκαλέσω τη συμπόνοια – επιλογή μου ήταν.
Το λέω απλώς για να πω ότι νιώθω τα πράγματα πολύ έντονα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλω να πω πως είναι μεγάλη η αγάπη που τρέφω για τον συριακό λαό και μεγάλη αγάπη για τον ελληνικό λαό – ιδιαίτερα για τον τρόπο που βοήθησε τους Σύριους, ειδικά στην αρχή της εξόδου. Ξέρω ότι τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ένα ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενο θέμα στην Ελλάδα. Σίγουρα, η άφιξη όλων αυτών των ανθρώπων θα επιβάρυνε πολύ την οικονομία και τις τοπικές κοινωνίες. Ομως σε μεγάλο βαθμό, οι Έλληνες τους υποδέχτηκαν. Και αυτό είναι κάτι όμορφο.
Είναι από τα καλύτερα στοιχεία του ελληνικού λαού: η φιλοξενία και η καλοσύνη του. Το είδα με τα μάτια μου. Είδα ανθρώπους να δίνουν φαγητό, καφέ, να βγαίνουν έξω και να προσφέρουν ζεστό τσάι σε ανθρώπους που μόλις είχαν βγει από τη θάλασσα. Με πολλούς τρόπους, αυτή η ταινία είναι και ένας φόρος τιμής στους Έλληνες για την καλοσύνη τους. Είναι αλήθεια ότι αυτή πάντα είναι μια δύσκολη περίοδος για την Ελλάδα, όταν δέχονται πολλούς πρόσφυγες, αλλά είναι συγκινητικοί αληθινά γιατί όλο αυτό πηγάζει από την καρδιά. Και δεν είναι εύκολο ούτε το συναντάς παντού.
Και εσύ, πώς νιώθεις ζώντας στις ΗΠΑ με όλα αυτά που συμβαίνουν; Φόβος, πόλεμοι ολούθε, παρανοϊκές δηλώσεις και κινήσεις.
Δεν είμαι υπέρ των πολέμων, είμαι ειρηνιστής. Πιστεύω στην αναζήτηση τρόπων επίλυσης των προβλημάτων που δεν περιλαμβάνουν τη θανάτωση αθώων ανθρώπων. Και πάντα θα το υποστηρίζω αυτό. Δεν κουβαλάω μίσος, κουβαλάω κυρίως αγάπη. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι δύσκολος να κατανοηθεί και ακόμα πιο δύσκολος να συμφιλιωθείς μαζί του. Και είναι πολύ δύσκολο να ανακαλύψεις τρόπους να κάνεις τη διαφορά.
Δεν είμαι πολιτικός και έτσι οι δυνατότητές μου είναι περιορισμένες, αλλά νιώθω ότι η τέχνη είναι ο τρόπος μου να εκφραστώ.
Έχω βρεθεί σε πολλές εμπόλεμες ζώνες και, προσωπικά, δεν έχω δει σχεδόν ποτέ κάτι καλό να προκύπτει από τον πόλεμο. Εκτός ίσως από το τέλος του Ολοκαυτώματος και την υποταγή της Γερμανίας, αλλά αυτό είναι σπάνιο. Σχεδόν πάντα, ο πόλεμος φέρνει καταστροφή και μας πηγαίνει πίσω ως ανθρωπότητα.
Γιατί επισκέπτεσαι εμπόλεμες ζώνες; Για πλάνα και documenting;
Πηγαίνω για να καταγράψω. Πήγα στη Συρία για να καταγράψω μια μονάδα νεογνών, μωρά που γεννιούνται εν μέσω πολέμου, έξω από το Χαλέπι.
Πέταξα πάνω από τη Γάζα κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, με την Ιορδανική Αεροπορία, ρίχνοντας ανθρωπιστική βοήθεια και το κατέγραψα. Το υλικό έγινε viral, ιδιαίτερα στον αραβικό κόσμο παρότι δεν είμαι ενεργός στα κοινωνικά δίκτυα.
Έχω πάει και στην Αφρική σε καιρό πολέμου, πάλι για ανθρωπιστική βοήθεια και καταγραφή. Νιώθω ότι πρέπει να πηγαίνω και αυτό μου έχει δώσει μια οπτική που αλλιώς δεν θα είχα.
Πώς το αντιμετωπίζει η οικογένειά σου αυτό;
Ήταν πιο δύσκολο όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά – τώρα είναι 18, 21 και 25 ετών.
Κατάλαβαν ότι αυτό ήταν κάτι που ένιωθα ότι έπρεπε να κάνω. Πάντα τους μάθαινα να ακολουθούν τα συναισθήματά τους, και αυτό είναι σημαντικό. Αλλωστε, το κάνω από τότε που ήταν μικρά οπότε δεν γνωρίζουν κάτι διαφορετικό.
Θέλησαν ποτέ να έρθουν μαζί σου;
Ναι. Πρόσφατα προσκλήθηκα στη Συρία για να δείξω την ταινία και ο μικρότερος γιος μου θα ερχόταν μαζί μου. Έχει ταξιδέψει μαζί μου στην Τουρκία. Τον παίρνω όταν το ταξίδι είναι ασφαλές.
Όταν συναντάς ανθρώπους που είναι ακραίοι -φασίστες ή ακόμα και δολοφόνοι- μπορείς να διαχειριστείς αυτές τις συζητήσεις; Να παραμείνεις ψύχραιμος;
Ασφαλώς, δεν υπάρχει λόγος να μην κάνεις διάλογο. Όταν μπαίνω σε μια συζήτηση δεν πιστεύω ότι θα καταφέρω απαραιτήτως να αλλάξω την άποψη του άλλου, αλλά σίγουρα ο θυμός δεν βοηθά. Και με πολιτικούς στις ΗΠΑ, διαφωνώ. Να, για παράδειγμα είχα μια τυχαία συνάντηση με τον επικεφαλής των Συντηρητικών στο Ηνωμένο Βασίλειο, που ήταν πολύ αρνητικός απέναντι στους πρόσφυγες. Περάσαμε ένα βράδυ συζητώντας για την ανθρώπινη πλευρά του θέματος. Δεν άλλαξε άποψη, αλλά απέκτησε μια διαφορετική οπτική. Αυτό είναι επίσης πολύ σημαντικό.
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο πράγμα σε αυτή την ταινία;
Το ότι είχαμε πολύ περιορισμένο budget και πολύ απαιτητικό πρόγραμμα γυρισμάτων. Ευτυχώς είχα εξαιρετικούς ηθοποιούς, όπως ο Κωνσταντίνος για παράδειγμα. Αλήθεια, σου είπε όσα αναγκάστηκε να κάνει;
Αν μιλάς για τη σκηνή μέσα στο νερό, ναι, μου είπε.
Πολύ δύσκολο πράγμα και εκείνος ανταπεξήλθε εντυπωσιακά! Ημασταν στην Τουρκία σε μια πισίνα όπου δημιουργήσαμε τρικυμία – ήταν και η μόνη σκηνή που δεν γυρίστηκε στο Αιγαίο. Επρεπε να γυριστεί μια σκηνή στο βάθος του νερού, με βάρη στο σώμα για να φαίνεται και η καταπόνηση και ο κασκαντέρ, ενώ προσπάθησε πολλές φορές να το κάνει, απλώς δεν μπορούσε. Τότε είπα στον Κωνσταντίνο ότι θα πάω να κουρέψω τα μαλλιά μου για να το κάνω εγώ, γιατί ήξερα ότι μπορώ.
Εκείνος μου είπε: «Όχι, άσε με να δοκιμάσω εγώ». Ειλικρινά, με αιφνιδίασε που ήταν πρόθυμος να το κάνει – κάτι τέτοιο είναι εντελώς άγνωστο για το Χόλιγουντ, κανείς δεν θα δεχόταν να το κάνει. Κι όμως, μπήκε και το έκανε άψογα. Επίσης έκανε ένα ακόμη επικίνδυνο γύρισμα με μια μεγάλη βουτιά από βατήρα. Και στη σκηνή στο τέλος της ταινίας, όπου πηδά από το καΐκι στο Αιγαίο, το έκανε κι αυτό ο ίδιος και μάλιστα καμιά δεκαριά φορές για να το πετύχει. Ήταν ο καλύτερος συνεργάτης που θα μπορούσα να ελπίζω. Και πλέον είναι ένας από τους πιο κοντινούς μου φίλους – σχεδόν σαν αδελφός. Αυτό ήταν ένα από τα μεγαλύτερα «δώρα» αυτής της ταινίας.
Πες μου λίγο και για το Χόλιγουντ. Πώς είναι για σένα;
Δεν νιώθω ότι ζω μια «χολιγουντιανή» ζωή. Ζω μια πολύ απλή ζωή, με έμφαση στη φροντίδα και στη βοήθεια των άλλων. Ό,τι έχει σχέση με το Χόλιγουντ είναι δευτερεύον σε σχέση με το ίδρυμά μου που είναι το πιο σημαντικό και αν έπρεπε να διαλέξω, θα διάλεγα τον ακτιβισμό. Αλλά αγαπώ τον κινηματογράφο. Αγαπώ να λέω ιστορίες, γιατί όταν ήμουν παιδί το σινεμά με επηρέασε βαθιά. Μου άνοιξε κόσμους που δεν γνώριζα και μου προκάλεσε συναισθήματα που αλλιώς δεν θα είχα βιώσει. Τελικά, διαμόρφωσε αυτό που είμαι.
Πώς μπήκες στον χώρο; Υπήρχε οικογενειακή παράδοση;
Όχι απλώς ξεκίνησα σπουδές σε σχολή κινηματογράφου, αλλά μετά τα παράτησα και ίδρυσα μια εταιρεία τεχνολογίας, την οποία έτρεξα για πέντε χρόνια. Μετά επέστρεψα και τελείωσα σπουδές στην Καλών Τεχνών και στη συνέχεια ξαναγύρισα στον κινηματογράφο. Μετά, ένας φίλος με σύστησε σε έναν παραγωγό στο Χόλιγουντ και αυτή η γνωριμία άνοιξε κι άλλες πόρτες.
Ας κλείσουμε με το Ιδρυμά σου, το “Τhe Reel Foundation”. Με τι ασχολείται;
Ευχαριστώ γιατί αυτό με ενδιαφέρει πολύ. Το ίδρυμα επικεντρώνεται κυρίως στο να βοηθά νέους ανθρώπους – από παιδιά μέχρι και ανθρώπους 30 ή 40 ετών – να αποκτήσουν μια ευκαιρία στη ζωή και να πουν τη δική τους ιστορία μέσα από την τέχνη. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, για παράδειγμα, είχαμε Σύριους ασκούμενους που δούλεψαν στην ταινία. Συνεχίσαμε να τους στηρίζουμε και μετά: με εκπαίδευση, με ευκαιρίες, βοηθώντας τους να μπουν στον χώρο του κινηματογράφου. Είδα τη χαρά τους όταν απέκτησαν αυτή την ευκαιρία.
Και αυτό είναι κάτι για το οποίο είμαι πολύ περήφανος. Νιώθω ότι αυτό είναι μια παρακαταθήκη -όχι μόνο για το ίδρυμα, αλλά και για την ίδια την ταινία. Οι επιπτώσεις της θα συνεχίσουν να επηρεάζουν ζωές. Είμαι πολύ περήφανος για αυτή την ταινία. Έμαθα πολλά για τον εαυτό μου, για τους ανθρώπους, για όσα με κινητοποιούν. Και ακόμη συγκινούμαι όταν τη βλέπω, παρόλο που την έχω δει χιλιάδες φορές. Ίσως γιατί φτιάχτηκε από όλους μας με αγάπη και με την πρόθεση να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Αν επηρεάσει έστω και λίγους ανθρώπους, θα είμαι ευγνώμων.
Αλλά πιστεύω ότι έχει ήδη επηρεάσει πολύ περισσότερους. Και ξέρω ότι ίσως να μη δω ποτέ πλήρως τον αντίκτυπό της, αλλά, όπως εγώ επηρεάστηκα από ταινίες όταν ήμουν παιδί, έτσι θα επηρεάσει και άλλους.
Σκέφτομαι, καθώς μιλάς, πώς να διαχειρίζεσαι άραγε όλη αυτή τη συναισθηματική ένταση, μια σχετική θλίψη που βλέπω στα μάτια σου όταν μιλάς για αυτά τα πράγματα.
Υπήρξε πολλή θλίψη που συνδέθηκε με αυτή την ταινία, κυρίως μετά το τέλος της.
Αλλά παρ’ όλα αυτά, άξιζε. Εξάλλου, έχω πει στον Κωνσταντίνο ότι θα άξιζε ακόμη κι αν ήταν μόνο για να τον γνωρίσω. Το εννοώ πραγματικά. Τον αγαπώ πολύ.
Παραθέτω ένα ποστ της συντρόφου Alison Victoria από το Instagram, ένα ποστ εξαιρετικά παραστατικό.
Ο σύντροφός μου, η αγάπη μου, ο Brandt Andersen, έγραψε, παρήγαγε και σκηνοθέτησε μια ταινία που μοιάζει λιγότερο με κινηματογραφικό έργο και περισσότερο με έναν παλμό καρδιάς. Το I Was a Stranger βγαίνει στις αίθουσες στις 9 Ιανουαρίου και είχα την τιμή να παρακολουθήσω την πορεία του και τη στιγμή που φώτισε τις οθόνες σε όλο τον κόσμο το περασμένο καλοκαίρι.
Έχω δει αυτόν τον άνθρωπο να δίνει τα πάντα για τους άλλους. Αγωνίζεται για τη δικαιοσύνη, κουβαλά το βάρος ιστοριών που πολύ συχνά αγνοεί ο κόσμος και καταθέτει την ψυχή του για να πει την αλήθεια με θάρρος και συμπόνια. Ταξιδέψαμε σε όλο τον κόσμο παρουσιάζοντας αυτή την ταινία και παντού όπου πήγαμε είδα καρδιές να ανοίγουν, δάκρυα να κυλούν και ανθρώπους να φεύγουν αλλαγμένοι.
Brandt, είσαι διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλον έχω γνωρίσει ποτέ. Η αφοσίωσή σου στο να στηρίζεις τους άλλους, η άρνησή σου να στρέφεις το βλέμμα αλλού, η πίστη σου ότι η αφήγηση μπορεί να θεραπεύσει… Είσαι όμορφος και συγκινητικός. Και τώρα, με αυτή την ταινία, ετοιμάζεσαι να δείξεις στον κόσμο τι συμβαίνει όταν ένας σκοπός συναντά την τέχνη.
Η ταινία I was a Stranger βγαίνει στους κινηματογράφους την Πέμπτη 23 Απριλίου.