“Στο χιλιοστό”. Και τι καταλάβαμε;

Διαβάζεται σε 6'
Wolfgang Schaeuble και Jeroen Dijsselbloem
Wolfgang Schaeuble και Jeroen Dijsselbloem AP Photo Geert Vanden Wijngaert

Αυτό που κάποτε είπαμε κρίση, είναι το καθεστώς μας. Σε όλα τα επίπεδα οικονομίας και θεσμών. Αυτοί είμαστε πλέον στην κανονικότητά μας.

Παρακολουθώ με πραγματικό ενδιαφέρον το ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού στο Σκάι σχετικά με το καλοκαίρι του ’15. Το διά ταύτα της ιδιαιτέρως προσεγμένης αυτής παραγωγής είναι εκείνο ακριβώς που προκύπτει από τον ελλειπτικό τίτλο της: στο χιλιοστό γλιτώσαμε το καλοκαίρι εκείνο την εθνική καταστροφή.

Είναι δύσκολη η συζήτηση, γιατί κανείς δεν μπορεί να υπερβεί πλήρως το θυμικό και συναισθηματικό φορτίο που προκαλεί η ιδεολογική οπτική και η πολιτική στράτευση – και αυτό ισχύει εκατέρωθεν: και από την πλευρά των θεατών αλλά και του ίδιου του ντοκιμαντέρ. Ωστόσο, εκτιμώ ότι συζήτηση και μπορεί και αξίζει να γίνει. Το «Στο χιλιοστό», αναδεικνύει, πράγματι, με ενάργεια τον ερασιτεχνισμό και τον βολονταρισμό που κατεύθυνε τότε τους κυβερνητικούς χειρισμούς: παντελής άγνοια του συσχετισμού, εν γένει άγνοια και πρωτίστως άγνοια κινδύνου. Πράξεις χωρίς στοιχειώδη σχεδιασμό ορμώμενες αποκλειστικά από την ακατάβλητη πεποίθηση της ορθότητάς τους. Το να πιστεύεις όμως ότι έχεις δίκιο και γι’ αυτό να πάρεις ένα λαό στο λαιμό σου – ακόμη κι αν έχεις δίκιο – είναι, το λιγότερο, ανεύθυνο.

Όλα τούτα φαίνονται εύκολα στην ταινία – εξάλλου ο σκοπός της αυτός είναι – και καλώς φαίνονται. Το ότι δεν αναδεικνύεται ο κυνισμός των δανειστών φαντάζομαι είναι κι αυτό μέρος των επιλογών των συντελεστών της ταινίας. Αλλά, όπως είπαμε, καθείς εφ ω ετάχθη. Σε αυτό μοιάζει λίγο με το ντοκιμαντέρ του Αλ. Παπαχελά για τη 17Ν. Σε αυτό – εξίσου ενδιαφέρον -, για να δώσω ένα παράδειγμα, όλα ακούγονται για την παραμονή του Σάββα Ξηρού στον Ευαγγελισμό όπου ξετύλιξε τον μίτο της οργάνωσης πέραν του ό,τι έγινε τότε εκεί στο δωμάτιο της νοσηλείας του παραβίαζε το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ενοχλητική παράλειψη…

Σε κάθε περίπτωση, εμένα και το ένα και το άλλο ντοκιμαντέρ μου αρέσουν. Το «Στο χιλιοστό» μου θύμισε μεν την εποχή, αλλά δεν με μύησε σε αυτή, διότι έτυχε να βρίσκομαι σε θέση, από εκείνον τον καιρό, ώστε να μπορώ κάπως να διαγνώσω τους κινδύνους. Και το είχα κάνει δημοσίως, παρά το ότι στήριζα, έργω και λόγω, το εγχείρημα εκείνης της κυβέρνησης καθιστώντας τη θέση μου πιο επώδυνη και δυσάρεστη απέναντι στους μύστες της θεωρίας της «μπλόφας».

Όμως, το «Στο χιλιοστό» δεν θυμίζει μόνο αυτά, όσο κι αν αυτό ήθελε. Φέρνει κι άλλα στην επιφάνεια. Αυτό που πραγματικά με έχει κυριέψει παρακολουθώντας τη σειρά αυτή δεν είναι τόσο η απαρέσκεια απέναντι στην ηγεσία ενός πολιτικού σώματος που έτρεχε χωρίς να βλέπει και να σκέφτεται στην προσπάθεια να λύσει τα δεσμά του. Είναι το τι έμεινε στο ταλαιπωρημένο αυτό σώμα από αυτή την εμπειρία έκτοτε.

Τι έμεινε

Δεν μπορώ να ξεχάσω όλους εκείνους – Έλληνες και μη – οι οποίοι από τα πρώτα χρόνια των Μνημονίων είχαν επαγγελματικά αναλάβει το ρόλο του ηθικολόγου πάστορα που υποτίθεται είχε κληθεί να θεραπεύσει το άρρωστο ελληνικό σώμα από τις αμαρτίες και τις κακοδαιμονίες του. Το μνημονιακό μάθημα έπρεπε να είναι σκληρό διότι ο μαθητής – ο χειρότερος του ευρωπαϊκού νότου – ήταν και απείθαρχος.

Οι κήνσορες του μονόδρομου της τρόικας είναι αυτοί που για μια ολόκληρη δεκαετία βάλθηκαν να πείσουν τον κόσμο ότι «φταίει» και γι’ αυτό πρέπει να πληρώσει. Ο ελληνικός λαός έγινε έτσι το υποκείμενο ενός διττού χρέους: ηθικού και δημοσιονομικού. Η τιμωρητική ηθικολογία των μνημονίων είχε θεμέλιο τον λόγο περί μεταρρυθμίσεων. «Η κρίση ως ευκαιρία», θα το θυμάστε… Αυτές οι μεταρρυθμίσεις της λιτότητας υποσχέθηκαν μια χώρα απαλλαγμένη από τις αμαρτίες του παρελθόντος.

Φρούδα ελπίδα… Ματαιότητα. Αυτό που ακολούθησε και εξακολουθεί, ξεπερνάει το πιο φρικώδες σενάριο. Οι «μνημονιακοί αναμορφωτές» υπήρξαν, κατά διαβολική σύμπτωση οι ίδιοι που διακονούσαν μέχρι το 2010 το ασύστολο καταναλωτικό πνεύμα που εξέθεσε την Ελλάδα στο πιο επικίνδυνο σημείο του ευρωπαϊκού σκαριού στην παγκόσμια κρίση. Αυτοί ανέλαβαν την εξουσία λίγους μήνες μετά το τέλος των Μνημονίων.

Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, η χώρα μπορούσε να ξοδεύει χωρίς τον έλεγχο των δανειστών. Και ήρθε και η πανδημία αμέσως μετά και οι τελευταίοι φραγμοί που είχαν μπει από τον καιρό των Μνημονίων έπεσαν. Η Δεξιά ξεδίπλωσε για ακόμη μια φορά τις ιστορικές τις «αρετές» στο μοίρασμα: κομματοκρατία, πελατειακές σχέσεις στον ιστορικά οικείο βαθμό, διορισμοί ημετέρων παντού στο δημόσιο και όχι μόνο, διαφθορά κάθετη και οριζόντια σε ιστορικά ανοίκειο βαθμό (ευρωπαϊκό case study πλέον ο ΟΠΕΚΕΠΕ), μόχλευση δημοσίου χρήματος, μίζες παντού, δημόσιες υποδομές ρημαγμένες… Δεν έχει καν νόημα να τα απαριθμώ. Και όλα αυτά χωρίς συνέπειες. Έτσι, απλώς γίνονται και η ζωή συνεχίζεται.

Μετά από δέκα χρόνια μνημόνια, μόλις δύο χρόνια μετά τη λήξη τους… Η απόλυτη αποτυχία του μνημονιακού «μαθήματος». Κόλαφος: οι παθογένειες αντί να μαραζώνουν, γιγαντώνουν σε μια χώρα την οποία τα Μνημόνια παραλάβανε σε αγοραστική δύναμη 14η από το τέλος στην Ευρώπη των 15 και την παραδίδουν 26η στην Ευρώπη των 27. Πιθανώς εντός του έτους να μας περάσει και η Βουλγαρία και να μείνουμε τελευταίοι.

Πλέον, το μεταναστευτικό ρεύμα από την Ελλάδα μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτό μετά τη σταφιδική κρίση στα τέλη του 19ου αρχές 20ού αιώνα ή την μεγάλη φυγή την επαύριον του Εμφυλίου. Για πολλά χρόνια διάφορες αναλύσεις του ελληνικού καπιταλισμού –αριστερές και μη– υποστήριζαν μάλλον αφελώς ότι «στην Ελλάδα δεν υπάρχει αστική τάξη» και τώρα βρεθήκαμε σε έναν καταμερισμό εργασίας που δοκιμάζει το παγκοσμίως πρωτοπόρο πείραμα ενός καπιταλισμού χωρίς εργατική τάξη. Οι εργαζόμενοι – Έλληνες και ξένοι – φεύγουν μαζικά διότι οι μισθοί στην Ελλάδα της ακρίβειας δεν τους επιτρέπουν να επιβιώνουν.

Τα μνημόνια πετάξανε μαζί με τα νερά και το μωρό και η χώρα δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της μετά τη θεραπεία τους. Αυτή είναι η αλήθεια και για την κοινωνία και για τη δημοκρατία. Να μη μιλήσω για “κράτος δικαίου” διότι έχει καταντήσει σαρκασμός να το αναφέρει κανείς. Τέσσερις στους πέντε πιστεύουν ότι απλώς δεν υπάρχει.

Αυτό που κάποτε είπαμε κρίση, είναι το καθεστώς μας. Σε όλα τα επίπεδα οικονομίας και θεσμών. Αυτό που βιώνουμε δεν έχει τίποτε από “κρίση”. Αυτοί είμαστε πλέον στην κανονικότητά μας. Ακόμη και οι πιο δύσοσμες πρακτικές – αυτές που θα προσδοκούσε κανείς ότι θα μπορούσανε να είχαν στοιχειωδώς περιοριστεί, ενδημούν.

Κατόπιν αυτού δικαιούμαι να διερωτηθώ: “Στο χιλιοστό” λοιπόν. Έστω κι έτσι, ας το δεχτούμε. Όμως τι καταλάβαμε;

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα