Πέθανε ο σπουδαίος συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας
Διαβάζεται σε 9'
Ο Κυριάκος Σφέτσας δεν είναι πια μαζί μας. Ο σπουδαίος Έλληνας συνθέτης έφυγε από τη ζωή και η τελετή του τελευταίου αποχαιρετισμού θα γίνει στη Ριτσώνα.
- 21 Απριλίου 2026 11:53
Έχοντας, σε βάθος πολλών δεκαετιών, γράψει από συμφωνική μουσική μέχρι τζαζ και fusion και από ηλεκτρονική μέχρι την πρωτότυπη μουσική για ταινίες όπως «Η Παραγγελιά» και «Το Στίγμα» του Παύλου Τάσιου, ο Κυριάκος Σφέτσας – μια εξέχουσα περίπτωση Έλληνα συνθέτη – έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 80 ετών.
Σε ανάρτησή του ο Νίκος Γιούσεφ από τα Υπόγεια Ρεύματα έγραψε:
“Ο Κυριάκος Σφέτσας δεν είναι πια μαζί μας. Χτες, μετά τα μεσάνυχτα, έφυγε για κόσμους που δεν γνωρίζουμε, για να συναντήσει την Γώγου, τον Χρήστου, τον Χατζηνίκο, την Χάλαρη, τον Τερεζάκη και τόσους άλλους φίλους του που έχουν φύγει παλαιότερα. Αποχαιρετούμε έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες της χώρας μας. Η τελετή θα γίνει την Παρασκευή στην Ριτσώνα.”
Το ηχογραφημένο εν έτει 1974 έργο ηλεκτροακουστικής μουσικής Smog που έγραψε μετά από ανάθεση του χορογράφου Μισέλ Καζερτά για το ομώνυμο μπαλέτο (η πρεμιέρα του έγινε στις 18 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς στο Παρίσι), θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της πολυδαίδαλης παρακαταθήκης του. Σε συνέντευξή του στο MAGAZINE στον Θεοδόση Μίχο τον Δεκέμβριο του 2022 σχολίασε το Smog με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του σε έκδοση διπλού βινυλίου 180gr με νέο master ήχου και artwork, από τη Goodheart Productions.
Κυριάκος Σφέτσας – Μια ζωή αφιερωμένη στη μουσική
Στον ιστότοπο sfetsas.gr διαβάζουμε για τη ζωή του. Ο Κυριάκος Σφέτσας γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1945 στην Αμφιλοχία. Από πολύ μικρός έζησε και μεγάλωσε στη Λευκάδα όπου πρωτοδιδάχτηκε μουσική στη Φιλαρμονική Εταιρία Λευκάδος και στο Εθνικό Ωδείο της πόλης με τον αείμνηστο Φώτη Βλάχο. Συνέχισε σπουδές στο Εθνικό Ωδείο της Αθήνας (1963-66): πιάνο με την Κρινώ Καλομοίρη και θεωρητικά με τον Μιχάλη Βούρτση. Στις 30 Αυγούστου 1964 (Λευκάδα) συνόδεψε στο πιάνο τη Μαρία Κάλλας στην τελευταία εμφάνισή της στην Ελλάδα. Μετά την Απριλιανή δικτατορία εγκαταστάθηκε στο Παρίσι (Σεπτ. 1967) και εκεί ως υπότροφος της Γαλλικής Κυβέρνησης (1969-72) εξακολούθησε σπουδές με τον συνθέτη και παιδαγωγό Μax Deutsch (σύνθεση, ανάλυση, διεύθυνση ορχήστρας), ενώ παράλληλα δεχόταν συμβουλές από τους Ι. Ξενάκη, Luigi Nono και Henri Dutilleux.
Η πρώτη δημόσια παρουσίαση έργου του (Επεισόδια για πιάνο σόλο) έγινε λίγο μετά τον Γαλλικό Μάη του ’68, στην αίθουσα της Λατινικής Αμερικής στο Παρίσι και απέσπασε θετικές κριτικές. Από τότε η μουσική του άρχισε να παρουσιάζεται ταχτικά, ενώ είχε και τις πρώτες παραγγελίες (Γαλλική Ραδιοτηλεόραση, Ορχήστρα Ars Nova και Χορευτικό συγκρότημα του Vitry).
Λίγο αργότερα έργα του παρουσιάζονται σε σημαντικούς θεσμούς σύγχρονης μουσικής όπως τα διεθνή Φεστιβάλ της Royan, Reims, του Bordeaux και Παρισιού ενώ είναι ο μόνιμος σχεδόν συνεργάτης του συγκροτήματος σύγχρονου χορού του Vitry και του χορογράφου Michel Cazerta. Μέρος των έργων της Παρισινής περιόδου εκδόθηκε από τον μουσικό οίκο Editions Transatlantiques, ενώ το 1974 κυκλοφόρησε στο Παρίσι για πρώτη φορά έργο του σε δίσκο: (Τετρακαναλική Ηλεκτροακουστική μουσική για το μπαλλέτο Smog, ένα από τα πρώτα έργα σε παγκόσμιο επίπεδο για τετρακαναλική μαγνητοταινία).
Εργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι
Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε ως συνθέτης στην 4η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής (Αθήνα 19-26 Σεπτ. 1971) με το έργο Δοκιμολογία.
Επαναπατρίστηκε το φθινόπωρο του 1975. Εργάστηκε ύστερα από πρόσκληση του Μάνου Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα (75-76) ως έκτακτος παραγωγός. Το 1977 ως τακτικός πλέον υπάλληλος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας υπηρετεί διαδοχικά ως διευθυντής τα μουσικά τμήματα του Β΄ και Α΄ Προγ/τος, ενώ από το καλοκαίρι του 1982 μέχρι τον Ιανουάριο του 1994 υπήρξε διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ε.Ρ.Α.
Από το 1999 ζούσε μόνιμα και εργαζόταν στη Λευκάδα, τον τόπο όπου έζησε από μικρός κι όπου πρωτοδιδάχτηκε μουσική. Από την ίδια χρονιά και μέχρι το 2002 υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας και των πολιτιστικών θεσμών «Γιορτές Λόγου και Τέχνης», «Διεθνές Φεστιβάλ Κρουστών» και «Διεθνές Φεστιβάλ Φολκόρ».
Στο έργο του περιλαμβάνεται σημαντικός αριθμός μουσικών συνθέσεων: συμφωνική, χορωδιακή, σκηνική μουσική (μπαλλέτο, θέατρο), μουσική δωματίου, ηλεκτρονική, έργα για σόλο όργανα, συνθέσεις στο ύφος της jazz και fusion, τραγούδια σε ποίηση ελλήνων και ξένων ποιητών. Τα χρόνια από το ’80 και μετά γράφει μουσική και για τον κινηματογράφο. Η μουσική του στην Παραγγελιά του Π. Τάσιου αποσπά το βραβείο καλύτερης μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1980.
Το 1982 γράφει τη μουσική για το Στίγμα του ίδιου σκηνοθέτη, το 1986 για την ταινία Η νύχτα με την Σιλένα του Δημ. Παναγιωτάτου, το 1991 για την Νυχτερινή Έξοδο και Κλειστή Στροφή των Μένιου Δίτσα και Νίκου Γραμματικού αντίστοιχα, ενώ το 1993 υπογράφει τη μουσική της Εποχής των Δολοφόνων του τελευταίου.
Την Άνοιξη του 1991 κυκλοφόρησε ο πρώτος ψηφιακός δίσκος (CD), το Silent Days (Ημέρες Σιωπής), από την εταιρεία UTOPIA και το Νοέμβριο του 1993 το CD Διπλοχρωμία, ένα αφιέρωμα στην τέχνη του μεγάλου ερμηνευτή της παραδοσιακής μουσικής Βασίλη Σούκα με ζωντανές ηχογραφήσεις των έργων Διπλοχρωμία και Λυρική Σουΐτα (από τα Φεστιβάλ Ηρακλείου (’88) και Πάτρας (’87), στα οποία έχει σολιστικό μέρος ο αείμνηστος μουσικός. Το 1999 όλη η δισκογραφική του παραγωγή επανεκδόθηκε σε 8 ψηφιακούς δίσκους (CDs), από την εταιρεία FINEA SOUND των εκδόσεων Σ. Γαβριηλίδη.
Τα περισσότερα από τα έργα των τελευταίων ετών είναι παραγγελίες ελληνικών και ξένων πολιτιστικών φορέων και οργανισμών και έχουν παιχτεί στην Ευρώπη, Αυστραλία και Αμερική από ονομαστά μουσικά σύνολα, μεταξύ των οποίων οι Σολίστες του Μπολσόϊ, το Ensemble Modern της Φραγκφούρτης, η Πολυρυθμία της Σόφιας, το συγκρότημα κρουστών Okada του Τόκιο, τα κουαρτέτα Russo και Mlada, οι Συμφωνικές Ορχήστρες της Λειψίας, της Λουμπλιάνα, της ABC (Ραδ/νία Αυστραλίας), της ΑLEA (Παν/μιου Βοστώνης) καθώς και οι ορχήστρες της ΕΡΑ και Κρατική Θεσσαλονίκης. Από την αρχή εξ άλλου της λειτουργίας του το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει παραγγείλει κι έχει παίξει πολλά έργα του Κυριάκου Σφέτσα, με ερμηνευτές σπουδαίους έλληνες και ξένους σολίστες και σύνολα, όπως μεταξύ άλλων ο οργανίστας Daniel Chorzempa και η ορχήστρα Καμεράτα.
Σημαντικός αριθμός των έργων του έχουν εκδοθεί από τους οίκους: Editions Transatlantiques στο Παρίσι και Χ. Νάκας – Κ. Παπαγρηγορίου Μουσικές Εκδόσεις στην Αθήνα.
“Προς ένα νέο συνθέτη αισθάνομαι αλληλέγγυος”
Στη συνέντευξή του στο MAGAZINE απαντώντας στην ερώτηση “Ποιες στιγμές της καριέρας σας μέχρι σήμερα θα επιλέγατε ως τις πιο σημαντικές;” είχε αναφέρει:
“Κοιτάξτε, υπάρχουν κάποιες οι οποίες ερμηνεύονται με πολλούς τρόπους. Κομβικής σημασίας ήταν η συνάντηση μου με τον συνθέτη και παιδαγωγό Μαξ Ντόιτς στο Παρίσι, ο οποίος πέτυχε μια απευθείας, από το υπουργείο πολιτισμού της Γαλλίας, πενταετή υποτροφία για να δουλέψουμε μαζί. Ήταν σαν λαχείο που έπεσε από τον ουρανό. Μια δεύτερη ανάλογη κατάσταση ήταν χρόνια μετά, όταν επέστρεψα στην Ελλάδα. Το κάλεσμα του Χατζιδάκι μου έδωσε τη δυνατότητα να ηχογραφήσω μια πλειάδα έργων μου, τα οποία απαιτούσαν συμφωνικά σύνολα κλπ. Πολλά έργα μου που είναι ανέκδοτα οφείλονται σε αυτή τη συγκυρία, η οποία ήταν φοβερά γόνιμη. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα ήμουν 31 ετών.
Σήμερα προς ένα νέο συνθέτη αισθάνομαι αλληλέγγυος αλλά ανίκανος να τον βοηθήσω. Δεν έχω να τον συμβουλεύσω κάτι. Μπορώ να πω απλά: Αν θέλεις να φύγεις, φύγε, και αν αντέξεις, άντεξες. Αν θέλεις να μείνεις, μείνε, και πάλι αν αντέξεις, άντεξες. Διότι η χώρα σου αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να σου προσφέρει κάτι. Οι τότε συνεργάτες του Μάνου, συνθέτες και συνθέτριες, έχουν διανύσει μερικές από τις σημαντικότερες πορείες στην ιστορία της νεοελληνικής μουσικής. Ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει. Αυτή η συγκυρία όμως έχει χαθεί για πάντα. Εκτός κι αν αύριο αλλάξουν τα πάντα. Σήμερα, ακόμη και για εμάς τους καταξιωμένους, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Πόσες δυνατότητες έχουμε να παρουσιάσουμε τα έργα μας δημόσια; Σχεδόν μηδαμινές. Πρόσφατα διάβασα ότι αρνήθηκαν το Ηρώδειο στον Χρήστο Λεοντή. Την προηγούμενη χρονιά ζήτησα κι εγώ να κάνω εμφάνιση στο Φεστιβάλ Αθηνών και αρνήθηκαν.
Δεν έφυγα τυχαία από την Αθήνα για να έρθω στη Λευκάδα πριν από 22 χρόνια πια. Έφυγα διότι είδα ότι -όπως γράφει ο Καρυωτάκης στο ποίημα «Σε παλαιό συμφοιτητή»- τελείωσε ο ρόλος μου στην πρωτεύουσα. Αν κάποιος θέλει να με βρει, θα με βρει εδώ. Είναι πολύ εύκολο τεχνολογικά, μπορείς να έρθεις σε επαφή με κάποιον ακόμη κι αν βρίσκεται πάνω στα Ιμαλάια. Όταν ήρθα εδώ ανέλαβα επί μια τετραετία το ιστορικό Φεστιβάλ «Γιορτές Λόγου και Τέχνης» της Λευκάδας. Επί των ημερών μου και όχι με σπουδαίο προϋπολογισμό, ήρθαν στη Λευκάδα η Μίλβα, η Σεζάρια Εβόρα, σολίστες μεγάλοι, ένα σωρό πράγματα. Όταν ο τότε δήμαρχος δεν επανεκλέχτηκε, αποχώρησα. Δεν με παίρνει, είπα μέσα μου, να έχω να αντιμετωπίσω ανυπέρβλητες δυσκολίες και να μη μπορώ να κάνω αυτό που γεννιέται στη φαντασία μου. Οπότε αποφάσισα ότι είχα πια απλά τη δυνατότητα να ζήσω στον τόπο που αγαπώ πάρα πολύ και τον χρόνο που μου απομένει, διότι κανείς μας δεν είναι αθάνατος, να γράψω καινούργια πράγματα.”