«24 ώρες σ' έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» Alex Kat

ΣΤΗΝ ΙΕΝΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΦΛΑΤΣΟΥΣΗΣ ΞΕΣΚΕΠΑΣΕ ΤΟ “ΜΙΣΟΣ” ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

Ταξιδέψαμε στην Ιένα της Γερμανίας και παρακολουθήσαμε την παράσταση «24 ώρες σε έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» του Παντελή Φλατσούση, μία διεθνή συμπαραγωγή που, αφορμώμενη από το «Μίσος» του Κασοβίτς, φέρνει στο σήμερα το ερώτημα της βίας και του ανήκειν.

Για να γνωρίσεις την ουσία της Ιένα, πρέπει να την περπατήσεις και να δεις θέατρο. Οι διαδρομές είναι μικρές, οι ρυθμοί ήσυχοι, και κάπου ανάμεσα στα φοιτητικά στέκια και τα πανεπιστημιακά κτίρια, το Theaterhaus Jena είναι το απόλυτο σημείο αναφοράς. Ένα σταθερό κέντρο γύρω από το οποίο αυτή η μικρή πόλη της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ανοίγεται σε διεθνείς προσλαμβάνουσες. Ένα θέατρο πειραματικό, πολιτικό και ανοικτό σε διεθνείς συνεργασίες. Η παρουσία του διαπερνά την πόλη με έναν τρόπο άμεσο, σαν μια συνεχή υπενθύμιση ότι εδώ η τέχνη παραμένει ενεργή και μιλάει για τον άνθρωπο ως πολιτικό ον.

Την ευκαιρία να δούμε πώς στήνεται μια παράσταση σε αυτόν τον πολιτικά φορτισμένο χώρο μας την έδωσε η γερμανική πρεμιέρα της παράστασης «24 ώρες σε έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» του Παντελή Φλατσούση, που φιλοξενήθηκε στο Theaterhaus στο πλαίσιο της διεθνούς συμπαραγωγής με το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν και της Spectrum ΑΜΚΕ. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά “ανέβηκε” στην ίδια σκηνή το «Hass / Μίσος / Ură» σε σκηνοθεσία του Daniele Szeredy και δραματουργία του Josef Bäcker μια παράσταση την οποία θα δούμε τον Μάιο στην Αθήνα. Η σύνδεση μεταξύ τους γίνεται άμεσα αντιληπτή.

Οι δύο παραστάσεις κινούνται μέσα στο ίδιο πεδίο ανησυχίας και ανοίγουν έναν κοινό διάλογο για τις κοινωνικές ανισότητες, την αστική περιθωριοποίηση, τη βία και τον αποκλεισμό. Σημείο εκκίνησης είναι η εμβληματική ταινία «Το Μίσος» («La Haine») του Mathieu Kassovitz (Ματιέ Κασοβίτς), που λειτούργησε ως εφαλτήριο για τη δραματουργική τους ανάπτυξη και οδήγησε σε δύο διαφορετικές σκηνικές διαδρομές. Η βία εμφανίζεται ως εμπειρία που διαπερνά την καθημερινότητα, η εικόνα λειτουργεί ως τρόπος κατασκευής και κατανόησης του κόσμου, και το ερώτημα του ποιος ανήκει και ποιος περιθωριοποιείται αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία.

Το Theaterhaus Jena, το θέατρο-σημείο αναφοράς της Ιένα, όπου η σκηνή λειτουργεί ως χώρος έρευνας και πειραματισμού. Candy Welz

Αυτή η ευκαιρία για το ταξίδι μας στην Ιένα δεν ήρθε εξ ουρανού. Τον Οκτώβριο του 2025 συναντήσαμε στην Αθήνα τους Έλληνες και Γερμανούς συντελεστές αυτής της σπάνιας διεθνούς συνεργασίας και μιλήσαμε μαζί τους για το ιδιαίτερο αυτό εγχείρημα και για το πώς γεννήθηκε αυτή η πολυπολιτισμική συνεργασία και συμπαραγωγή. Την ελληνική παράσταση που σκηνοθετεί ο Παντελής Φλατσούσης την παρακολουθήσαμε στο θέατρο Τέχνης της Οδού Φρυνίχου. Το «24 ώρες σε έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» είναι ένα σκηνικό ντοκιμαντέρ που σε φέρνει αντιμέτωπο με το τώρα. Είναι αιχμηρό, πολιτικό και ανήσυχο, χωρίς ωραιοποιήσεις. Ξεγυμνώνει τις ανισότητες, τη βία και την αίσθηση αποκλεισμού, θυμίζοντας ότι τελικά ο κόσμος ίσως δεν ήταν ποτέ δικός μας. Αν μη τι άλλο είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πρό(σ)κληση να δούμε την ίδια παράσταση, αυτή τη φορά με γερμανικό κοινό στην πλατεία.

Στο φουαγιέ του Theaterhaus Jena Candy Welz

Το Theaterhaus έχει γεμίσει από νωρίς. Φοιτητές, παρέες νεαρών, φωνές που ανεβαίνουν από το φουαγιέ, μια ζωντανή, άμεση ενέργεια που σε βάζει κατευθείαν στο κλίμα της πόλης. Ο χώρος υποδοχής βρίσκεται ακριβώς κάτω από την κεντρική σκηνή, εκεί όπου σε λίγο θα εξελιχθεί η παράσταση.

Καθόμαστε στις θέσεις μας και δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις τον άπλετο ανοικτό χώρο του Theaterhaus Jena που δεν θυμίζει κλασικό θέατρο. Υπάρχει μια αίσθηση ακατέργαστου υλικού. Ξύλο, μέταλλο, εκτεθειμένες μεταλλικές σωληνώσεις. Όλα δείχνουν ότι μπορούν να μετακινηθούν, να ξαναστηθούν, να αλλάξουν μορφή. Οπως και οι ιδέες. Το σκηνικό της παράστασης του Παντελή Φλατσούση είναι γνώριμο από το ανέβασμα στη Φρυνίχου, όμως εδώ αλλάζει “θερμοκρασία”. Το κοινό είναι αποκλειστικά νεανικό, η λίγο μεγαλύτερη οθόνη επιβάλλει άλλους όρους θέασης, ο ήχος γίνεται πιο καθηλωτικός, και ολόκληρο το θέατρο λειτουργεί σαν μια παλιά σκηνική μηχανή που διατηρεί τη μνήμη της μέσα από τη σύγχρονη χρήση της.

«24 hours in a world that doesn't belong to us» στο Theaterhaus Jena Candy Welz

“24 ώρες σε έναν κόσμο που δεν μας ανήκει” στην Ιένα

Τα φώτα σβήνουν και στη σκηνή τρεις γυναίκες γίνονται ερευνήτριες / ντοκιμαντερίστριες ενός κόσμου πλημμυρισμένου από εικόνες και συστημική βία. Η αρχική ιδέα μοιάζει απλή: θέλουν να κάνουν remake του «Μίσους» του Κασοβίτς, της ταινίας που σημάδεψε τη δεκαετία του ’90 με την ωμή αποτύπωση της ζωής στα παρισινά προάστια. Πολύ γρήγορα, όμως, το remake μετατοπίζεται σε έρευνα. Η παράσταση οργανώνεται σαν αλληλογραφία προς τον Mathieu, σαν ένας διάλογος με το “La Haine” που δεν μένει στην αναπαραγωγή του, παρά το χρησιμοποιεί ως αφετηρία για να εξετάσει τι σημαίνει βία σήμερα και τι σημαίνει να την κοιτάς μέσα από εικόνες.

Η κάμερα στη θέση του όπλου στρέφεται προς την αίθουσα. Το βλέμμα γίνεται κοινό σημείο. Από εκεί το ερώτημα βαραίνει: η βία είναι πράξη ή συνθήκη που υπάρχει γύρω μας και ενεργοποιείται; Η παράσταση κρατά αυτή τη γραμμή και τη διευρύνει, ενώ αφηγείται σκληρές ιστορίες σε βίντεο. Η βία λειτουργεί ως εμπεδωμένο περιβάλλον, περνά στις γλώσσες, στα σώματα, στις κοινωνικές ιεραρχίες και στις εικόνες που συγκροτούν την καθημερινή εμπειρία.

Στο φουαγιέ του Theaterhaus Jena πριν από την πρεμιέρα Candy Welz

Κάπου εκεί, η σκηνή μεταφέρει το βλέμμα στην Ελλάδα. Στην αίθουσα επικρατεί απόλυτη σιωπή, καθώς οι Γερμανοί θεατές παρακολουθούν την αναπαράσταση μιας γνωστής υπόθεσης αστυνομικής βίας στο Πέραμα. Ο τόνος αλλάζει, γίνεται ψυχρός, σχεδόν καταγραφικός. Οι λεπτομέρειες της καταδίωξης, οι εντολές, οι πυροβολισμοί, η φράση «θα ρίξουν τουλάχιστον 36 σφαίρες» πέφτουν μέσα στην αίθουσα σαν μέταλλο. Η συνέχεια αφορά κι άλλες γεωγραφίες, άλλες ιστορίες, άλλες μορφές κρατικής και κοινωνικής βίας. Η Ελλάδα, η Τεχεράνη, η Γερμανία, η Νότια Αφρική παύουν να είναι μακρινές και ασύνδετες περιπτώσεις. Γίνονται κόμβοι του ίδιου χάρτη. Στο τέλος, οι ηθοποιοί κατεβαίνουν από τη σκηνή και κινούνται ανάμεσα στο κοινό. Η απόσταση καταργείται και ο χώρος γίνεται κοινός. Τα ζητήματα αυτά μας αφορούν όλους.

Παντελής Φλατσούσης: “Να φτιάξουμε μια νέα αφήγηση μέσα από την πραγματικότητα”

Τα τελευταία χρόνια, ο Παντελής Φλατσούσης έχει διαμορφώσει μια συνεπή σκηνοθετική πορεία που συνομιλεί με το θέατρο της τεκμηρίωσης (documentary theater). Με αφετηρία τις σπουδές σκηνοθεσίας και μια διαρκή ενασχόληση με τη σχέση τέχνης και πολιτικής, αντιμετωπίζει τη σκηνή ως χώρο όπου η πραγματικότητα ανασυντίθεται και τίθεται υπό διαπραγμάτευση. Κατά τη διάρκεια των προβών στην Ιένα, η συζήτηση μαζί του μας έδωσε ένα ακόμα επίπεδο κατανόησης της παράστασης.

Ο Παντελής Φλατσούσης στην κεντρική σκηνή του Theaterhaus Jena: «Πρόκειται για ένα πρωτότυπο κείμενο που αφορμάται από το Μίσος και κινείται αναστοχαστικά σε δύο πυλώνες: τη βία στις σύγχρονες κοινωνίες και το ζήτημα των εικόνων» Candy Welz

Ο ίδιος μιλά για μια μακρά διαδικασία έρευνας, δραματουργικής οικοδόμησης και ανάπτυξης ενός νέου κειμένου που ξεκινά από το «Μίσος» και ανοίγεται προς δύο βασικούς πυλώνες: «τη βία στις κοινωνίες σήμερα και το ζήτημα των εικόνων». Η παράσταση, όπως εξηγεί, πατά πάνω σε ντοκουμέντα και τα μετασχηματίζει μέσα από τα βίντεο, τη μουσική, τη σκηνική επεξεργασία και τη φόρμα. «Προσπαθούμε να το πάμε ένα βήμα παραπάνω, να μη μείνουμε στην πραγματικότητα, αλλά να φτιάξουμε μια αφήγηση μέσα από την πραγματικότητα», λέει. Σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται και το πιο ουσιαστικό κέρδος της δουλειάς του: δεν πρόκειται για παράθεση μαρτυριών ούτε για εικονογράφηση μιας πολιτικής θέσης. Πρόκειται για μια επίμονη προσπάθεια να βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο το προσωπικό και το συλλογικό συνυπάρχουν πάνω στη σκηνή.

Η παράσταση έχει μια υφή πολυπολιτισμική και πολυγλωσσική από τον πυρήνα της (ακούγονται ελληνικά, γερμανικά, φαρσί, αγγλικά, γαλλικά, ρουμανικά και σεσότο). Η έρευνα της ελληνικής ομάδας – με τη συνεργασία της Παναγιώτας Κωνσταντινάτου στη δραματουργία- κορυφώθηκε τον περασμένο Νοέμβριο, όταν οι συντελεστές βρέθηκαν στην Ιένα για γυρίσματα, αφιερώνοντας πολλές ώρες στις παρυφές της πόλης, στη Lobeda, μια περιοχή εργατικών κατοικιών. Εκεί κινηματογράφησαν μαζί με την Thato Kämmerer από τη Νότια Αφρική και την Ioana Nitulescu από τη Ρουμανία, μέλη του ανσάμπλ της Ιένα. Ο Φλατσούσης μάς μιλά και για ένα ακόμη βήμα στη δική του διαδρομή, για την ανάγκη να γράφει ο ίδιος τα έργα που σκηνοθετεί, να δουλεύει πάνω σε ένα δικό του κείμενο. Τον ενδιαφέρει, όπως λέει, η ζώνη ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία, η χρήση βίντεο, η σχέση θεάτρου και κινηματογράφου, η τεχνολογία, ο λόγος ως δράση. Σε αυτή τη δουλειά όλα αυτά μοιάζουν να κλείνουν έναν κύκλο και ταυτόχρονα να ανοίγουν έναν επόμενο.

Ο Daniele Szeredy και ο Παντελής Φλατσούσης συνομιλούν στην κεντρική σκηνή του Theaterhaus Jena Candy Welz

Οι ήρωες μοιάζουν “σαν να φορούν την πατριαρχία πάνω τους”

Η σκέψη του σκηνοθέτη συναντά την εμπειρία των ηθοποιών. Μιλώντας με τις τρεις νεαρές ηθοποιούς λίγο πριν την πρόβα, σε ένα από τα δαιδαλώδη δωμάτια του Theaterhaus, συζητάμε τη λεπτή γραμμή πάνω στην οποία κινούνται: είναι πρόσωπα της παράστασης και ταυτόχρονα φέρνουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτήν. Κάθε μία καταθέτει πολύ προσωπικό υλικό που ενσωματώνεται στη σκηνή. Η Λίζα Μικροπούλου περιγράφει την εμπλοκή της σε αφηγήσεις που δεν της ανήκουν, αλλά την αγγίζουν βαθιά. Τα δικά της βίντεο προέρχονται από την παιδική της ηλικία, όταν μεταμφιεζόταν και έδινε μικρές ιδιωτικές παραστάσεις χορού. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, όπως λέει, γίνεται σαφές «πόσο βαθιά φυτρώνουν μέσα οι εικόνες που βλέπουμε από πολύ μικρά παιδιά», πώς επιστρέφουν και αναπαράγονται πριν ακόμη προλάβουμε να τις φιλτράρουμε.

Η Κατερίνα Συναπίδου περιγράφει μια διαφορετική διαδρομή. Στην παράσταση βλέπουμε παλιά βίντεο από Πρωτομαγιές δίπλα στον Έβρο, όπου μεγάλωσε, σε έναν τόπο που συνδέθηκε για εκείνη με την παιδική ανεμελιά. Σήμερα, όπως μας λέει, ο ίδιος τόπος φέρει άλλο φορτίο. Το τείχος, τα περάσματα, οι οικογένειες μεταναστών, οι επαναπροωθήσεις μεταβάλλουν ριζικά την εικόνα του.

Από τις πρόβες του "24 ώρες σε έναν κόσμο που δεν μας ανήκει" στο Theaterhaus Jena NEWS 24/7

Η Ιρανή ηθοποιός Saba Hosseini που ζει και εργάζεται στη Γερμανία και είναι μελος του ανσάμπλ του Theaterhaus, εισάγει στην παράσταση ένα από τα πιο φορτισμένα προσωπικά αρχεία: βίντεο από διαδηλώσεις στην Τεχεράνη, τραβηγμένα από τον πατέρα της όταν εκείνη ήταν παιδί. Για χρόνια έμειναν κρυμμένα. Μετά την υπόθεση της Μαχσά Αμινί και τις διαδηλώσεις του 2022 λειτουργούν ως τεκμήρια, που μπορούν μάλιστα να στραφούν απέναντι σε όσους τα έχουν στην κατοχή τους, με συνέπειες όπως φυλάκιση ή και θάνατος. Η ίδια μιλά για τη βία του καθεστώτος και για το πώς η εικόνα μετατρέπεται ταυτόχρονα σε μαρτυρία και απειλή.

«24 ώρες σ' έναν κόσμο που δεν μας ανήκει»
«24 ώρες σ' έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» Alex Kat

Στην προετοιμασία για την παράσταση, οι τρεις ηθοποιοί ξανα-είδαν μαζί το “La Haine” για να χτίσουν μια κοινή εμπειρία. Μέσα από τη γυναικεία ματιά σε μια “ανδρική” ταινία, τα νοήματα μετακινούνται. Η Saba στέκεται στη βία που διατρέχει την καθημερινότητα των ηρώων, σε κάτι τόσο διάχυτο ώστε οι ίδιοι σχεδόν παύουν να το συνειδητοποιούν. Η Κατερίνα συμπυκνώνει αυτή την οπτική σε μια φράση που μένει: οι ήρωες μοιάζουν «σαν να φορούν την πατριαρχία πάνω τους». Και κάπου εκεί το ερώτημα επιστρέφει πιο απαισιόδοξα και πιο άβολα: πού τελειώνει η βία όταν ενσωματώνεται τόσο ύπουλα σε σώματα, γλώσσες και συμπεριφορές; Η Λίνα μετά από κάθε παράσταση επιστρέφει στην ίδια σκέψη. Αναρωτιέται πώς συμβάλλει και η ίδια, έστω ανεπαίσθητα, σε αυτόν τον κύκλο και πώς μπορεί να σταματήσει. Με την ίδια επιμονή εύχεται ότι και ο θεατής θα βγει από την αίθουσα με το ίδιο ερώτημα για τη δική του καθημερινή ζωή.

Γιατί στην Ιένα;

Η θέα της Ιένα από τον πύργο JenTower
Η θέα της Ιένα από τον πύργο JenTower NEWS 24/7

Όταν βγαίνουμε από την αίθουσα, μιλάμε με τρεις Γερμανούς φοιτητές, τον Πάουελ, τον Φέλιξ και τον Άλεξ. Η πρώτη τους αντίδραση έχει αμηχανία, από αυτές που δείχνουν ότι κάτι δούλεψε βαθύτερα από το επίπεδο της εύκολης αξιολόγησης. Μας λένε ότι η ελληνική παράσταση τους άγγιξε έντονα, ότι η ιδέα της αφήγησης μέσα σε 24 ώρες κράτησε τελικά την παράσταση ενιαία, ακόμη και στα σημεία που δεν ήταν απολύτως σαφή. Κάποιοι δεν είχαν δει το La Haine και έφυγαν με την ανάγκη να το αναζητήσουν. Στάθηκαν επίσης στον τρόπο με τον οποίο η παράσταση φέρνει σε επαφή διαφορετικούς τόπους και εμπειρίες, από ευρωπαϊκές πόλεις έως τη Νότια Αφρική, και τους εντάσσει στον ίδιο χάρτη βίας και κοινωνικού αποκλεισμού. Μίλησαν ακόμη για τη μεταμόρφωση περιοχών που κάποτε θεωρούνταν σύγχρονες και επιθυμητές και σήμερα έχουν γίνει τοπία με αρνητική σημασία – κάτι που στη γερμανική εμπειρία, ιδίως στην πρώην Ανατολική Γερμανία, αποκτά ειδικό βάρος.

"Ενημερώσεις" στα πέριξ του Theaterhaus Jena
"Ενημερώσεις" στα πέριξ του Theaterhaus Jena NEWS 24/7

Αυτή ακριβώς η τοπική εμπειρία φωτίζει και το γιατί η Ιένα είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλός σταθμός φιλοξενίας της παράστασης. Το Theaterhaus Jena έχει τη δική του ιστορία, τη δική του πολιτική και αισθητική ταυτότητα. Από τη δεκαετία του ’90 κουβαλά ως σύμβολο/λογότυπο τον “θυμωμένο θεατρικό άγγελο” του γραφίστα Henning Wagenbreth. Ένα λογότυπο που μοιάζει να συνοψίζει τη στάση του: παρατήρηση, ένταση, κριτική εγρήγορση… που πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία.

Ο Markus Heinzelmann, ένας από τους managing directors του θεάτρου, περιγράφει έναν οργανισμό που λειτουργεί έξω από τα συνηθισμένα μοντέλα διαχείρισης. Εδώ δεν υπάρχει ένας καλλιτεχνικός διευθυντής, αλλά συλλογική δομή και μοιρασμένη ευθύνη. Το θέατρο, όπως λέει, χρηματοδοτείται ακριβώς για να παραμένει πειραματικό, τόσο στην τέχνη όσο και στην ίδια του τη συγκρότηση.

Το λογότυπο του Theaterhaus Jena - O "θυμωμένος θεατρικός άγγελος" του γραφίστα Henning Wagenbreth NEWS 24/7

Theaterhaus Jena / Από αριστ. επάνω, ο μηχανισμός περιστροφής της σκηνής εκτεθειμένος στο φουαγιέ, η κεντρική σκηνή, ένα πιάνο μπροστά από τις σωληνώσεις στο φουαγιέ, μια επιτοίχια ανασκόπηση των παραστάσεων 1991-2025 NEWS 24/7

Οι απαρχές του φτάνουν ήδη στο 1872, όταν ανεγέρθηκε το πρώτο μόνιμο θέατρο της Ιένας στον κήπο του παλιού πανδοχείου «Χρυσός Άγγελος». Στις αρχές του 20ού αιώνα, η πόλη θα βρεθεί στο ενδιαφέρον του Walter Gropius, ο οποίος σχεδίασε ένα νέο θέατρο που δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Η ιστορία του κτιρίου είναι δεμένη με τις ρωγμές της ίδιας της γερμανικής ιστορίας. Στην εποχή της Ανατολικής Γερμανίας λειτουργούσε ως δημοτικό θέατρο με αίθουσα περίπου 800 θέσεων. Στη δεκαετία του ’80 το κτίριο άρχισε να καταρρέει και οι τοπικοί πολιτικοί αποφάσισαν την κατεδάφιση της παλιάς αίθουσας, ελπίζοντας σε νέα χρηματοδότηση που δεν ήρθε ποτέ. Μετά την επανένωση, ο χώρος έμεινε για χρόνια σχεδόν ερειπωμένος. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 εμφανίστηκε μια ομάδα νέων καλλιτεχνών από τη σχολή Ernst Busch του Βερολίνου και άρχισε να δουλεύει εκεί μέσα στα ερείπια, σχεδόν σαν άτυπη κατάληψη. Το προσωρινό έγινε σταδιακά σταθερό και έτσι συγκροτήθηκε το Theaterhaus όπως υπάρχει σήμερα.

To Theaterhaus Jena. Το καλοκαίρι το... βέλος ανοίγει και το θέατρο "συνομιλεί" ελεύθερα με τον προαύλιο χώρο.

Πλέον λειτουργεί ως μη κερδοσκοπική εταιρεία, χρηματοδοτούμενη κυρίως από την πόλη της Ιένας και το κρατίδιο της Θουριγγίας, με την ιδιοκτησία και την ευθύνη να παραμένουν στα χέρια των ίδιων των ανθρώπων του, που ψηφίζουν σε συνελεύσεις για όλα. Το στοιχείο της ανανέωσης είναι κεντρικό στην ταυτότητά του: νέες ομάδες έρχονται, δουλεύουν, μένουν για περιορισμένο διάστημα, φέρνοντας φρέσκιες ιδέες και συνεχή μετατόπιση. Το ίδιο το κτίριο, με τις πολλαπλές σκηνές και τη δυνατότητα αλλαγής της διάταξης (το καλοκαίρι “πέφτει” η πρόσοψη και γίνεται ανοικτό) και της σχέσης με το κοινό, υπηρετεί αυτή τη λογική της ανοιχτής μορφής.

Η Ιένα, με περίπου 110.000 κατοίκους και έντονη φοιτητική παρουσία, έχει μια καθημερινότητα πιο νεανική και πιο φιλελεύθερη από πολλές άλλες πόλεις της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Την ίδια στιγμή, η Θουριγγία είναι μια περιοχή όπου η άνοδος της ακροδεξιάς καταγράφεται με όλο και μεγαλύτερη ένταση. Η αντίφαση αυτή είναι παρούσα παντού, και το Theaterhaus μοιάζει να λειτουργεί μέσα της σαν αντίβαρο, σαν ένας χώρος που επιμένει στην πειραματική καλλιτεχνική πράξη, στην ανεξαρτησία, στην τριβή με την πραγματικότητα. Ο Heinzelmann σκιαγραφεί έτσι και το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι δύο παραστάσεις αυτής της συνεργασίας μοιάζουν απολύτως οργανικές για την Ιένα.

Daniele Szeredy: Ζούμε με ένα αίσθημα “πολεμικής ψυχολογίας”

Το «Hass / Μίσος / Ură» του Daniele Szeredy, το άλλο σκέλος της ίδιας συνεργασίας, ανοίγει τον ίδιο πυρήνα ανησυχίας από τη γερμανική πλευρά. Ο Daniele Szeredy, ένας από τους καλλιτεχνικούς διευθυντές και σκηνοθέτης της παράστασης, εξηγεί ότι το πρότζεκτ στηρίχθηκε από την Kulturstiftung des Bundes έναν από τους βασικούς ομοσπονδιακούς φορείς χρηματοδότησης σύγχρονων καλλιτεχνικών παραγωγών στη Γερμανία, που ενισχύει διεθνείς συνεργασίες και έργα με σαφή κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό και αναπτύχθηκε μέσα από μεγάλη διαδικασία γραφής και πανεπιστημιακής έρευνας γύρω από την πολιτική κατάσταση του σήμερα.

Hass / Μίσος / Ură -Theaterhaus Jena Candy Welz

Ο Daniele μιλώντας για τη σύγχρονη κατάσταση στη Γερμανία περιγράφει ένα ανήσυχο αίσθημα «πολεμικής ψυχολογίας» που έρχεται όλο και πιο κοντά. Η κοινωνική ισορροπία βάλλεται, τα ζητήματα του ανήκειν οξύνονται και η άκρα δεξιά ελκύει όλο και νεότερους ανθρώπους. Στην παράσταση, που θα δούμε τον Μάιο στην Αθήνα, μπαίνουν ζητήματα όπως η νεοναζιστική και εθνικιστική προπαγάνδα, τα δίκτυα της ακροδεξιάς, η σχέση αστυνομίας και ναζισμού, καθώς και η συζήτηση γύρω από τη στρατιωτική θητεία στη Γερμανία και τη διακριτική προετοιμασία για μια πιθανή επαναφορά της.

Το έργο ακολουθεί συναισθηματικά τη δραματουργία του “La Haine”, προσαρμοσμένη όμως στην τοπική ιστορία της Ανατολικής Γερμανίας, μέσα από τρεις φίλους που μιλούν τη γλώσσα τους γερμανικά, ρουμανικά και ελληνικά (τον ρόλο παίζει η ηθοποιός Άννα-Μαρία Παπαϊωάννου), με εκρηκτική hip hop μουσική επί σκηνής και μια έκπληξη στο τέλος – που πιθανώς ακολουθεί τα βήματα του συγκλονιστικού φινάλε του Κασοβίτς.

Ο κόσμος τελικά σας/μας ανήκει;

Όλα αυτά κάνουν την Ιένα να μοιάζει με ιδανικό σημείο συνάντησης αυτών των δύο παραστάσεων. Το “La Haine” εκ του αποτελέσματος λειτούργησε ιδανικά σαν ζωντανό εργαλείο σκέψης. Και τα ερωτήματα παραμένουν: Ποιος κοιτάζει ποιον, ποιος ορίζει ποιον, ποιος κρατά το όπλο, ποιος κατασκευάζει την εικόνα, ποιος μένει μέσα σε αυτόν τον κόσμο και ποιος εκτοπίζεται βίαια από αυτόν;

Σε ποιον ανήκει τελικά ο κόσμος; Η απάντηση δεν δίνεται στη σκηνή. Μεταφέρεται έξω, στους δρόμους, στις κοινωνίες που αλλάζουν, στις ισορροπίες που δοκιμάζονται. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό που συμβαίνει εδώ: το θέατρο δεν κλείνει έναν κύκλο. Τον ανοίγει.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα