Πώς το χρώμα στα μαλλιά δείχνει καρκίνο και αντοχή στον πόνο

Διαβάζεται σε 6'
Γυναίκα με μακριά μαλλιά
Γυναίκα με μακριά μαλλιά iStock

Έρευνες δείχνουν ότι το όριο στην αντοχή του πόνου, ο κίνδυνος μελανώματος και ορισμένες άλλες παθήσεις ενδέχεται να συνδέονται με το φυσικό χρώμα των μαλλιών μας.

Είτε πρόκειται για έντονο κόκκινο, βαθύ μαύρο ή κάποια ενδιάμεση απόχρωση, το φυσικό χρώμα των μαλλιών καθορίζεται από την ποσότητα μελανίνης που περιέχουν. Η μελανίνη, η οποία βρίσκεται επίσης στο δέρμα και στα μάτια, διακρίνεται σε δύο βασικούς τύπους.

«Η ευμελανίνη είναι η σκούρα χρωστική που ευθύνεται για τα μαύρα και καστανά μαλλιά, ενώ η φαιομελανίνη είναι η πιο ανοιχτή χρωστική που σχετίζεται με τα ξανθά και κόκκινα μαλλιά», εξηγεί ο Γιώργος Κωτσαρέλης, καθηγητής Δερματολογίας και πρόεδρος του Τμήματος Δερματολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια.

Τα μαύρα μαλλιά περιέχουν τη μεγαλύτερη ποσότητα ευμελανίνης, τα καστανά μέτρια ποσότητα και τα ξανθά πολύ λιγότερη. Τα κόκκινα μαλλιά αποτελούνται κυρίως από φαιομελανίνη.

Ανάμεσα σε αυτές τις βασικές κατηγορίες υπάρχουν αμέτρητοι συνδυασμοί αποχρώσεων, από το σταχτοξανθό μέχρι το καστανόξανθο και το κοκκινωπό καστανό. Με την πάροδο του χρόνου, σχεδόν όλα τα μαλλιά γκριζάρουν, καθώς τα κύτταρα που παράγουν τη χρωστική στους θύλακες της τρίχας σταδιακά σταματούν να λειτουργούν.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, το χρώμα των μαλλιών αποτελεί απλώς ένα αισθητικό χαρακτηριστικό, το οποίο μάλιστα μπορεί να αλλάξει εύκολα με βαφή.

Ωστόσο, επιστημονικές μελέτες έχουν συνδέσει ορισμένα χρώματα μαλλιών με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης συγκεκριμένων προβλημάτων υγείας. Αν και απαιτείται περισσότερη έρευνα και το χρώμα των μαλλιών δεν αποτελεί πρωταρχικό παράγοντα κινδύνου, οι συσχετίσεις αυτές παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Κόκκινα και ανοιχτόχρωμα μαλλιά: Αυξημένος κίνδυνος μελανώματος

«Η πιο εντυπωσιακή σχέση ανάμεσα στο χρώμα των μαλλιών και την υγεία αφορά τα κόκκινα μαλλιά», σημειώνει ο David Fisher, πρώην επικεφαλής του Τμήματος Δερματολογίας του Massachusetts General Hospital και καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Harvard.

Τα άτομα με κόκκινα μαλλιά έχουν σχεδόν πάντα πολύ ανοιχτόχρωμο δέρμα, το οποίο μαυρίζει δύσκολα και καίγεται ευκολότερα από την ηλιακή ακτινοβολία. Αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του δέρματος.

Οι κοκκινομάλληδες συνήθως φέρουν παραλλαγές του γονιδίου MC1R (Melanocortin-1 Receptor), το οποίο οδηγεί τα μελανοκύτταρα να παράγουν φαιομελανίνη. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι φορείς αυτών των γενετικών παραλλαγών διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης μελανώματος, της πιο επιθετικής μορφής καρκίνου του δέρματος.

Μάλιστα, ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν ότι ο αυξημένος κίνδυνος δεν οφείλεται αποκλειστικά στην έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία.

Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2012 στο επιστημονικό περιοδικό Nature, η ερευνητική ομάδα του Fisher διαπίστωσε, σε πειραματικά μοντέλα, ότι τα «κόκκινα» γονίδια συνδέονταν με υψηλότερο κίνδυνο μελανώματος ακόμη και χωρίς έκθεση σε UV ακτινοβολία.

Παράλληλα, ορισμένες έρευνες έχουν συνδέσει τις παραλλαγές του MC1R με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τόσο μελανώματος όσο και νόσου Πάρκινσον. Οι επιστήμονες εξετάζουν ακόμη τους βιολογικούς μηχανισμούς πίσω από αυτή τη σύνδεση, χωρίς να έχουν καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα.

Οι ξανθοί και οι κοκκινομάλληδες μπορεί να βιώνουν διαφορετικά τον πόνο

Ενδείξεις από επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με ξανθά ή κόκκινα μαλλιά ενδέχεται να αντιλαμβάνονται τον πόνο διαφορετικά σε σχέση με όσους έχουν πιο σκούρα μαλλιά.

Ο Fisher και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι οι παραλλαγές του γονιδίου MC1R επηρεάζουν την ισορροπία ορμονών και υποδοχέων που σχετίζονται με την αίσθηση του πόνου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό φαίνεται να συνδέεται με αυξημένη ανοχή στον πόνο.

Ωστόσο, άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι οι κοκκινομάλληδες ενδέχεται να ανταποκρίνονται λιγότερο αποτελεσματικά σε ορισμένα αναισθητικά φάρμακα.

Σύμφωνα με τη Sancy Leachman, καθηγήτρια Δερματολογίας στο Oregon Health & Science University, υπάρχουν αναφορές ότι η αναισθησία μπορεί να έχει μικρότερη διάρκεια ή αποτελεσματικότητα σε άτομα με κόκκινα μαλλιά.

Μία από τις πιο συχνά αναφερόμενες μελέτες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι φορείς της συγκεκριμένης γενετικής παραλλαγής ίσως χρειάζονται έως και 20% μεγαλύτερη δόση αναισθητικού. Επίσης, εμφανίζουν συχνότερα άγχος και φόβο για οδοντιατρικές επεμβάσεις, πιθανώς επειδή τα τοπικά αναισθητικά δεν λειτουργούν το ίδιο αποτελεσματικά.

Οι ειδικοί συνιστούν στα άτομα με κόκκινα μαλλιά να ενημερώνουν τον αναισθησιολόγο ή τον θεράποντα ιατρό τους πριν από επεμβάσεις που απαιτούν αναισθησία.

Τα σκούρα μαλλιά και μια μορφή τριχόπτωσης

Η τριχόπτωση μπορεί να εμφανιστεί με πολλές μορφές, όπως η ανδρογενετική αλωπεκία ή η αλωπεκία από έλξη λόγω σφιχτών χτενισμάτων. Περιορισμένα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η γυροειδής αλωπεκία ενδέχεται να εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με σκούρα μαλλιά.

Η γυροειδής αλωπεκία είναι αυτοάνοσο νόσημα που προκαλεί τοπική απώλεια τριχών σε κυκλικές περιοχές του τριχωτού της κεφαλής ή της γενειάδας. Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αν και συχνότερα ξεκινά στην παιδική ή νεαρή ενήλικη ζωή.

Μελέτη του 2024, βασισμένη σε στοιχεία άνω των 500.000 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο, έδειξε ότι όσοι είχαν μαύρα μαλλιά εμφάνιζαν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο γυροειδούς αλωπεκίας σε σύγκριση με όσους είχαν καστανά μαλλιά, ενώ γενικότερα οι πιο σκούρες αποχρώσεις συνδέθηκαν με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης της νόσου.

Το στρες μπορεί να επιταχύνει το γκριζάρισμα

Τα μαλλιά γκριζάρουν όταν εξαντλούνται σταδιακά τα βλαστοκύτταρα των μελανοκυττάρων στους θύλακες της τρίχας. Καθώς οι κύκλοι ανάπτυξης των μαλλιών συνεχίζονται, οι θύλακες χάνουν την ικανότητά τους να παράγουν μελανίνη, με αποτέλεσμα τα μαλλιά να γίνονται αρχικά γκρι και στη συνέχεια λευκά.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διαδικασία αυτή επιταχύνεται. Κληρονομικοί παράγοντες ή συγκεκριμένα προβλήματα υγείας μπορεί να οδηγήσουν σε πρόωρο γκριζάρισμα. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για το χρόνιο στρες.

«Τα στοιχεία δείχνουν ότι το στρες αποτελεί σημαντικό παράγοντα που επιταχύνει την απώλεια των βλαστοκυττάρων», αναφέρει ο Fisher.

Η αντίδραση του οργανισμού στο στρες ενεργοποιεί το συμπαθητικό νευρικό σύστημα και οδηγεί στην απελευθέρωση νορεπινεφρίνης στους θύλακες των τριχών. Η ουσία αυτή επηρεάζει τα βλαστοκύτταρα που παράγουν χρωστική, επιταχύνοντας τη διαδικασία του γκριζαρίσματος.

Παρότι το γκριζάρισμα θεωρείται αναπόφευκτο για τους περισσότερους ανθρώπους, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ένας υγιεινός τρόπος ζωής, ισορροπημένη διατροφή, επαρκής ύπνος και αποφυγή του καπνίσματος, μπορεί να συμβάλει στην καθυστέρηση της εμφάνισής του.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα