ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΑΝΤΕΣ: ΘΕΛΩ Η ΦΟΥΣΤΑ ΜΕ ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΝΑ ΔΗΛΩΝΕΙ “ΣΚΕΦΤΕΙΤΕ ΛΙΓΟ OUT OF THE BOX”
“Δημοκρατία του Αχ”, ωδεία και καψούρα. Μια μεγάλη συζήτηση με τον νέο τραγουδοποιό.
Αυτόν τον καιρό είναι στο στούντιο και ηχογραφεί το δεύτερο άλμπουμ του, κάνοντας ταυτόχρονα κάτι που έρχεται από πολύ παλιά, κάτι που, όπως λέει και ο ίδιος, “το έκαναν οι τσιτσάνηδες στο Χάραμα”. Έπαιζαν τα τραγούδια τους ζωντανά για καιρό προτού τα ηχογραφήσουν.
Έτσι κι αυτός, εδώ και έναν χρόνο περίπου κάνει συναυλίες-παραστάσεις υπό τον τίτλο “Η Δημοκρατία του Αχ”, προωθώντας ένα άλμπουμ που ακόμα φτιάχνεται.
“Ίσα ίσα εγώ το βλέπω και σαν καλό να έχουν αρχίσει να διαχέονται τα τραγούδια στον κόσμο, ώστε όταν βγει το γέννημα το δισκογραφικό, να είναι ήδη πιο οικεία σε όποιον τα έχει ακούσει λάιβ”.
Το βράδυ, λοιπόν, πριν τη συνάντησή μας, το πέρασε παίζοντας το τελευταίο τέτοιου είδους λάιβ στον Σταυρό του Νότου, και παρόλα αυτά, κάπως κατάφερε να μοιάζει πιο ξεκούραστος από μένα. Ίσως να φταίει και η ηλικία. Εκείνος είναι 29, εγώ ας μην το συζητήσουμε.
Κι έτσι ορεξάτος όπως ήταν, και με τη Μουριά στα Εξάρχεια πάντα ζεστή και φιλόξενη να μας ανέχεται, κάναμε μια μεγάλη συζήτηση, μπαινοβγαίνοντας σε θέματα που άλλοτε αφορούσαν τη μουσική του και άλλοτε τη ζωή του. Από το πρώτο του άλμπουμ και τις ενδιαφέρουσες μουσικές παρέες του μέχρι τη Λούτσα, το μπουζούκι και τις -πολλές- ιστορίες που κρύβονται πίσω από τους στίχους του.
Έχεις βγάλει ένα φοβερό σινγκλ τον “Κόκορα” αλλά θέλω να σε ρωτήσω τι μουσική είναι, γιατί είδα το δελτίο τύπου που το συνοδεύει, αλλά το “ρυθμικό, beat – τσιφτετέλι, με balkan και neo-oriental στοιχεία” δεν με κάλυψε. Δεν νιώθω ότι αντιπροσωπεύει το τραγούδι.
Ωραία. Θέλω τη βοήθειά σου σε αυτό. Αφού γράφεις και κείμενα, για άκουσέ το και πες μας τι είναι τέλος πάντων.
Πάντως μπορώ να σου πω κάποιες αναφορές που έχει. Σίγουρα στη σύλληψη αυτού του επαναληπτικού ρυθμού φταίνε και τα ακούσματα της δημοτικής μουσικής που έχω, τα οποία έχουν αυτές τις επαναλήψεις και τα δίστιχα, που έχουν μόνο συνειρμική σύνδεση μεταξύ τους. Δεν αφηγούνται δηλαδή μια ενιαία ιστορία.
Και υπάρχει και ένα τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, που με ενέπνευσε. Είναι το “Τον χειμώνα ετούτο”, που έχει μια τέτοια δομή, δηλαδή έχει επαναλαμβανόμενους στίχους που δεν συνδέονται απόλυτα με μια μικρή εξέλιξη αρμονικά. Δηλαδή μια στροφή λέει δεν είμαι πασόκα” και η άλλη λέει “του Θεού η χάρη μας φυλάει απ’ τα σουξέ”.
Έχουν μια ποιητική συνειρμική σύνδεση, παρά καθαρά νοηματική.
Νομίζω όμως ότι εσύ εδώ έχεις μια μεγαλύτερη νοηματική σύνδεση από το τραγούδι του Σαββόπουλου.
Ε, δεν είναι τόσο συνειρμικό αλλά και πάλι διανύει μια τεράστια απόσταση. Δηλαδή ξεκινάει από κάτι καψούρικο και καταλήγει σε κάτι πιο υπαρξιακό, στο “σε δέκα χρόνια δεν θα με πειράζει τίποτα, κάτι θα λείπει απ’ το κεφάλι του Οιδίποδα”.
Εδώ εννοείς τα μάτια;
Ε, ναι. Είναι αναφορά στην τραγωδία. Και κάπως έχει να κάνει και με την αναζήτηση της ταυτότητας. Πολλές φορές ξεκινάς νομίζοντας ότι αυτό που σου συμβαίνει τώρα είναι τα πάντα, αλλά στην πορεία καταλαβαίνεις ότι κάτω από αυτά υπάρχουν και άλλα επίπεδα. Αυτό πχ συμβαίνει στον έρωτα.
Οπότε η ίδια η περιπέτεια της ζωής σε οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερα βάθη. Και κάποια στιγμή φτάνεις στο τέλος και ηρεμείς αλλά χάνεις με ένα τρόπο τα μάτια σου, δηλαδή την τόση εμμονή σε αυτό που συμβαίνει γύρω σου.
Και αυτό το τραγούδι πότε το έγραψες;
Έμενα στα Πετράλωνα τότε, άρα θα ήταν το 2020-2021.
Δεν μου ταίριαζε να μπει στο πρώτο άλμπουμ και ήταν και το τραγούδι που είπα στον εαυτό μου “αυτό είναι το τελευταίο που γράφω γι’ αυτό το συναίσθημα”, στο οποίο ήμουν τότε βυθισμένος, πολύ ερωτευμένος.
Έχω μια απορία γενικά για τους καλλιτέχνες. Όταν μετά από καιρό ακούς ένα τραγούδι που είχες γράψει για κάποιο άτομο που είχες ερωτευτεί, πώς σου φαίνεται; Δηλαδή το ακούς και νιώθεις άβολα; Άσχημα;
Νομίζω ότι επειδή έχει αυτή τη λειτουργία το τραγούδι να απαθανατίζει μια στιγμή, το βάζεις σε μια ωραία προθήκη, σε ένα εσωτερικό μουσείο και με έναν τρόπο σώζει και εκείνο το συναίσθημα.
Και σε βοηθάει να το δεις και με την απόσταση του χρόνου αλλά και με την εγγύτητα που έχει διατηρήσει το κομμάτι.
Βέβαια, σκεφτόμουνα προχθές για κάτι παλιά ποιηματάκια μου, ότι δεν θυμόμουν για ποιον τα είχα γράψει, οπότε συμβαίνει και αυτό.
Και αυτό είναι φοβερό γιατί είναι σαν να φεύγει όλο το γύρω γύρω και να μένει μόνο η ουσία του δημιουργήματος.
Δεν είναι και μια μικρή εκδίκηση προς αυτό το άτομο, ότι “κέρδισα και κάτι από εσένα”;
Εμείς δεν θέλουμε το κακό ούτε του εχθρού μας (σ.σ. γέλια).
Οι άλλοι το μαθαίνουν ποτέ; Ότι “αυτό το τραγούδι είχε γραφτεί για σένα”;
Θα σου απαντήσω ως “Πρόεδρος της Δημοκρατίας του Αχ”. Έλεγα στην παράσταση ότι αυτοί που δικαιώθηκαν -έτσι αναφέρονται- δεν έχουν την ανάγκη μας και να μην τους γράφετε τραγούδια ούτε μηνύματα γιατί είναι ατάραχοι. Οπότε η γραμμή της δημοκρατίας μας είναι να μην τους το δίνουμε γιατί πρέπει να διαφυλάξουμε τη συναισθηματική μας αυτονομία και ελευθερία.
Έτσι κι αλλιώς, ως δημοκρατία αντιτιθέμεθα στην άποψη ότι κάποιος μπορεί να ανταποκριθεί απέναντι στο συναίσθημά σου, αν τον πείσεις πόσο πολύ τον αγαπάς κλπ. Δεν ισχύει αυτό. Ο έρως δεν είναι ζήτημα πειθούς.
Οπότε, αν μπεις σε αυτή τη λογική ότι να σου δείξω αυτό το ποίημα για να ανταποκριθείς, όχι. Τώρα, αν θες να το κάνεις χωρίς καμία σκέψη ή απλά για να δικαιώσεις μέσα σου κι αυτό το συναίσθημα, ναι.
Χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα.
Ναι. Αυτή είναι μια πάγια άποψη της Δημοκρατίας του Αχ.
Στο πρώτο σου άλμπουμ, το “Οι παιδικές συνήθειες του πατέρα μου”, ξεκινάς με ένα τραγούδι που είχε γράψει και ηχογραφήσει ως παιδάκι ο πατέρας σου σε ένα παλιό μαγνητόφωνο. Μου άρεσε πάρα πολύ.
Και να σου πω και κάτι φοβερό σε σχέση με αυτό: ο τίτλος του δίσκου είχε έρθει στο μυαλό μου πριν βρεθεί στα χέρια μου αυτή η ηχογράφηση.
Εκείνο το καλοκαίρι, λίγο πριν βγάλουμε το άλμπουμ, μου στέλνει μια ξαδέρφη μου αυτή την ηχογράφηση και λέω “απίστευτο”.
Πάντως, οι στίχοι του δεν θυμίζουν παιδί 12 χρονών. Και γενικά θυμίζει τους στίχους που γράφονταν τότε με το “μπαλκονάκι”, η “εκκλησία” κλπ.
Αυτή τη στιγμή μένω στο σπίτι μέσα στο οποίο έχει ηχογραφηθεί αυτό το κομμάτι, στο πατρικό του πατέρα μου στον Ταύρο. Και έχω την τοπογραφία του κομματιού. Μου έχει δείξει δηλαδή ότι αυτό είναι το μπαλκόνι, αυτό είναι η εκκλησία κλπ.
Είναι ένα τρομερό story με τον Σιδερή Πρίντεζη, ο οποίος μου είχε πει “δεν ξέρεις τι είχα πάθει με αυτό το τραγούδι. Όταν το άκουσα είχα τρελαθεί, είπα ποιο b-side Καλατζή / Κουγιουμτζή/ Λοΐζου είναι αυτό; Έψαχνα, λέει, όλους μου τους δίσκους, έπαιρνα τηλέφωνα φίλους και έλεγα τους στίχους και μου λέγανε δεν υπάρχει. Έψαχνα καιρό μέχρι που πήρα το βινύλιο και είδα μέσα τη σημείωση ότι είναι του πατέρα σου”.
Οπότε, σκέψου ότι ήταν τόσο της εποχής, που ένας γνώστης όπως εκείνος δεν μπορούσε να διαλευκάνει το μυστήριο.
Συνέχισε να γράφει ο πατέρας σου από τότε;
Δεν έχει φτάσει κάποια ηχογράφηση στα χέρια μου, αλλά υπάρχει κάτι που θυμήθηκα πρόσφατα. Τα πρώτα κομμάτια που έγραφα ήταν σαν παιχνίδι μαζί του.
Θυμάμαι όταν είχα αρχίσει να πρωτοπαίζω μπουζούκι, μου έλεγε “έλα να κάνουμε κάτι” και γράφαμε μαζί. Θυμάμαι πχ ένα τραγούδι για ένα γείτονα που ψάρευε και του το παίζαμε.
Έπαιζε και μπουζούκι ο πατέρας σου;
Όχι, αλλά πολλή μουσική στο σπίτι. Η μάνα μου τραγουδάει και γενικά είναι λάτρης της μουσικής.
Θυμάμαι και κάτι άλλο. Ήταν βαθιά κρίση, ο πατέρας μου είχε μείνει άνεργος σε ηλικία των 50, πολύ δύσκολα τα πράγματα, μες στη φτώχεια κλπ, και είχαμε κάνει ένα τραγούδι, μια φαντασίωση, ότι ανοίγουμε μια τρύπα και με καλαμάκι ρουφάμε πετρέλαιο από τα Αραβικά Εμιράτα. “Θα ανοίξω μια τρύπα έξω από την Καλαμάτα, θα φτάνει λάου λάου μέχρι τα Εμιράτα”.
Οπότε ο πατέρας σου τώρα που σε βλέπει να τραγουδάς και να γράφεις δικά σου τραγούδια πρέπει να είναι πολύ χαρούμενος.
Ε, ναι. Αν και έχει αρχίσει να κινείται νομικά για να λαμβάνει και δικαιώματα για το δικό του τραγούδι.
Η δε μάνα μου πολύ παράπονο, γιατί λέει τον δίσκο τον λένε “‘Οι παιδικές συνήθειες του πατέρα μου’, τον έχεις και μέσα να τραγουδάει, ενώ εγώ σου έβαζα τα τραγούδια, εγώ σε πήγαινα σε συναυλίες κτλ”…
Εντάξει, βάλε την στον επόμενο δίσκο. Πολύ ωραίο να μεγαλώσεις σε τέτοια οικογένεια. Έχεις αδέρφια;
Έχω έναν μεγαλύτερο αδερφό που επίσης παίζει κιθάρα και ήταν το πρώτο μου ντουέτο. Παίζαμε ρεμπέτικα.
Εσύ συνθέτεις και πάνω στο μπουζούκι;
Κατά βάση, ναι. Το 95% των τραγουδιών μου είναι στο μπουζούκι, κάποια λίγα είναι σε κιθάρα και σε κανά πληκτράκι.
Τι διαφορά έχει όταν συνθέτει κανείς σε μπουζούκι;
H μαγεία του μπουζουκιού προκύπτει μέσα από τη δυσκολία του. Επίτρεψέ μου να πω ότι αυτό το “κωλοόργανο” που αγαπώ πάρα πολύ είναι δύσκολο να βγάλει κάτι ολοκληρωμένο επειδή παίζει πολύ οριζόντια. Στην κιθάρα παίζεις μια συγχορδία και λες “α, ωραίο”. Στο μπουζούκι παίζεις μια μελωδία και πρέπει να είναι πολύ μεστή, αλλιώς σου φαίνεται μια πατάτα επειδή δεν έχεις όλο το ακόρντο.
Αυτό, βέβαια, σε βοηθάει να βγάζεις πολύ πυκνές μελωδίες, να “σκάβεις” πολύ πριν σταματήσεις και να αποφεύγεις κοινότοπα πράγματα.
Γιατί ξεκίνησες με μπουζούκι; Τι σ’ αρέσει πιο πολύ σ’ αυτό;
Λοιπόν. Η αλήθεια είναι ότι είχα ξεκινήσει με βιολί, αλλά ήμουν πολύ ανυπόμονος.
Εκεί που μεγάλωσες; Στο Ωδείο της Λούτσας;
Ας το πούμε το “κονσερβατόριο” της Λούτσας (γελάμε). Όταν όμως στους δύο μήνες μου λέει ο δάσκαλος “θα χρειαστείς ένα χρόνο για να βγάλεις ήχο”, του είπα “ευχαριστώ πολύ, κύριε δάσκαλε” και το παράτησα.
Μετά έπαιζα λίγο με την κιθάρα του αδερφού μου, έτσι, κάτι σολίδια, “Smoke on the water” κτλ, και κάποια στιγμή άκουσα πολύ προσεκτικά ένα CD του Ζαμπέτα, που μπήκε στο σπίτι. Λεγόταν “Το φιλοσόφησε πολύ” -πρέπει να ήταν από κάποια εφημερίδα. Είχε το “Μάλιστα, κύριε”, το “Πού ‘σαι Θανάση”… Και κάπως μ’ άρεσε πάρα πολύ αυτό και λέω θέλω μπουζούκι.
Και το πρώτο μπουζούκι το πήρα από έναν θείο μου που δούλευε στη ΛΑΡΚΟ στη Μαλεσίνα. Τετράχορδο.
Μετά όμως έμπλεξα με την ρεμπετοσύνη της Αθήνας -παίζαμε πολλά χρόνια με τον Στέφανο Μουρούτσο σε μαγαζιά-, οπότε “ντροπή” τώρα να παίζω τετράχορδο, και το γύρισα σε τρίχορδο.
Πώς είναι στη Λούτσα τον χειμώνα;
Κοίτα, είναι πολύ μοναχικά.
Πόσο κόσμο έχει;
Δεν είναι πολύ μικρή, απλά δεν έχει κοινωνικό ιστό δηλαδή δεν έχει δημόσιους χώρους, συλλόγους, πλατείες. Είναι πολύ περιοχή ιδιωτικού χώρου -παραλίες και μαγαζιά.
Είναι ωραία όμως. Την εκτιμώ γιατί δεν προσποιείται τίποτα. Είναι ακριβώς αυτό που βλέπεις. Έχει μια αυθεντικότητα μ’ έναν τρόπο.
Εγώ όμως επειδή γυμνάσιο/λύκειο πήγα στο Καλλιτεχνικό στον Γέρακα που εκεί ήταν κόσμος από όλη την Αθήνα, πολύ γρήγορα οι συναναστροφές μου μετακινήθηκαν προς τα εδώ.
Πηγαινοερχόσουν κάθε μέρα;
Ναι, μία ώρα με το 305. Αλλά να σου πω κάτι; Οι ώρες στο λεωφορείο ήτανε πάρα πολύ ωραίες, γιατί είχα πάρα πολύ χρόνο να σκεφτώ, να παρατηρήσω.
Έγραφες;
Ναι.
Θυμάσαι κάτι που είχες γράψει;
Θυμάμαι ότι τη “Θάλασσα” άρχισα να τη γράφω με το που κατέβηκα από το λεωφορείο, γυρνώντας έτσι από μια βόλτα στην Αθήνα. Το 305 βγαίνει στη θάλασσα και έτσι όπως τη βλέπω, ξεκινάω να το τραγουδάω. Και λέω δεν θα γυρίσω σπίτι, θα κάνω όλο τον γύρο της παραλίας μέχρι τον “Ξυπόλητο”, άμα ξέρεις.
Και μέσα σε αυτό το εικοσάλεπτο/μισάωρο που είναι αυτός ο περίπατος, είχα το 60-70% του τραγουδιού.
Γράφω αρκετά έτσι. Συχνά η πρώτη ύλη προκύπτει στο περπάτημα.
Τα χώνεις όμως λίγο στη θάλασσα, δεν είσαι πολύ ευγενικός μαζί της.
Κατά βάθος, όχι, δηλαδή προβολές κάνω… Πώς το λέει ο Καβάφης στο μόνο του ποίημα, που μπαίνει κάπως η φύση; “Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ την φύσι λίγο” και παρατηρεί τη θάλασσα, την όχθη και λέει όλα ωραία και καλά και καταλήγει ότι ας προσποιηθώ ότι βλέπω αυτά και όχι ξανά τα “ινδάλματα της ηδονής”.
Εν τω μεταξύ, δεν κατάλαβα το εξώφυλλο του “Κόκορα”. Μου φάνηκε πολύ new wave, πολύ ‘80s, καμία σχέση με τον ήχο του τραγουδιού. Πώς σου ήρθε αυτό;
Τώρα τον γράφουμε τον δίσκο και είμαστε σε μια φάση πειραματισμών, χωρίς να ξέρουμε ακόμα τι θα κρατήσουμε στο τέλος. Και ένα σινγκλ το επιτρέπει αυτό.
Δεν θέλω να βάζω πολλά όρια στον εαυτό μου, εφόσον κάπως το είδα και μου άρεσε, το έκανα για να μην μου μείνει και το απωθημένο.
Το artwork σχετίζεται και με το γεγονός ότι τελικά χρησιμοποιήσαμε και περισσότερα ηλεκτρικά στοιχεία από ό, τι περιμέναμε.
Και ωραίο βιντεοκλίπ.
Το έκανε ο Ηλίας Δούλης που έδωσε ρέστα. Αυτός μου έχει κάνει τα πάντα. Το artwork του πρώτου δίσκου, τα βιντεοκλίπ, στα live έρχεται και τραβάει. Τώρα γράφω και μουσική για την ταινία του, που θα παίζω κιόλας.
Έχεις κάνει διασκευή το “Γιορόνα”, πολύ ευχάριστη ιστορία, μπράβο. Έψαξα την ιστορία και άνοιξε η καρδιά μου. (σ.σ. Μία γυναίκα-φάντασμα που κλαίει γιατί έσφαξε τα παιδιά της). Πού το έμαθες αυτό το τραγούδι;
Ήμουν στο πατρικό μου στη Λούτσα και αυτό το τραγούδι μπήκε τυχαία στο YouTube από τη φωνή της Chavela Vargas. Μου είχε σηκωθεί η τρίχα. Μετά το άκουσα από τη Μάρθα Φριντζήλα, η οποία το λέει επίσης συγκλονιστικά.
Και ήταν μια φάση τότε που είχα κάτι νταλαβέρια με την Ισπανία, με ένα αγόρι από τη Γρανάδα. Ήταν να πάω εκεί, έκανα και κάτι μαθήματα ισπανικών. Οπότε το συνδύασα κάπως έτσι το τραγούδι.
Να σε ρωτήσω κάτι για να το ξέρω για μετά που θα γράψω τη συνέντευξη; Μου είπες για ένα αγόρι από την Γρανάδα. Θες να το γράψουμε αυτό;
Δεν έχω πρόβλημα. Είναι και άποψή μου ότι αυτά τα πράγματα είναι καλύτερα να εντάσσονται σε ρέοντα λόγο, όπως θα έλεγα “μια κοπέλα”, παρά να είναι τύπου “είσαι γκέι;”. (σ.σ. γελάμε)
Ωραία. Για να σου είμαι ειλικρινής πάντως, το είχα σκεφτεί γιατί είδα ένα βίντεο που έπαιζες με φούστα αλλά είπα ΟΚ, μπορεί να είναι αποκλειστικά από καλλιτεχνική άποψη.
Και να σου πω και κάτι; Και μπράβο σου που το σκέφτηκες.
Επειδή παίζω μπουζούκι και επειδή έχω και μια λίγο συμβατική εικόνα, που δεν σε προϊδεάζει κατευθείαν για κάποιο προσανατολισμό, ό, τι και να κάνω, δεν τους πάει το μυαλό ότι μπορεί και να μην είμαι στρέιτ. Σκεφτόμαστε πάρα πολύ βάση στερεοτύπων και αυτό είναι ένα πράγμα που θέλω κάπως να παίξω μαζί του.
Ακόμα και όταν είχαμε βγάλει το “Χρυσοπράσινο γκλίτερ”, τα σχόλια που έπαιρνα ήταν του τύπου “μπράβο, για στρέιτ, πολύ στηρίζεις” ή και το ανάποδο ότι “εντάξει, αλλά τώρα τι θέλει ο στρέιτ να λέει για αυτά”.
Η πρώτη σκέψη είναι ότι αυτός σίγουρα είναι στρέιτ, αφού παίζει μπουζούκι.
Οπότε και οι γκέι υποθέτουν για εσένα ότι είσαι στρέιτ;
Ε, ναι. Καλά, με κοροϊδεύουν και οι φίλοι μου οι γκέι ότι θα σου πάρουμε το επίδομα… (γελάμε)
Οπότε και η φούστα με το μπουζούκι ήθελα να είναι μια δήλωση ότι “παιδιά, σκεφτείτε και λίγο out of the box”.
Έδωσε μια συνέντευξη ο Δημήτρης Σαμόλης που έλεγε ότι είναι πολύ προσβλητικό να λέει κανείς “έλα ρε, είσαι γκέι; Δεν σου φαίνεται”. Και λέω “έχει δίκιο, γιατί έτσι είναι σαν να λες οτι είναι κάτι κακό το να σου φαίνεται”.
Δεν μ’ αρέσει να μου το λένε ούτε εμένα. Είναι προσβλητικό για την κοινότητα. Γιατί τι πάει να πει αυτό; Ότι εσένα μάλλον μπορούμε να σε αποδεχτούμε περισσότερο επειδή δεν θίγεις το πώς πρέπει να είναι σε επίπεδο κοινωνική νόρμας ένας γκέι άντρας;
Φαντάζομαι θα υπήρχαν και πολλοί λαϊκοί καλλιτέχνες που παλαιότερα σε άλλες εποχές θα το έκρυβαν.
Μην ανοίξω το στόμα μου τώρα… Εντάξει, υπάρχουν πολλές διαδόσεις (σ.σ. γελάμε). Θα κιτρινίσουμε.
Επίσης έχει να κάνει και με τις νοηματοδοτήσεις της κάθε εποχής. Δηλαδή το τι είναι gayness αλλάζει.
Θεωρώ ότι στην εποχή των ρεμπετών ήταν αρκετά αποδεκτό το να είσαι ενεργητικός στο σεξ χωρίς να έχεις έντονα θηλυπρεπή χαρακτηριστικά. Και δεν ήσουν γκέι.
Και νομίζω, σ’ αυτό που λέγαμε και πριν, ότι κρύβει στοιχεία αυτής της νοοτροπίας το “α, δεν σου φαίνεται”.
Α, έρχεται και από τότε πιστεύεις.
Ναι, και μιας και είμαστε εδώ, να σου πω και κάτι ακόμα, ότι τον Ιούνιο θα συμμετέχω σε μια παράσταση που λέγεται “Πουστάρα”. Είναι του Βαγγέλη Λάλου, ενός σκηνοθέτη που είχε παρουσιάσει την ίδια παράσταση στη Μαδρίτη με τον τίτλο “Maricón”.
Είδε το “Χρυσοπράσινο γκλίτερ” και αυτό το πάντρεμα μπουζουκιού με σύγχρονα κουήρ αιτήματα, και μου ζήτησε να συμμετάσχω στην παράσταση, να βγαινω με το μπουζούκι.
Θα παίζεται Δευτερότριτα του Ιουνίου στο θέατρο Μαβίλη.
Πώς το δέχτηκαν οι άνθρωποι το “Χρυσοπράσινο γκλίτερ”, αυτήν τη διασκευή στο κλασικό τραγούδι του Θεοδωράκη;
Κοίτα, αυτή η κίνηση δεν ήταν πολύ βολική. Δεχτήκαμε και έντονη κριτική και σχόλια και μίσος -ακόμα και εξ αριστερών.
Βέβαια, υπήρχαν και κάποιες κριτικές πολύ ενδιαφέρουσες και ως προς αυτά περί τέχνης και ως προς το έμφυλο.
Και κάτι ωραίο που συνέβη ήταν ότι άνοιξε αυτή η συζήτηση γύρω από το να γίνεται αυτό το revisiting στην τέχνη, να επισκέπτεσαι ξανά πράγματα.
Και μπορεί και να μην βγει και καλό αποτέλεσμα. Σιγά, και τι έγινε.
Και κρίνεται αυτός που κάνει την κίνηση, όχι το ίδιο το έργο. Σιγά να μην περιμένει ο τεράστιος Μίκης Θεοδωράκης να σωθεί από μας.
Γενικά, η επανάχρηση βοηθάει τα πράγματα να συνεχίζουν να ζουν. Υπάρχει το παράδειγμα του Παρθενώνα. Όσο συνέχισε να χρησιμοποιείται είτε ως ναός χριστιανικός είτε ως τζαμί, το κτίριο έστεκε. Η βόμβα του Μοροζίνι το γκρέμισε.
Όταν κάτι σταματάει να χρησιμοποιείται, τότε πεθαίνει. Οπότε τα κομμάτια -ειδικά τα σπουδαία- δεν έχουν να φοβούνται.
Και μάζεψες όλη αυτή την παρέα πάνω σε μια ταράτσα για να γυρίσετε το βίντεο. Είστε κανονική παρέα, έτσι;
Ναι. Τα αγαπώ τα παιδιά πολύ!
Το έβλεπα το βίντεο και ζήλευα. Λέω τι ωραία να είσαι με αυτούς σε μια ταράτσα βράδυ και να τραγουδάνε.
Θα σου πω κάτι για να σου μειώσω τη ζήλια: όταν μαζευόμαστε μουσικοί, πολύ σπάνια θα παίξουμε.
Θα πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον ένα δύο άτομα που δεν παίζουν μουσική για να το κάνουμε. Η πρώτη μας σκέψη είναι ότι “έλα να κάτσουμε να τα πούμε τώρα”. Και αυτό γιατί το έχουμε πολύ στην καθημερινότητά μας.
Άμα βγάλουμε τα όργανα όμως, μετά μας αρέσει.
Θα μου πεις την ιστορία πίσω από το “Όσοι”, το τραγούδι που συμμετέχει και ο Παντελής Νικηφόρος από τους Λάμδα;
Με τον Παντελή κάνουμε και το δεύτερο άλμπουμ. Έχει την παραγωγή.
Στο “Όσοι”, παρότι μοιάζει αρκετά εσωστρεφές και σκοτεινό, τον στίχο τον έχω γράψει σε ένα πανηγύρι στην Ικαρία, δηλαδή σε μια τελείως διαφορετική συνθήκη ως ηχοτοπίο.
Οπότε αυτό πώς προέκυψε; Ήμουν τότε πολύ καψούρης…
…Πώς κι έτσι; (σ.σ. γελάμε)
Ε, αυτά τα χρόνια ήταν που είχα αρχίσει να χαλαρώνω λίγο, είχα νιώσει πιο καλά με το ποιος είμαι, οπότε, ξέρεις, είχε εκχυλίσει όλο.
Τέλος πάντων, είχα πάλι ένα νταλγκά και κλασικά δεν είχε ελπίδα. Και ήμουν σ’ αυτό το πανηγύρι, νύσταζα πάρα πολύ, και όπως καθόμουνα βλέπω εκεί παραδίπλα ένα ζευγάρι που φιλιέται κι έκανα αυτή τη σκέψη: νυστάζω, οπότε κανονικά δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ. Θα έπρεπε να κοιμάμαι. Αλλά και αυτοί οι δύο άνθρωποι που φιλιούνται δεν θα έπρεπε να είναι εδώ. Οπότε θα έπρεπε κι οι δύο να έχουμε βρει την γλύκα σε ό, τι μπορούσε ο καθένας μας εκείνο το βράδυ. Και όχι να συναντηθούμε.
Για να καταλάβεις, ο αρχικός τίτλος ήταν πιο μπρεχτικός και λεγόταν “Για την αξιοποίηση της νύχτας”.
Δίνεις και μεγάλη σημασία στον στίχο, φαίνεται ότι τον παλεύεις πολύ.
Ναι, το λατρεύω. Πρώτα έγραφα στίχους και ποιήματα, και μετά άρχισα να ασχολούμαι με το τραγούδι. Πρόσφατα έκανα και μια συνειδητοποίηση στην ψυχοθεραπεία, ότι ένα από τα παιχνίδια μου, πριν μάθω να γράφω, ήταν να παίρνω ένα στυλό και να κάνω ότι γράφω.
Και στο δημοτικό όταν με ρωτούσαν “τι θες να γίνεις;”, έλεγα “συγγραφέας”.
Το “Ο πατέρας του ερωτά μου” τι ιστορία, έχει;
Αυτό έχει λόγιες αναφορές γιατί είναι ένα σονέτο του Σαίξπηρ που περιγράφει πως καμαρώνει ένας πατέρας γερασμένος όταν κοιτάει το γιο του στην ορμή της νιότης.
Και μου άρεσε αυτό γιατί μέσα στις “Παιδικές συνήθειες του πατέρα μου”, υπάρχει και η έννοια της συνέχειας και του κύκλου.
Πρόσφατα συζητούσα με τον Σταύρο Καρτσωνάκη τον συγγραφέα και με ρωτάει “διαβάζεις Πλάτωνα; Γιατί ο στίχος ‘ο πατέρας του ερωτά μου είναι πλούσιος και φτωχός’, μοιάζει σαν να αναφέρεται σε μια ιδέα που εκφράζεται στο ‘Συμπόσιο’”.
Δεν θυμάμαι ποιος από τους συμποσιαστές λέει ότι ο Έρως είναι το παιδί του Πόρου και της Πενίας, δηλαδή του πλούτου και της φτώχειας. Είναι αυτός που έχει πάρα πολλά και ταυτόχρονα τα δίνει όλα, δεν έχει πια τίποτα και γυρίζει πάντα στο μηδέν. Και τι ήμουν εκείνη την περίοδο;
Καψούρης, τι άλλο.
Ε, ναι.
Μου αρέσει που χρησιμοποιείς τη λέξη “καψούρης”.
Μ’ αρέσει σαν έννοια. Περιέγραφε ακριβώς αυτό που βίωνα εκείνη την περίοδο. Είχα δέκατα για ενάμιση χρόνο, 37.2°C με 37.4°C σταθερά.
Ανεκπλήρωτο πάλι;
Βέβαια.
Αυτό το ανεκπλήρωτο γιατί συνέβαινε τόσο συχνά, αν επιτρέπεις;
Κοίτα. Υπάρχει ένα βασικό πρώτο εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί: o κοινός προσανατολισμός στη σεξουαλικότητα. Οπότε, ειδικά τα πρώτα χρόνια έπεφτα πολύ συχνά σ’ αυτή τη λέζα.
Επίσης εγώ άφηνα τα συναισθήματα να αναπτυχθούν με έναν σαδομαζοχιστικό τρόπο, που όμως νομίζω ότι σχετιζόταν με το πόσο με ζωοδοτούσε καλλιτεχνικά αυτό. “Κι αν είσαι επιρρεπής, σε αγάπες ατυχείς”, που λέει και το τραγούδι.
Τώρα πια όμως έχω φύγει από αυτό το mindset και αυτό πρεσβεύει και “Η Δημοκρατία του Αχ”. Εκπαιδεύεσαι, αυτορυθμίζεσαι, και κάπως μαθαίνεις να προστατεύεσαι.
Το “Σβήστε με απ’ το Facebook” είναι το πιο γνωστό σου τραγούδι;
Δεν είναι και πολύ ξεκάθαρο αυτό. Ανάλογα με το που είμαστε. Δηλαδή στα λάιβ μου είναι σίγουρα αλλά το “Σούνιο” μπορεί να έχει ακουστεί περισσότερο ή πχ τα “Μαθήματα δεοντολογίας” έχουν παιχτεί πιο πολύ από όλα στο ραδιόφωνο.
Αλήθεια; Κατ’ αρχάς χαίρομαι που σε παίζουν στο ραδιόφωνο.
Εντάξει, δεν με παίζουν παντού και πάντα. Ας πούμε το Δεύτερο Πρόγραμμα το κάνει. Και στη Θεσσαλονίκη, που είναι κάποιοι παραγωγοί που αγαπώ.
Αυτό το κομμάτι πάντως είναι στο μεταίχμιο των δύο δίσκων, γιατί το είχα γράψει σε μια φάση που κάπως είχε ολοκληρωθεί ο κύκλος των “Παιδικών συνηθειών του πατέρα μου” και μου ταίριαζε πιο πολύ στη “Δημοκρατία του Αχ”, επειδή τελείωνε με πολιτικο-αισθηματικά προτάγματα.
Αυτό είναι και το κόνσεπτ της “Δημοκρατίας του Αχ”, είναι η η αισθηματοποίηση του πολιτικού και η πολιτικοποίηση του αισθηματικού.
Αλλά αποφάσισα να το βάλω τελικά στον προηγούμενο δίσκο ως τελευταίο, για να είναι κάπως η γέφυρα για το επόμενο.
Οπότε εσύ ακόμα σκέφτεσαι κονσεπτικά για τα άλμπουμ.
Ναι, είμαι ρομαντικός. Κάνω ότι ο κόσμος ακούει άλμπουμ (σ.σ. γελάμε).
Εσύ που στα λάιβ έχεις τόση πρόζα, τόσο παιχνίδι, από πού το ‘χεις πάρει;
Μ’ αρέσει γενικά το μπλα μπλα, μ’ αρέσει και το χιούμορ. Έχω και μια εξοικείωση με την έκθεση και την ομιλία επί σκηνής, επειδή έκανα θέατρο πολλά χρόνια στο καλλιτεχνικό λύκειο.
Θέλω ένα λάιβ να έχει τρέλα, να μη βαριέσαι. Νομίζω ο εχθρός της συγκίνησης είναι η ανία.
Σίγουρα, πάντως, έχω ως αναφορές τον Πανούση και τον Μπακιρτζή.
Πρέπει να σου πω ότι το “καλλιτεχνικό σχολείο” για μένα που μεγάλωσα στη Θήβα ακούγεται κάπως ελιτίστικο. Ότι θα κάνατε διάλειμμα και αντί για μπάλα θα παίζατε φαγκότο. Εντάξει, προφανώς δεν θα ‘ταν έτσι αλλά θες να μου πεις;
Υπήρχε αυτή η σκέψη, ειδικά από το δίπλα Λύκειο τρώγαμε κανά κραξίδι, “οι καλλιτέχνες” και τέτοια.
Κοίταξε, προφανώς σ’ αυτά τα σχολεία, δημιουργείται καμιά φορά ένα πνεύμα ελιτισμού αλλά στο συγκεκριμένο δεν ήταν το κυρίαρχο, γιατί καταρχάς δεν έχει δίδακτρα, οπότε ήδη δεν είναι κοινωνικά ελίτ.
Γενικά ήταν ένα πολύ ανοιχτό σχολείο, πολύ δημοκρατικό, που είχε άτομα που σε οποιοδήποτε άλλο σχολείο θα είχαν σοβαρό πρόβλημα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη σεξουαλικότητα. Παιδιά που θα τρώγανε μπούλινγκ γιατί δεν μοιάζανε εντελώς με τα υπόλοιπα, εκεί μπορούσαν να υπάρχουν.
Στα λάιβ βάζεις τον κόσμο να ψηφίσει στο δίλημμα “Καβάφης ή Καζαντζίδης”. Τι ψηφίζει συνήθως;
Χθες ήταν η μεγάλη στιγμή της απόφασης, γιατί ήμασταν στο 2-2. Αλλά ήταν πραγματικά αδύνατον να καταλάβεις. Κάναμε και με ανάταση χειρός και με δια βοής, τίποτα.
Δεν έβγαινε άκρη.
Όχι. Οπότε αποφασίσαμε ότι θα συμψηφίσουμε αυτές τις δύο δυνάμεις -και στο λάιβ και στη ζωή μας- και θα προσπαθήσουμε να παντρέψουμε αυτό το άλογο πάθος με την λίγο αποστασιοποιημένη, σαρκαστική ενατένιση.
Μ’ αρέσει που μιλάμε κανονικά και ξαφνικά γυρνάει ο διακόπτης και μιλάς λες και εκφωνείς προεκλογικό πρόγραμμα.
(σ.σ. γελάει) Φταίει το λάιβ, γιατί εκεί ως λογική παίζω με αυτήν τη φόρμα, γι’ αυτό το κάνω κι εδώ επίτηδες.
Θυμίζει και λίγο Τσιώλη.
Τον λατρεύω. Χθες παίξαμε κι ένα τραγούδι που είναι τσιφτετέλι, αλλά μπλέκονται δυο ποιήματα του Καβάφη και θα συμπεριλαμβάνεται στο άλμπουμ που ετοιμάζουμε με τον Απόστολο Κίτσο.
Άλλος δίσκος αυτός;
Ναι. Γενικά είμαι σε μια πολύ παραγωγική περίοδο.
Λοιπόν, να στα πω όλα. Αυτή τη στιγμή κάνω το προσωπικό μου, που είναι “Η δημοκρατία του αχ”.
Παράλληλα, κάνω ένα πρότζεκτ που τρέχουμε κάνα ενάμιση χρόνο με τον Αποστόλη που προέκυψε με έναν τρόπο κατά παραγγελία, δηλαδή είχαμε γνωριστεί, είχαμε συμπαθηθεί πολύ, και μου λέει “θέλω να μου κάνεις ένα λαϊκό δίσκο”.
Τώρα το έχουμε προχωρήσει και μάλλον θα έχουμε και ένα πρώτο σινγκλ μέσα στο επόμενο διάστημα.
Και τι άλλο κάνεις;
Επίσης έχουμε ξεκινήσει μια συνεργασία με τον Ermis. Μου λέει μια μέρα “ρε συ ένας αδερφός του προπάππου μου, ο Νικηφόρος Μαλτέζος, ήταν σεναριογράφος στη Φίνος Φιλμ. Όχι πολύ σημαντικός. Τριτο-τέταρτες ταινίες είχε κάνει. Βρήκα στο συρτάρι του ένα σενάριο για μια ταινία που δεν γυρίστηκε γιατί δεν βρήκε χρηματοδότες. Έχει όμως μέσα και οδηγίες για τα τραγούδια που θα ακουστούν. Κάνουμε το soundtrack αυτής της ταινίας”;
Οπότε κάνουμε το σάουντρακ για μια παλιά ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ.
Και χθες παρουσιάσαμε για πρώτη φορά το τραγούδι της τελευταίας σκηνής, που είναι η κλασική φάση που οι πρωταγωνιστές πάνε στα μπουζούκια όλοι συμφιλιωμένοι και χορεύουν. Το ‘πε η Νεφέλη Φασούλη.
Και πήγε πολύ καλά το κομμάτι. Ενώ το παίξαμε πρώτη φορά έβερ, το ανεβάσανε πέντε έξι stories, το οποίο είναι και δείκτης
Τα stories, τα streams, όλα αυτά, τα κοιτάτε, ε;
Τα κοιτάμε σε βαθμό παθολογίας. Τι να κάνουμε; Κάθε ενασχόληση έχει και την διαστροφή της.
Και κάτι τελευταίο. Στις 10 Ιουνίου έχεις ακόμα ένα λάιβ.
Ναι, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι από κοινού με τη Sophie Lies και τον Κωστή για Φ Hill Festival στο θέατρο Δώρας Στράτου, στο λόφο του Φιλοπάππου.
Ονομάσαμε την παράσταση “Το καλοκαίρι ο κόσμος αλλάζει”, εμπνευσμένοι από τη “Γραμμή του ορίζοντος” του Βακαλόπουλου.
Δεν θα κάνουμε ένα τυπικό live -το σετ μου, το σετ σου και τέλος. Θα φτιάξουμε μία ενιαία μπάντα και θα κάνουμε μια πραγματική σύμπραξη που το πρότζεκτ του ενός θα μπαίνει στο πρότζεκτ του άλλου. Θα υπάρχει μια στοιχειώδης δόμηση, πιο σκηνοθετική, κάποιες διασκευές που θα έχουμε διαλέξει μαζί και γενικά είμαι πάρα πολύ ενθουσιασμένος με αυτό που φαίνεται να προκύπτει.