Marcin Nowacki στο NEWS 24/7: Ανταγωνιστικότητα και γεωπολιτικές προκλήσεις στο προσκήνιο

Διαβάζεται σε 13'
Marcin Nowacki στο NEWS 24/7: Ανταγωνιστικότητα και γεωπολιτικές προκλήσεις στο προσκήνιο

Ο Marcin Nowacki Πρόεδρος του Τμήματος Μεταφορών, Ενέργειας, Υποδομών και Κοινωνίας της Πληροφορίας (TEN) της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, για τις προκλήσεις και τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αιχμή τον πόλεμο στον Κόλπο και τις επιπτώσεις του, την Ουκρανία και τον οικονομικό ανταγωνισμό με Κίνα και ΗΠΑ της ΕΕ.

Σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων για την ευρωπαϊκή οικονομία και τη διεθνή γεωπολιτική σκηνή, τα ζητήματα της ανταγωνιστικότητας, της ενεργειακής ασφάλειας και των στρατηγικών επενδύσεων επανέρχονται με επιτακτικό τρόπο. Με αφορμή το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών (22–25 Απριλίου 2026), όπου αναμένεται να τεθούν στο επίκεντρο οι κρίσιμες εξελίξεις της περιόδου, ο Marcin Nowacki μιλά στο NEWS 24/7 για τις προκλήσεις και τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ως Πρόεδρος του Τμήματος Μεταφορών, Ενέργειας, Υποδομών και Κοινωνίας της Πληροφορίας (TEN) της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, αναλύει τα βασικά εμπόδια που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σε κρίσιμους τομείς, τον ρόλο της ΕΟΚΕ στη διαμόρφωση πολιτικών, αλλά και τις επιπτώσεις των διεθνών εξελίξεων — από την ενεργειακή κρίση έως τις γεωπολιτικές εντάσεις.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, φωτίζει τις ισορροπίες ανάμεσα στην πράσινη μετάβαση και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, εξηγεί τι χρειάζεται για να προσελκύσει η Ευρώπη περισσότερες επενδύσεις και σχολιάζει τη θέση της ΕΕ απέναντι σε ΗΠΑ, Κίνα και Ουκρανία σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παγκόσμιο περιβάλλον.

Ακολουθεί η συνέντευξη του Marcin Nowacki στο NEWS 24/7

Ως Πρόεδρος του Τμήματος TEN της ΕΟΚΕ, ποιες θεωρείτε ότι είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σήμερα στους τομείς των μεταφορών, της ενέργειας και των υποδομών;

Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ευρώπη είναι η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας. Βέβαια, με βάση την εμπειρία μας από την εκπροσώπηση των τομεων που έχουμε στο Τμήμα μας και αποτυπώνουν άμεσα στην οικονομική κατάσταση ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν κι άλλες προκλήσεις για την ΕΕ.  Για παράδειγμα, στην ενέργεια, παλεύουμε στην Ευρώπη με πολύ υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και ισχυρή εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες. Ταυτόχρονα, καταβάλλουμε προσπάθειες που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση, η οποία απαιτεί σημαντικές επενδύσεις. Επίσης, ο συνδυασμός της ανάγκης για διατήρηση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, με παράλληλη είσοδο σε νέους τομείς που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη και τα Κέντρα Δεδομένων (Data Centers)  και την επίτευξης μιας ταχείας μετάβασης είναι εξαιρετικά δύσκολος.

Όσον αφορά τις μεταφορές και τις υποδομές, αυτά είναι και πάλι στοιχεία που επηρεάζουν άμεσα την ελκυστικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Μιλάμε εδώ τόσο για την ποιότητα ζωής όσο και για τα θεμέλια για τη λειτουργία του επιχειρηματικού τομέα. Μόνο στις οδικές μεταφορές, αντιμετωπίζουμε δύο κύριες προκλήσεις: αφενός την πολιτική πίεση για την επίτευξη ενός τομέα μηδενικών εκπομπών και, αφετέρου, τους περιορισμούς και τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού στις μεταφορές.

Πώς μπορεί η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, δεδομένου του συμβουλευτικού της ρόλου, να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στη χάραξη πολιτικής;

Παρόλο που η ΕΟΚΕ είναι συμβουλευτικό όργανο, διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο ενισχύοντας τη φωνή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών στη λήψη αποφάσεων της ΕΕ. Παρέχουμε έγκαιρη αξιολόγηση κι ενημέρωση σχετικά με τις προτάσεις της Επιτροπής, εντοπίζουμε κενά στην εφαρμογή και επισημαίνουμε τις κοινωνικές, οικονομικές και περιφερειακές επιπτώσεις που συχνά υποεκτιμώντα ή παραβλέπονται από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Η δύναμή μας έγκειται στην οικοδόμηση συναίνεσης μεταξύ εργαζομένων, εργοδοτών και κοινωνίας των πολιτών — συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας, της αποδοχής και της αποτελεσματικότητας της νομοθεσίας της ΕΕ.

Ως γέφυρα, λοιπόν, μεταξύ των Βρυξελλών και των οργανώσεων βάσης, τα μέλη της ΕΟΚΕ διασφαλίζουν ότι η νομοθεσία αποτυπώνει τις πραγματικές ανησυχίες των εργατικών συνδικάτων, των επιχειρηματικών ομάδων και άλλων ενδιαφερόμενων μερών. Συνθέτοντας αυτές τις διαφορετικές οπτικές, προσφέρουμε πρακτικές συστάσεις που ενισχύουν τόσο τη δημοκρατική νομιμότητα όσο και την τεχνική σκοπιμότητα των πολιτικών της ΕΕ.

Φυσικά, η αποτελεσματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εμάς τους ίδιους – τα μέλη και την ηγεσία του οργανισμού. Πρώτα και κύρια, πρέπει να εργαζόμαστε συνεχώς για την ποιότητα των γνωμοδοτήσεών μας και την προστιθέμενη αξία τους για τη νομοθετική διαδικασία. Ωστόσο, το έργο μας σίγουρα δεν τελειώνει με την υιοθέτηση μιας γνωμοδότησης. Το ίδρυμα παρακολουθεί, επικοινωνεί και διατηρεί συνεχείς σχέσεις με την Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Αναφέρατε τον ρόλο της ΕΟΚΕ – αλλά στην πράξη, πόσο ισχυρή φωνή έχει στις τελικές αποφάσεις της Επιτροπής; Μπορείτε να μας δώσετε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα όπου η παρέμβασή σας άλλαξε την πολιτική; Εάν όχι, γιατί;

Ο αντίκτυπος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής στη χάραξη πολιτικής αποτυπώνεται σε διάφορα επίπεδα. Το πρώτο αφορά στην έναρξη συζήτησης για βασικά ζητήματα όπου αποδεδειγμένα υπάρχει έλλειψη εμπλοκής και συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Ένα καλό παράδειγμα εδώ, είναι η στεγαστική πολιτική. Η ΕΟΚΕ ήταν αυτή που πήρε πρώτη την πρωτοβουλία σε αυτόν τον τομέα και ξεκίνησε συστηματικό έργο στον τομέα. Μετά από αρκετά χρόνια δραστηριότητάς μας, το θέμα συγκαταλέγεται πλέον στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με μια ειδική επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και πλήρη εμπλοκή του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι γνωμοδοτήσεις μας—«Για ένα Ευρωπαϊκό Σχέδιο Προσιτής Στέγασης» (κατόπιν αιτήματος της Δανικής Προεδρίας) και «Αντιμετώπιση της Έλλειψης Στέγασης» (κατόπιν αιτήματος της Κυπριακής Προεδρίας) θα παρουσιαστούν στην Υπουργική Συνάντηση για τη Στέγαση του 2026 στη Λευκωσία. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης τη συμβολή μας στην εφαρμογή του Νέου Ευρωπαϊκού Bauhaus και της Στρατηγικής της ΕΕ για την Κατασκευή Κατοικιών.

Από την άλλη πλευρά, είμαστε ένας πολύ ισχυρός εταίρος στη διαμόρφωση των συζητήσεων σχετικά με τις τομεακές αλλαγές. Η γνώμη μας π.χ. για τη Στρατηγική Έκθεση της Επιτροπής για την Πυρηνική Ενέργεια, το λεγόμενο Ενδεικτικό Πυρηνικό Πρόγραμμα (PINC) είχε ευρεία απήχηση. Συμβάλαμε, δηλαδή, σημαντικά σε μια αλλαγή στην προσέγγιση της πυρηνικής ενέργειας στην ΕΕ. Έχω την ισχυρή αίσθηση ότι η πρωτοβουλία και η ενημέρωση των αρχών για τη στάση της κοινωνίας των πολιτών είναι κεντρικής σημασίας για το αναμενόμενο άνοιγμα και την αναγέννηση της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη.

Συμμετέχουμε επίσης στην εταιρική σχέση EURAD-2 (το πρόγραμμα διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων της EUROTOM), η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια της συνεργασίας μας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2024.

Η ΕΟΚΕ συμμετείχε επίσης πολύ ενεργά στις πρώτες συζητήσεις για τη χρηματοδότηση της άμυνας στην ΕΕ. Ήδη από το 2024, ξεκινήσαμε την επεξεργασία μιας γνωμοδότησης για το θέμα αυτό. Υιοθετήθηκε τον Φεβρουάριο του 2025, η οποία ήταν πολύ νωρίτερα από την πρωτοβουλία SAFE, και εργαστήκαμε επί του θέματος απευθείας με το Συμβούλιο.

Πώς μπορούν να διασφαλιστούν οι χρηματοοικονομικές ροές για την στήριξη της αμυντικής ανάπτυξης στην ΕΕ, δεδομένων των αναγκών; Θεωρείτε απαραίτητο ένα νέο Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF);

Κατά την άποψή μου, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μια σημαντική μετατόπιση – δηλαδή, εστιάζει στη χρηματοδότηση της άμυνας. Αντιμετωπίζουμε, έτσι, ένα σημαντικό κενό χρηματοδότησης σε επίπεδο κρατών μελών, που έρχεται να προστεθεί σε άλλα θέματα όπως η  έλλειψη συντονισμού και συνεργασίας στις αλυσίδες εφοδιασμού, τις κοινές προμήθειες και τα τεχνολογικά πρότυπα.

Πάντως, η στροφή της ΕΕ προς την αυξημένη χρηματοδότηση της άμυνας θα συνεχιστεί, τόσο μέσω της προσέγγισης που υιοθετείται στο σχέδιο SAFE (Δράση για την Ασφάλεια για την Ευρώπη) όσο και μέσω ενός πιο ολιστικού ορισμού του πολυετούς προϋπολογισμού της ΕΕ (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο).

Προς το παρόν, στο πλαίσιο του σχεδιαζόμενου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας, προβλέπεται ένα ειδικό κονδύλι για επενδύσεις στον αμυντικό τομέα. Στο πλαίσιο του Μηχανισμού Συνδέοντας την Ευρώπη, θα δοθεί ιδιαίτερη στήριξη σε έργα διπλής χρήσης – dual use -, κάτι που σχετίζεται άμεσα με τη στρατιωτική κινητικότητα και τη δυνατότητα στρατιωτικών μεταφορών. Επιπλέον, λαμβάνονται μέτρα εντός της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για την παροχή θεσμικής εντολής για τη χρηματοδότηση έργων που σχετίζονται με την άμυνα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ένας αυξανόμενος αριθμός αναπτυξιακών τραπεζών στην ΕΕ συμμετέχει στη χρηματοδότηση του αμυντικού τομέα. Αναμένω επίσης πολλαπλασιασμό των περιφερειακών πρωτοβουλιών εντός της ΕΕ με στόχο τη δημιουργία ταμείων βασισμένων σε εταιρικά οικοσυστήματα και σχετικές δικτυώσεις επιχειρήσεων αφιερωμένων σε επενδύσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια.

Πώς επηρεάζει ο πόλεμος στο Ιράν τις μεταφορές, δεδομένου του κινδύνου μιας νέας ενεργειακής κρίσης από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου;

Τα συστήματα μεταφορών είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις κρίσεις των τιμών του πετρελαίου και η σύγκρουση που αφορά το Ιράν δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι άμεσες επιπτώσεις περιλαμβάνουν υψηλότερο κόστος καυσίμων, διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού και μια επιταχυνόμενη στροφή προς εναλλακτικές λύσεις. Η αύξηση των τιμών των καυσίμων στις οδικές μεταφορές, την αεροπορία και τη ναυτιλία μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένα λειτουργικά έξοδα.

Εάν, μάλιστα, οι εντάσεις κλιμακωθούν στο Στενό του Ορμούζ, μέσω του οποίου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, το κόστος ασφάλισης και ασφάλειας θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά. Οι θαλάσσιες οδοί ενδέχεται να ανακατευθυνθούν, οδηγώντας σε καθυστερήσεις στις παραδόσεις στην Ευρώπη και ασκώντας πρόσθετη πίεση στα λιμάνια, τα οδικά δίκτυα και τις σιδηροδρομικές υποδομές.

Υπάρχει, όμως, ταυτόχρονα, μια άλλη όψη.  Οι επίμονα υψηλές τιμές του πετρελαίου βελτιώνουν τη σχετική οικονομία των ηλεκτρικών οχημάτων, των σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κάτι που ενισχύει τη στρατηγική προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μειώσει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα μέσω τόσο της διαφοροποίησης της προσφοράς όσο και της τεχνολογικής μετάβασης, συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής ενέργειας, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της αποθήκευσης ενέργειας.

Με λίγα λόγια, ενώ η σύγκρουση διαταράσσει τα συστήματα μεταφορών βραχυπρόθεσμα,  ωστόσο ταυτόχρονα ενισχύει τα διαρθρωτικά επιχειρήματα υπέρ της ενεργειακής ανεξαρτησίας μακροπρόθεσμα.

Έχοντας διαχειριστεί μεγάλα επενδυτικά έργα, τι λείπει σήμερα στην Ευρώπη για να προσελκύσει περισσότερες στρατηγικές επενδύσεις;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αντιμετωπίζουμε σαφώς ένα επενδυτικό κενό που συνεχίζει να μας κρατάει πίσω. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα προσελκύουν κεφάλαια μέσω προβλέψιμων, φιλικών προς τους επενδυτές πλαισίων, η Ευρώπη συχνά θεωρείται σταθερή αλλά  με υπερβολικά πολύπλοκες διαδικασίες – ιδιαίτερα για μεγάλης κλίμακας έργα ενέργειας και μεταφορών.

Όμως οι στρατηγικοί επενδυτές απαιτούν κανονιστική βεβαιότητα και μακροπρόθεσμη συνέπεια πολιτικής. Ειδικά, δε, στους τομείς της ενέργειας και των υποδομών, χρειαζόμαστε ταχύτερες, πιο απλοποιημένες διαδικασίες αδειοδότησης.

Η Ευρώπη πρέπει επίσης να γίνει πιο ανοιχτή σε μικτά μοντέλα χρηματοδότησης, όπου τα δημόσια κεφάλαια λειτουργούν ως καταλύτης για ιδιωτικές επενδύσεις. Ακόμη και μια πρόχειρη ματιά στην κλίμακα των επενδυτικών αναγκών στον ενεργειακό τομέα από μόνη της καταδεικνύει το μέγεθος της συγκεκριμένης πρόκλησης. Έτσι, χωρίς συντονισμένη κεφαλαιακή εμπλοκή – μεταξύ δημόσιων κεφαλαίων, ιδιωτών επενδυτών και θεσμικής χρηματοδότησης – η υλοποίηση μεγάλων επενδυτικών έργων θα παραμείνει δύσκολη.

Τι κάνει λάθος η Ευρώπη σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα – και γιατί δεν αλλάζει “ρότα”;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κίνα είναι ισχυροί εμπορικοί εταίροι, αλλά ένα εμπορικό έλλειμμα 360 δισεκατομμυρίων ευρώ εις βάρος της ΕΕ, σε αγαθά είναι σαφώς μη βιώσιμο. Πρέπει, λοιπόν, να αποκαταστήσουμε μια δίκαιη ισορροπία μέσω εποικοδομητικής διπλωματίας που θα υποστηρίζεται από σθεναρές διαπραγματεύσεις. Να σημειώσω ότι βασικές ανησυχίες περιλαμβάνουν συστημικές στρεβλώσεις, όπως κρατικές επιδοτήσεις και αναγκαστικές μεταφορές τεχνολογίας, καθώς και η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα που στρεβλώνει τον ανταγωνισμό. Επίσης, δεν μπορούμε να δεχτούμε εμπόδια πρόσβασης στην αγορά για τις εταιρείες της ΕΕ σε τομείς όπως το κρέας, τα καλλυντικά και τα φαρμακευτικά προϊόντα.

Πρόσθετες προκλήσεις περιλαμβάνουν αδικαιολόγητους εμπορικούς περιορισμούς στις εξαγωγές της ΕΕ (π.χ. μπράντι, χοιρινό κρέας, γαλακτοκομικά) και σε κρίσιμες πρώτες ύλες, συμπεριλαμβανομένων των σπάνιων γαιών που είναι απαραίτητες για τις πράσινες τεχνολογίες.

Στο φόντο αυτό, εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, η ΕΕ πρέπει να είναι έτοιμη να λάβει αναλογικά μέτρα, σύμφωνα με τον ΠΟΕ, για να προστατεύσει τα συμφέροντά της.

Όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η Ουάσινγκτον θα συνεχίσει να είναι ζωτικός εταίρος σε τομείς όπως η ενέργεια, η  άμυνα,  η τεχνολογία και το εμπόριο. Κι αυτό παρά το ότι αντιμετωπίζουμε επί του παρόντος μια περίοδο αυξημένης αστάθειας – τόσο όσον αφορά το γεωπολιτικό περιβάλλον όσο και τις διμερείς σχέσεις.

Από την πλευρά μου, πάντως, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κατανοήσω την τρέχουσα προσέγγιση απέναντι στην Ουκρανία και το σημαντικά μειωμένο επίπεδο υποστήριξης. Η Ουκρανία σαφώς αξίζει ισχυρή στρατιωτική, οικονομική και οικονομική υποστήριξη. Είναι δεδομένο, άλλωστε, ότι η ΕΕ και οι ΗΠΑ, ενεργώντας από κοινού, μπορούν να επιτύχουν πολλά σε αυτόν τον τομέα.

Σε οικονομικά θέματα, πάντως, συνεχίζουμε να μοιραζόμαστε ένα ευρύ φάσμα κοινών συμφερόντων και αναμένω ότι βασικές στρατηγικές πρωτοβουλίες θα επιδιωχθούν από κοινού. Η Ευρώπη θα παραμείνει ένας αξιόπιστος γεωπολιτικός παράγοντας, χτίζοντας τη μακροπρόθεσμη δύναμή της στη διατλαντική συνεργασία – τόσο οικονομικά όσο και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Ως πρώην Πρόεδρος της Πλατφόρμας της Κοινωνίας των Πολιτών ΕΕ-Ουκρανίας, πώς αξιολογείτε την ενσωμάτωση της Ουκρανίας στην ευρωπαϊκή οικονομία;

Παρά την ολοκληρωτική και συνεχιζόμενη εισβολή της Ρωσίας και αμφισβήτηση της εθνικής της κυριαρχίας, η Ουκρανία έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο σε σχέση με τις διαδικασίες ενσωμάτωσης με την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι μεταρρυθμίσεις στην πολιτική ανταγωνισμού, τις δημόσιες συμβάσεις, την ενέργεια και τις ψηφιακές αγορές – παράλληλα με τη διατήρηση της μακροοικονομικής σταθερότητας – καταδεικνύουν υψηλό επίπεδο ανθεκτικότητας. Παράλληλα, η ΕΕ έχει γίνει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ουκρανίας, σηματοδοτώντας έναν σαφή στρατηγικό αναπροσανατολισμό μακριά από τη Ρωσία.

Βλέπουμε σαφώς μια σταδιακή διαδικασία ενσωμάτωσης με την ΕΕ. Η Ευρώπη μπορεί να είναι περήφανη που παρέχει σήμερα στην Ουκρανία υποστήριξη σε στρατιωτικό, χρηματοοικονομικό και οικονομικό επίπεδο. Ειδικά, σε χρηματοοικονομικό επίπεδο, θέματα με αιχμή  τη μακροοικονομική σταθερότητα όσο και τα επενδυτικά μέσα, που υποστηρίζουν δημόσια και ιδιωτικά έργα, αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Στους περισσότερους, δε, τομείς, τόσο για αγαθά όσο και για υπηρεσίες, βλέπουμε ήδη πλήρη ή σημαντική πρόσβαση στην αγορά για τις ουκρανικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, μετά από περισσότερα από τέσσερα χρόνια ολοκληρωτικής εισβολής, το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η διασφάλιση μιας πραγματικά αμοιβαίας πρόσβασης στην αγορά (ΕΕ–Ουκρανία και Ουκρανία–ΕΕ) και η πλήρης συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της Ενιαίας Αγοράς από τις ουκρανικές εταιρείες. Η ευθυγράμμιση των κανονισμών και η εναρμόνιση των προτύπων, ιδίως στην ασφάλεια των τροφίμων, τους τεχνικούς και περιβαλλοντικούς κανονισμούς και τις οδικές μεταφορές, είναι κρίσιμης σημασίας.

Στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας, επίσης, υποστηρίζω σθεναρά την περαιτέρω ενσωμάτωση. Η προσωρινή προστασία για τους Ουκρανούς πρόσφυγες θα πρέπει σταδιακά να μετατραπεί σε ένα πλαίσιο μακροχρόνιας διαμονής, με σαφείς νομικές οδούς, μειωμένα διοικητικά βάρη και δίκαιες συνθήκες εργασίας.

Συμπερασματικά, η  ενσωμάτωση της Ουκρανίας βρίσκεται σε καλό δρόμο, αλλά παραμένει ατελής. Η ΕΕ πρέπει να διατηρήσει τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική υποστήριξη, ενώ η Ουκρανία θα πρέπει να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, τις προσπάθειες ανοικοδόμησης και την ευθυγράμμιση με τους κανόνες της ΕΕ.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα