Νέες ταινίες: Το “Michael” είναι μια κενή αγιογραφία για τον Μάικλ Τζάκσον
Διαβάζεται σε 12'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 23 Απριλίου 2026 06:14
Το “Super Mario Galaxy: Η Ταινία” συνεχίζει να ταξιδεύει στην κορυφή του box office έχοντας φτάσει τις 120.000, ενώ η “Τελευταία Κλήση” μπαίνει στον δεύτερο μήνα προβολών έχοντας ξεπεράσει τις 155.000, ένα εξαιρετικό σύνολο για την ταινία του Φράνσις Σέριφ.
Από τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες ξεχωρίζουμε το “The Drama” που πλησιάζει τις 50.000 (η δύναμη των σταρ αλλά και μιας ταινίας που προκαλεί τον θεατή με ενδιαφέροντα τρόπο), ενώ αξιοσημείωτο άνοιγμα είχε ο “Εθνικός Θησαυρός” – η γιαπωνέζικη ταινία που προτάθηκε για Όσκαρ Μακιγιάζ έφερε πάνω από 1.800 θεατές στην αίθουσα, όπου αξίζει περισσότερο να την δεις.
Χλιαρό άνοιγμα και στην Ελλάδα για τη “Μούμια από τον Λι Κρόνιν” με 12.000, δείχνοντας πως ό,τι είναι τρόμος δεν γράφει αυτόματα ως σουξέ.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Michael
(Αντουάν Φουκουά, 2ω7λ)
★
Η ιστορία της ζωής του Μάικλ Τζάκσον, από τη μικρή του ηλικία και το σχηματισμό των Jackson Five μέχρι τη σόλο επιτυχία και τον θρίαμβο του Thriller.
Σε 25 λέξεις: Αδρανής μουσική βιογραφία καθορισμένη περισσότερο από τα πράγματα που δεν μπορεί να είναι. Τα τραγούδια κάνουν το βαρύ κουβάλημα, ο ανιψιός Τζαφάρ Τζάκσον είναι καλός στο ρόλο, ο Κόλμαν Ντομίνγκο εντυπωσιακά λάθος κάστινγκ ως κακός πατέρας.
Κριτική
Αν πιστεύαμε ήδη ότι το κακό έχει κάπως παραγίνει με τις βιογραφίες που γυρίζονται με τις ευλογίες των αντικειμένων τους (ή με τις ευλογίες συγγενών, απογόνων, συζύγων, κλπ κλπ), το “Michael” έρχεται για να οδηγήσει το είδος στο ναδίρ του.
Μια απολύτως ικανή ταινία σε επίπεδο απόδοσης τραγουδιών και σκηνικής παρουσίας, αλλά και ενσάρκωσης του Μάικλ Τζάκσον (από τον ανιψιό του, Τζαφάρ), κι αυτό αναμφίβολα για πολύ κόσμο θα είναι αρκετό: Τι καλύτερο από το να περάσεις ένα δίωρο στο σινεμά παρέα με το Billie Jean, το Thriller, το Bad; Στο οποίο το μόνο που μπορώ να απαντήσω είναι: Πάσο!
Μόνο που το “Michael” του κατά τα άλλα ικανότατου σκηνοθέτη Αντουάν Φουκουά (“Ημέρα Εκπαίδευσης”, “The Equalizer”), δεν είναι ένα φιξιόν concert movie –όπως σε στιγμές μοιάζει να πλασάρεται– αλλά μια καλογυαλισμένη αγιογραφία με τη στάμπα και την έγκριση των διαχειριστών της κληρονομιάς του Μάικλ Τζάκσον. Σαν ένα καλά πλασαρισμένο native κείμενο που υπάρχει για να διαφημίσει ένα προϊόν ή να καλύψει σκοτεινές πτυχές μιας PR καταστροφής, το “Michael” εκπληρώνει αυτόν ακριβώς το ρόλο – και το προϊόν είναι φυσικά ο ίδιος ο Τζάκσον.
(Από την ταινία απουσιάζουν πλήρως, και έχουν κρατήσει αποστάσεις και στάση σιωπής, η Τζάνετ Τζάκσον και η κόρη του Μάικλ, Πάρις. Η Πάρις έγραψε τον Σεπτέμβριο στο instagram: «Διάβασα ένα από τα πρώτα drafts και σημείωσα αυτά που ένιωθα πως ήταν ανειλικρινή ή δεν κάθονταν καλά μαζί μου. Όταν δεν ανταποκρίθηκαν, προχώρησα με τη ζωή μου. Not my monkeys not my circus». Σα να λέει: Δεν είναι δικό μου θέμα, δεν ασχολούμαι.)
Το εμφανές άγχος του Φουκουά (και, πίσω από εκείνον, των διαχειριστών της κληρονομιάς του Τζάκσον) είναι να μην εισχωρήσει στην ταινία απολύτως τίποτα μεμπτό ή σκοτεινό ή έστω συζητήσιμο σχετικά με τον βασιλιά της ποπ και τις συμπεριφορές του. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια ταινία απολύτως δραματουργικά άδεια και δίχως την παραμικρή εσωτερική ή ένταση, ή χαρακτήρα, ή ιδιαιτερότητα. Ακόμα και οι σκηνές περφόρμανς είναι χωρίς αιχμή: Συχνά φτιαγμένες σαν κοπτοραπτική, ωχριούν μπροστά στο δέος του να βλέπεις τον Τζάκσον να υφίσταται στο stage.
Θα ήταν άτοπο σε κάθε περίπτωση το να προσπαθήσεις να πεις μια ιστορία αποφεύγοντας να πεις την ιστορία, αλλά ειδικά στην περίπτωση του Τζάκσον η προσέγγιση είναι τελείως παράλογη. Μιλάμε για έναν από τους πιο χαρισματικούς, πιο πολυσυζητημένους, πιο αμφιλεγόμενους, και πιο αλλόκοτους ανθρώπους που υπήρξαν στη δημόσια θέα, κατά το διάστημα της ζωής μας. Και το “Michael” πασχίζει ώστε κάθε τι παράξενο να στριμωχτεί και σβηστεί μέσα σε μια ανυπόφορα συμβατική ιστορία προσωπικής απελευθέρωσης.
Βλέπουμε τον νεαρό Μάικλ να ερμηνεύει και να κινείται όπως κανείς άλλος άνθρωπος ποτέ, κι αυτό το πηγαίο χάρισμα δεν εξερευνάται ποτέ και με κανέναν τρόπο – ούτε στο κείμενο, ούτε στην οπτική αφήγηση του φιλμ. (Σκεφτείτε ας πούμε την παροξυσμική οπτική γλώσσα του “Elvis” και το πώς έβαζε τον θεατή στο κοινό μπροστά σε μια cultural έκρηξη.) Τον βλέπουμε ξαφνικά να είναι σταρ κι απέξω κόσμος να ουρλιάζει: Γιατί συνέβη αυτό; Πώς; Πότε; Τι επεκτάσεις υπάρχουν σε σχέση με τη θέση του Τζάκσον ως μαύρο περφόρμερ προερχόμενο από την εργατική τάξη;
Βλέπουμε τον Μάικλ μεγαλώνοντας να πιάνει φιλίες με ζώα. Να ονειρεύεται τη Neverland. Να γίνεται φίλος με παιδάκια μιλώντας μαζί τους για τα παιχνίδια που παίζουν. Όλα αυτά παρουσιάζονται σα να είναι κάτι ευκόλως εννοούμενο, κάτι συμβατικό, αναμενόμενο, κάτι που ένα biopic απλά προσπερνά για να πάει σε πιο ενδιαφέροντα σημεία. Συγγνώμη, αλλά τι;
Παρακολουθούμε επιλεγμένα στιγμιότυπα από την ζωή ενός βαθύτατα παράξενου ανθρώπου, για να τα αφήσουμε στο περιθώριο και η ιστορία που τελικά ακολουθούμε να είναι η προσπάθειά του να ανεξαρτητοποιηθεί από τον πατέρα του; Γιατί χρειαζόμασταν μια βιογραφία του Μάικλ Τζάκσον για να δούμε αυτή την τόσο συνηθισμένη, αστική ιστορία; Γιατί η ταινία δεν μιλά ποτέ για τους (σχεδόν κυριολεκτικούς) ελέφαντες στο δωμάτιο;
Αυτού του τύπου τα εγκεκριμένα βιογραφικά πρότζεκτ πάντα εμπεριέχουν βαθμούς συμβιβασμού και ρίσκου. Ξέρεις, για παράδειγμα, ότι μια βιογραφία της “Πρισίλα” με παραγωγό την ίδια, προφανώς θα μεταφέρει τη δική της οπτική – όμως το βλέμμα της Σοφία Κόπολα φέρνει μια καλλιτεχνική αξία και, ακόμα κυριότερα, ένα κινηματογραφικό πλαίσιο. Βλέπεις μια ιστορία που σημαίνει κάτι και λέει κάτι, και το λέει μέσα σε ένα κινηματογραφικό context: Ένας κόσμος παραμυθιού που καταρρέει, μια κοριτσίστικη τρυφερότητα σε αντιπαράθεση με μια σκληρή και απότομη ενηλικίωση, το πώς μια μετατόπιση οπτικής (ένα κατεξοχήν κινηματογραφικό concept) μπορεί να αποκαλύψει ένα παραμύθι ως εφιάλτη.
Ή πάρτε το θαυμάσιο περσινό biopic “Better Man”, που με τις ευλογίες του Ρόμπι Γουίλιαμς έκανε δύο πράγματα που έχει ανάγκη το κάθε αντίστοιχο φιλμ: Αφενός, αδιαφορεί για την αγιοποίηση και βάζει τον Γουίλιαμς σε ρόλο αφηγητή που αμφισβητεί το ίδιο του το σταριλίκι, παρουσιάζοντας ακομπλεξάριστα εσωτερικούς δαίμονες και μια βαθύτατη απορία γιατί έγινε σταρ ενώ δεν θεωρεί πως είναι ιδιαίτερα καλός σε τίποτα. Αφετέρου, είναι μια ταινία βαθύτατα παράξενη. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας CGI πίθηκος!
Ακόμα και το “A Complete Unknown”, ένα συμβατικό με “Σ” κεφαλαίο, μουσικό βιογραφικό φιλμ, ξέρει τι ιστορία θέλει να πει, και πώς να την πει: Αντί να πελαγοδρομεί στα χρόνια, τις περιόδους και τις διάφορες προσεγγίσεις, εστιάζει σε μια στιγμή στο χρόνο, σε ένα snapshot της ύπαρξης του Ντίλαν. Μέσα από αυτή, αφηγείται τη σύγκρουση ενός ανθρώπου με τον ίδιο τον χώρο που τον ανέδειξε, επεκτείνοντάς την σε έναν στοχασμό πάνω στην αναπόφευκτη κόντρα παράδοσης και καινοτομίας. Το φιλμ του Φουκουά χρειαζόταν απεγνωσμένα μια τέτοια οπτική καθαρότητα, μια εστίαση, μια οποιαδήποτε οπτική γωνία τελοσπάντων.
Το “Michael” είναι μια ταινία για έναν άνθρωπο που μοιάζει άλλοτε υπερφυσικός και αποστομωτικός, άλλοτε εξωγήινος, και άλλοτε –σόρι– επικίνδυνος. Όμως φοβούμενη να μπει σε διάλογο με οτιδήποτε από αυτά, καταλήγει μια προσβλητικά συνηθισμένη αφήγηση, σαν ένα επιθετικά γυαλισμένο rebranding για μια γενιά που δεν ήταν εκεί όταν ο Τζάκσον κρατούσε ένα μωρό από το μπαλκόνι.
Κι αυτό, την ίδια στιγμή που διαχειριστές της κληρονομιάς του, κάνουν ενεργή (επιτυχημένη) προσπάθεια να εξαφανίσουν τον αντίλογο: Το σεισμικής σημασίας ντοκιμαντέρ “Finding Neverland” του ΗΒΟ, ας πούμε, είναι σχεδόν αδύνατον να το δει κανείς αυτή τη στιγμή νόμιμα. Ακόμα και το DVD είναι συνήθως out of stock.
Αυτό που μένει λοιπόν πίσω είναι ένα φιλμ κουραστικά λείο, σε αρκετά σημεία έως και βαρετό (το ένα πράγμα που δε θα περίμενες ποτέ να είναι ακόμα και μια ταινία φόρμουλας για έναν τόσο σπουδαίο περφόρμερ), δραματουργικά αδρανές και πληκτικό, που ολοκληρώνει την “αποστολή” του σε ένα βολικότατο χρονικό σημείο, και εξαφανίζεται πριν σου επιτρέψει να κάνεις την οποιαδήποτε follow-up ερώτηση.
Ο Τζαφάρ Τζάκσον ενσαρκώνει εντυπωσιακά τον Μάικλ, και είναι ομολογουμένως απολαυστικό να ακούς τα τραγούδια ή να παρακολουθείς το περφόρμανς μέσα από μια σειρά εμβληματικών looks, εμφανίσεων, και κινήσεων. Αλλού το κάστινγκ δεν είναι εξίσου πετυχημένο: Ο Κόλμαν Ντομίνγκο ως Τζόζεφ Τζάκσον δίνει τη χειρότερη ερμηνεία της καριέρας του, ένα πασιφανές λάθος κάστινγκ. Με τον Ντομίνγκο να μην διαθέτει την έμφυτη αίσθηση απειλής και έντασης που θα άφηνε τον Τζόζεφ να απλωθεί στο πανί ως αληθινός Σατανάς απέναντι στον α λα Ιησού Μάικλ Τζάκσον, που η ταινία (έστω, αυτή η ταινία) χρειάζεται για να λειτουργήσει σε ένα έστω στοιχειώδες επίπεδο.
Ως έχει, αυτό το φιλμικό publi δεν είναι τελικά τίποτα παραπάνω από μια κενή αγιογραφία.
Γυναίκες Έξω
(“Fuori”, Μάριο Μαρτόνε, 1ω57λ)
★★½
Βιογραφικό φιλμ για την συγγραφέα Γκολιάρντα Σαπιέντσα. Στην Ρώμη των ‘80s, και με το μετέπειτα μάγκνουμ όπους της να απορρίπτεται από τον εκδοτικό κόσμο, η Σαπιέντσα βρίσκεται φυλακισμένη, να ζει δίπλα σε κλέφτες, παρανόμους, εθισμένους, σεξεργάτες, και αντιστασιακούς. Μετά την αποφυλάκιση, κρατά την επαφή με αυτές τις γυναίκες και στη διάρκεια ενός καυτού καλοκαιριού, μια σχέση ανθίζει που θα της αλλάξει τη ζωή.
Σε 25 λέξεις: Όχι κάτι μοναδικό, αλλά συμπαθητικά γυρισμένο βιογραφικό φιλμ πάνω στην ιδέα της προσωπικής και ηθικής απελευθέρωσης. Όλη η ταινία πάνω στη Γκολίνο, που είναι εξαιρετική.
Κριτική
Μιλώντας για βιογραφικά φιλμ που έχουν έστω κάτι να πουν: Εδώ έχουμε την περίπτωση της Γκολιάρντα Σαπιέντσα, μια σημαντική όσο και αντισυμβατική μορφή της σύγχρονης ιταλικής πολιτιστικής σκηνής, της οποίας το μεγαλύτερο έργο (Η Τέχνη της Χαράς) απορρίφθηκε από εκδότες και δημοσιεύτηκε πλήρως μόνο μετά τον θάνατό της.
Μέσα από το έργο της η Σαπιέντσα άντλησε από προσωπικές εμπειρίες για να καταπιαστεί με τη σεξουαλικότητα, την ηθική και την έννοια της ελευθερίας. Κατά συνέπεια, η απόπειρα του ιταλού σκηνοθέτη Μάριο Μαρτόνε να αφηγηθεί την ιστορία της, επεκτείνεται σε σημαντικό βαθμό και σε μια εξερεύνηση της ατομικής, ηθικής και κοινωνικής ελευθερίας. Ίσως γι’αυτό εστιάζει στο διάστημα της ζωής της που η Σαπιέντσα μπήκε για ένα μικρό διάστημα στη φυλακή, δημιουργώντας όμως εκεί δεσμούς (και αναπτύσσοντας κοσμοθεωρίες) που την σχημάτισαν περαιτέρω.
Είναι μια τίμια απόπειρα, γυρισμένη σε διαστήματα με ένα κάποιο οπτικό ενδιαφέρον από τον Μαρτόνε, σα να αντιδρά η ηρωίδα του σε έναν αισθητικά τακτοποιημένο κόσμο που την περιβάλλει. Η Γκολίνο σηκώνει την ταινία πάνω της, δίνει ορμή, γοητεία και μια αίσθηση επαναστατικότητας μέσα από τους τρόπους, τα βλέμματα, τα σώματα.
Υπάρχουν σημεία που η ταινία κάνει κοιλιές ή δεν καταφέρνει να συντηρήσει έναν πάντα ενδιαφέροντα ρυθμό, αλλά η ουσία της είναι τουλάχιστον κάτι άξιο αναφοράς και αφήγησης.
Ενα Τελευταίο για τον Δρόμο
(“The Last One for the Road / Le Città di Pianura”, Φραντσέσκο Σοσάι, 1ω38λ)
★★★
Δυο μεσήλικες μέθυσοι περιπλανώνται στο Βένετο και συναντούν έναν ντροπαλό φοιτητή αρχιτεκτονικής. Εκείνος να δώσει νέα πνοή στο ταξίδι τους ενώ ο τρόπος που βλέπει τα πράγματα να δώσει νέα πνοή και στη δική τους διαδρομή. Σαν τρίο πλέον, θα συνεχίσουν να μεταφέρονται από παμπ σε παμπ, αναζητώντας έναν θαμμένο θησαυρό – ή το νόημα της ζωής.
Σε 25 λέξεις: Όμορφο, μελαγχολικό road movie που αναζητά τις μεγάλες αλήθειες μέσα σε μικρά ποτήρια αλκοόλ. Σύντομο, αστείο, ξέρει τη δόση που πρέπει να προσφέρει στον θεατή.
Κυκλοφορούν επίσης
I Was a Stranger: Όταν μια Σύρια γιατρός αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Χαλέπι μαζί με τη μικρή της κόρη, μια απελπισμένη επιλογή πυροδοτεί μια αλυσίδα γεγονότων που ξεπερνά σύνορα και παρασύρει τέσσερις αγνώστους στην ίδια καταιγίδα. Ένας διακινητής που προσπαθεί να σώσει τον γιο του. Ένας στρατιώτης που παλεύει με τη συνείδησή του. Ένας ποιητής που αναζητά μία πατρίδα. Ένας Έλληνας κυβερνήτης του λιμενικού, διχασμένος ανάμεσα στο καθήκον και την ανθρωπιά. Οι πορείες τους συγκρούονται μέσα σε μια νύχτα στη Μεσόγειο, εκεί όπου η επιβίωση είναι αβέβαιη και η ανθρωπιά αποκαλύπτεται στην πιο ωμή της μορφή. Κοινωνικό δράμα με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, τον Όμαρ Σι (“Άθικτοι”), την Αγγελική Παπούλια και τον Θάνο Τοκάκη.
Μη Γελάτε, Θα Σας Δει ο Κόσμος: Η Μαρία είναι μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, τις πρώτες μέρες αφότου μαθαίνει ότι είναι έγκυος. Ακολουθούμε την ιστορία της ίδιας και της εκ διαμέτρου αντίθετης αδερφής της. Η μία είναι αυθόρμητη, απελευθερωμένη γυναίκα που αγαπά τη ζωή, και η άλλη είναι μία ανήσυχη θεοσεβούμενη μητέρα ταγμένη στο καθήκον. Μέσα από τη σχέση τους, η ταινία μιλά για δύο κοσμοθεωρίες ζωής στη σύγχρονη Ελλάδα, για την ελευθερία επιλογής, το αναφαίρετο δικαίωμα της γυναίκας στο σώμα της, την μητρότητα (αλλά και την πατρότητα), τις κοινωνικές πιέσεις ως προς την απόκτηση οικογένειας, αλλά και την άνευ όρων γονεϊκή αγάπη και τους άρρηκτους οικογενειακούς δεσμούς. Από τον Νικόλα Δημητρόπουλο, σκηνοθέτη του “Καλάβρυτα 1943”.
Άιντα: Το 2018, η γνωστή ισπανική σειρά “Αΐντα” παραμένει τηλεοπτικό φαινόμενο. Αλλά η διαμαρτυρία μιας ηθοποιού για ένα προσβλητικό αστείο προκαλεί ένταση στα γυρίσματα. Με φόντο την αντίδραση στα κοινωνικά δίκτυα και τον φόβο ακύρωσης του σίτκομ, το καστ προσπαθεί να μείνει ενωμένο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του πιο αμφιλεγόμενου επεισοδίου στην ιστορία της σειράς. Ισπανική κωμωδία με τεράστια επιτυχία στα ταμεία της χώρας.
Η Οικογένεια Ντινοσάουρους: Τι συμβαίνει όταν ο έφηβος Φιλ, στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει τη συμμαθήτριά του, στέλνει κατά λάθος όλη την παρέα στην εποχή των δεινοσαύρων; Παιδική περιπέτεια κινουμένων σχεδίων.