“Νόμιζα ότι με κάλεσαν για τα χαρτιά μου και με απέλασαν”
Διαβάζεται σε 9'
Οι επιστροφές αναγνωρισμένων προσφύγων στην Ελλάδα από άλλες χώρες της ΕΕ παρουσιάζουν μεγάλη αύξηση, με τα αιτήματα να έχουν υπερτριπλασιαστεί το τελευταίο διάστημα.
- 23 Μαΐου 2026 07:18
Η Ελλάδα, ως χώρα υποδοχής, δίνει άσυλο σε άτομα, τα οποία μπορεί να αποφασίσουν να φύγουν από αυτήν και να μεταβούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν, για κάποιο λόγο, οι χώρες αυτές αποφασίσουν να επιστρέψουν αυτό το άτομο, το επιστρέφουν στη χώρα υποδοχής.
Το τελευταίο διάστημα, όμως, έχει παρατηρηθεί μία αύξηση των απελάσεων των αναγνωρισμένων προσφύγων από διάφορες χώρες της Ευρώπης πίσω στην Ελλάδα, με φόντο το νέο Σύμφωνο της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, που τίθεται σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2026.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, όπως τα δημοσιεύει η Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο (RSA), οι επιστροφές αυτές παρουσιάζουν μεγάλη αύξηση, με τα αιτήματα επανεισδοχής από χώρες όπως η Γερμανία να έχουν υπερτριπλασιαστεί το τελευταίο διάστημα.
“Οι επιστροφές γινόταν και παλαιότερα αλλά πλέον έχουν αυξηθεί πολύ”, εξηγεί στο NEWS 24/7 η υπεύθυνη επικοινωνίας της RSA, Ειρήνη Γαϊτάνου.
Φτάνοντας, όμως, στην Ελλάδα, οι άνθρωποι αυτοί δεν βρίσκουν κανέναν απολύτως μηχανισμό υποδοχής, με αποτέλεσμα να παραμένουν χωρίς έγγραφα, χωρίς πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά δικαιώματα και, στην πλειονότητά τους, να καταλήγουν στον δρόμο. “Πολλές φορές τους αφήνουν απλώς στα αεροδρόμια και αυτοί πρέπει να βρουν τον δρόμο τους μετά”, συμπληρώνει.
Αυτό το κενό προστασίας πλήττει ακόμα πιο σκληρά τις πιο ευάλωτες ομάδες, όπως οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι ασθενείς και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, που αφήνονται τελείως απροστάτευτα και έτσι, οι πρόσφυγες εγκλωβίζονται σε έναν αδιέξοδο γραφειοκρατικό λαβύρινθο.
Η RSA έχει υποστηρίξει τουλάχιστον 50 ανθρώπους με καθεστώς προστασίας στην Ελλάδα που απελάθηκαν ή επέστρεψαν στη χώρα από άλλα ευρωπαϊκά κράτη.
“Νόμιζα ότι με κάλεσαν για τα χαρτιά μου και με απέλασαν”, λέει η Nilab
Η Nilab* είναι μόνη μητέρα τεσσάρων παιδιών με αναπηρία από το Αφγανιστάν, η οποία απελάθηκε τέλη Ιανουαρίου 2026 από τη Γερμανία, παρά τα πολλά χρόνια διαμονής της εκεί και το γεγονός ότι τα παιδιά της ήταν πλήρως ενταγμένα στο σχολείο και στην καθημερινή ζωή. Η ίδια είχε αναγνωριστεί ως προσφύγισσα στην Ελλάδα και έπειτα είχε φύγει στη Γερμανία.
Μιας και τα ελληνικά έγγραφα είχαν λήξει, καμία κρατική ή στεγαστική υποστήριξη δεν ήταν διαθέσιμη για εκείνη μετά την επιστροφή της. Η οικογένεια υποστηρίζεται ανθρωπιστικά μόνο από Γερμανούς γείτονες/ισσες και φίλους/ες που αγωνίζονται για την επιστροφή τους στη Γερμανία, ενώ η RSA τους παρείχε νομική υποστήριξη.
“Κανείς δεν μου έδωσε τα δικαιώματά μου στην Ευρώπη. Τα έδωσα μόνη μου στον εαυτό μου. Για χρόνια στη Γερμανία ζούσα υπό καθεστώς «duldung» (νομικό καθεστώς ανοχής, όπου μπορείς να απελαθείς ανά πάσα στιγμή), πάντα με τον κίνδυνο απέλασης. Έπρεπε να αγωνιστώ για όλα μόνη μου: για τα έγγραφα, για το διαζύγιο, για τα παιδιά μου. Έμαθα ότι αν δεν υποστηρίξω εγώ τον εαυτό μου, κανείς δεν θα το κάνει”, λέει.
Η ίδια περιγράφει τις πρώτες στιγμές που ενημερώθηκε για την απέλασή της αλλά και για τις fast-track διαδικασίες που ακολούθησαν.
“Στη μεγαλύτερη κόρη μου δόθηκαν 15 λεπτά για να μαζέψει τα πράγματά μας”
“Όταν μας απέλασαν από τη Γερμανία, ήταν σοκ. Δεν μου έδωσαν χρόνο να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Πήγαμε σε ένα ραντεβού νομίζοντας ότι αφορούσε έγγραφα. Αλλά, αντ’ αυτού ήρθε η αστυνομία. Στη μεγαλύτερη κόρη μου δόθηκαν 15 λεπτά για να μαζέψει τα πράγματά μας. Δεκαπέντε λεπτά για να αφήσουμε πίσω τη νέα μας ζωή για ακόμη μια φορά. Τα παιδιά είχαν σχολείο, προπονήσεις ποδοσφαίρου, σχέδια για την επόμενη μέρα. Είχαμε μόλις αγοράσει τρόφιμα και γεμίσει το ψυγείο. Δεν είχα προλάβει καν να πλύνω τα πιάτα, πιστεύοντας ότι θα επέστρεφα σε λίγες ώρες και θα το έκανα τότε. Σχεδίαζα τα γενέθλιά μου με τους φίλους μου. Ξαφνικά, όλα σταμάτησαν”, λέει.
Αφού επέστρεψε στην Ελλάδα, το γερμανικό δικαστήριο έκρινε εν τέλει ότι είναι σε ευάλωτη κατάσταση και μπορεί να μείνει στη Γερμανία. “Η γυναίκα είναι ήδη στην Ελλάδα με τα παιδιά της και αναμένουμε να γυρίσει πίσω, κάτι που θέλει χρόνο“, λέει η κ. Γαϊτάνου.
Μετανάστες (Φωτογραφία αρχείου)
“Τι πρέπει να κάνω τώρα, ως άστεγη τρανς γυναίκα που στέκομαι μπροστά σας;”
Η Μαρίελλα* είναι αναγνωρισμένη τρανς πρόσφυγας από το Ιράν, η οποία απελάθηκε από τη Γερμανία στην Ελλάδα στα μέσα Απριλίου του 2025.
Η ιστορία της δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την έλλειψη προστασίας για τους ανθρώπους που επιστρέφονται στην Ελλάδα, ειδικά για όσους ανήκουν σε ομάδες όπως η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.
Όταν έφτασε στην Αθήνα χωρίς χρήματα και ζήτησε βοήθεια σε ένα αστυνομικό τμήμα, οι αρχές της έδωσαν απλώς μια στεγνή γραφειοκρατική συμβουλή να ανανεώσει τα χαρτιά της. “Ρώτησα «τι πρέπει να κάνω τώρα, ως άστεγη τρανς γυναίκα που στέκομαι μπροστά σας;». Μου είπαν απλώς να ανανεώσω την ταυτότητά μου. Τίποτα άλλο. Πήγα σε ένα άτυπο χόστελ, ένα «mosaferkhana», όπου πολλοί άνθρωποι κοιμούνται σε κοινόχρηστα δωμάτια με 10 ευρώ τη βραδιά. Εκείνο το βράδυ, τρεις ή τέσσερις άνδρες προσπάθησαν να με βιάσουν. Φώναξα και ο ιδιοκτήτης χτύπησε την πόρτα και με βοήθησε. Το πρωί έφυγα γιατί δεν ένιωθα ασφαλής. Μετά από αυτό, αναγκάστηκα να κοιμηθώ στον δρόμο”, περιγράφει.
“Για κάποιο διάστημα κοιμόμουν σε ένα πάρκο στο κέντρο της Αθήνας. Ένα βράδυ, μερικοί άνδρες μου επιτέθηκαν και προσπάθησαν να μου κλέψουν τα έγγραφα και το κινητό. Φώναξα και μια γυναίκα ήρθε τρέχοντας. Μετά από αυτό κοιμήθηκα για δύο εβδομάδες σε ένα υπόγειο τούνελ κάτω από έναν κεντρικό δρόμο, χωρίς φώτα. Ξυπνούσα με κάθε ήχο”, λέει.
Υπερτριπλαστάστηκαν τα αιτήματα επανεισδοχής το 2025 σε σχέση με το 2024
Μόνο το περασμένο έτος, η Ελλάδα έλαβε 9.179 αιτήματα επανεισδοχής αναγνωρισμένων προσφύγων από άλλα ευρωπαϊκά κράτη, αριθμό υπερτριπλάσιο σε σχέση με 2.468 αιτήματα το 2024, λέει η RSΑ, με τα περισσότερα αιτήματα να προέρχονται από τη Γερμανία.
Το 2025, η Αστυνομία εξέτασε 3.710 αιτήματα επανεισδοχής που αντιστοιχούσαν σε σύνολο 5.437 ατόμων. Πάνω από το 80% των υποθέσεων αυτών προήλθαν από δύο μόνο χώρες: την Ελβετία (2.513) και τη Γερμανία (2.192).
Το 2025 απελάθηκαν στην Ελλάδα 725 αναγνωρισμένες/οι πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων και οικογένειες με παιδιά.
Στη συντριπτική πλειοψηφία των υποθέσεων αυτών, οι άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι εξ αρχής με την αστεγία, χωρίς έγγραφα, χωρίς υλική υποστήριξη και χωρίς καμία πληροφορία σχετικά με τις διαδικασίες πρόσβασης στα δικαιώματά τους, σημειώνει η Ειρήνη Γαϊτάνου.
“Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία των ελληνικών αρχών για το 2025 αποτυπώνουν μια κατάσταση που επιδεινώνεται συνεχώς. Τα κυριότερα προβλήματα εστιάζονται στις πολύμηνες καθυστερήσεις για την έκδοση και την ανανέωση των ταυτοποιητικών εγγράφων των προσφύγων , καθώς και στο γεγονός ότι πολλοί από αυτούς επιστρέφονται έχοντας υποστεί παρακράτηση των εγγράφων τους από τις αρχές των ξένων κρατών, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζονται σε ένα απόλυτο διοικητικό κενό”, σημειώνει η ίδια.
H κ. Γαϊτάνου περιγράφει πως παλαιότερα όταν κάποιες χώρες αποφάσιζαν την επιστροφή των προσφύγων στην Ελλάδα και τα άτομα αυτά προσέφευγαν στα δικαστήρια, κρίνονταν αρκετές φορές πως οι συνθήκες στην Ελλάδα δεν είναι κατάλληλες για την απέλασή τους. Όμως, πλέον, όλο και περισσότερες υποθέσεις προχωρούν κανονικά.
Τι προβλέπει το νομοσχέδιο για την Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο
Πρόκειται για το εθνικό νομοθέτημα που κατατέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου στις 11 Μαΐου με σκοπό την εφαρμογή και ενσωμάτωση του Νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο στην ελληνική έννομη τάξη.
Το νομοσχέδιο αυτό επιφέρει ριζικές αλλαγές, καθώς καταργεί τον ελληνικό Κώδικα Ασύλου και αναμορφώνει εκ βάθρων το σύστημα παροχής διεθνούς προστασίας, με σκοπό τη συμμόρφωση της χώρας με το νέο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου (ΚΕΣΑ), το οποίο τίθεται σε εφαρμογή από τις 12 Ιουνίου 2026.
Η κριτική της RSA είναι ότι το Νέο Σύμφωνο και το εθνικό εφαρμοστικό νομοσχέδιο συνιστούν μια «ανεπίτρεπτη οπισθοδρόμηση» των εγγυήσεων προστασίας, η οποία αποδυναμώνει τα δικαιώματα των προσφύγων και παραβιάζει το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο (όπως τη Σύμβαση της Γενεύης και τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού).
Οι βασικοί άξονες της κριτικής εστιάζουν στο γεγονός πως, όπως λέει η οργάνωση, το νομοσχέδιο εισάγει την “απαγόρευση εξόδου“ από τις δομές (ΚΥΤ, ΚΕΔ) κατά τη διαδικασία ελέγχου διαλογής, βαφτίζοντάς την “περιορισμό κυκλοφορίας“. “Στην πραγματικότητα συνιστά de facto μαζική διοικητική κράτηση που επιβάλλεται συλλήβδην στους νεοαφιχθέντες λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας τους να δηλώσουν μόνιμη κατοικία”, γράφει η RSA.
Παράλληλα, η κριτική της RSA για τη διαδικασία του ελέγχου διαλογής (screening) επικεντρώνεται στο ότι το νομοσχέδιο μετατρέπει μια υποχρεωτική γραφειοκρατική διαδικασία των συνόρων σε έναν μηχανισμό αυτόματης κράτησης και νομικής αυθαιρεσίας, παραβιάζοντας ευρωπαϊκούς κανονισμούς. “Σε πολλές περιπτώσεις, ένας άνθρωπος που φθάνει στα νησιά υπάγεται σε μία χωριστή διαδικασία διαλογής που ονομάζεται διαδικασία συνόρων. Για αυτές τις περιπτώσεις, το νέο Σύμφωνο προβλέπει κανονική κράτηση, κάτιπου με νομολογίες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι παράτυπη”, λέει η οργάνωση.
Δείτε εδώ τις παρατηρήσεις της RSA
*Τα ονόματα έχουν αλλάξει για λόγους προστασίας των προσώπων.