Από το post punk στο electro: 4 νέες κυκλοφορίες που δε μιλάνε ελληνικά, αλλά έχουν ελληνικό διαβατήριο
Διαβάζεται σε 8'
Ο Παναγιώτης Μένεγος κάθε εβδομάδα τεντώνει τα αυτιά του. Προτείνει καινούριους ή ξεχασμένους δίσκους, βλέπει μουσικά ντοκιμαντέρ, ακούει podcasts και διαβάζει μουσικά βιβλία. Και φτιάχνει μια playlist για τα δικά σας ακουστικά…
- 31 Ιουλίου 2026 11:07
Victory Collapse, Non Player Characters
(Inner Ear)
Έχει κάτι το νοσταλγικό αλλά κι ενδιαφέρον η επιστροφή της αθηναϊκής μπάντας.
Νοσταλγικό γιατί ήταν αναμφισβήτητα ένα από τα καλύτερα γκρουπ της «νέας αγγλόφωνης σκηνής» που άνθισε την επόμενη του θανάτου του MySpace, συνέπεσε με την εμφάνιση των σόσιαλ μίντια, απόλαυσε μεγαλύτερη δημοσιότητα από αυτή που αναλογούσε στην πραγματική απήχησή της και σταδιακά εξατμίστηκε, μετατρέποντας εκείνα τα χρόνια σε μια κάπως ονειρική ανάμνηση: το δισκάδικο Vinyl Microstore, το περιοδικό Velvet των Callas, ο Βαρώτσος να παίζει το “Wolf Like Me” peaktime στη ρώσικη ντίσκο (ή μήπως ήταν το “No Fun”;), οι συναυλίες στο σπίτι του Βούλγαρη, οι συλλογές με τα κομμάτια της σκηνής από το περιοδικό Sonik, οι μεταμφιέσεις των My Wet Calvin, η διευρυμένη οικογένεια του Sonic Playground και τα λοιπά, και τα λοιπά, και τα λοιπά…
Οι Victory Collapse υπήρξαν πάντα πιστοί στo post punk το ορθόδοξο. Άλλοτε ξεκινώντας από το πειθαρχημένο brutalism των Wire κι άλλοτε επιτρέποντας στους εαυτούς τους τις μαρξιστικές, σχεδόν ντίσκο, μπασογραμμές των Gang of Four. Ας βάλουμε και τους, σύγχρονους τους, Liars στο παιχνίδι των σημείων αναφοράς, μοιράστηκαν άλλωστε μαζί τους την σκηνή κάποτε, στο πρώτο τους support ever, στο AN Club. Οι Victory Collapse κυκλοφόρησαν 2 EPs και δύο άλμπουμ μεταξύ 2007-2017, ηχητικά κόμπακτ και ουσιαστικά «πολιτικά», κι έπειτα για σχεδόν μια δεκαετία δεν ακούσαμε νέα τους.
Κι εδώ έρχεται το ενδιαφέρον. Γιατί «μετά από μία μακρά άγονη περίοδο με αλλαγές στα μέλη της μπάντας, καραντίνα και επαναπροσδιορισμό των βασικών συστατικών της», οι Victory Collapse επιστρέφουν στην Inner Ear με ένα ημίωρο, απόλυτα σφιχτοδεμένο άλμπουμ 8 κομματιών που σύμφωνα με το ΔΤ που το συνοδεύει «αποτελεί μια σύνοψη και ολοκλήρωση του εν γένει ήχου τους». Κάτι που ακούγεται σαν κύκνειο άσμα και αντίο, το οποίο, σημαντικό αυτό, γίνεται με τους δικους τους όρους. «Μπάντες σαν κι εμάς είναι δύσκολο να το καταφέρουν, αλλά αυτό το ξέρουμε και δεν πειράζει καθόλου», δήλωναν την εποχή του τελευταίου τους LP κι αυτό δεν ακουγόταν ως ηττοπάθεια αλλά ως μια – ίσως ξεροκέφαλη, παρόλα αυτά έντιμη – κατάθεση πιστης στον indie ρομαντισμό. Αξιοσημείωτα πολλοί, άλλωστε, από τους συνοδοιπόρους τους στα 00s έχουν πια πειραματιστεί με τον ελληνικό στίχο που κυριάρχησε απόλυτα έκτοτε. Ως ένδειξη (ή ψευδαίσθηση) ωριμότητας, ως κατακτημένη αυτοπεποίθηση ή ακόμα και ως μια κάποια αναζήτηση «εμπορικότητας».
Οι Victory Collapse όμως εξακολουθούν αγγλόφωνα. Τραγουδάνε σωστά στ’ αγγλικά, γράφουν (αν όχι πολύπλοκα, σίγουρα) έξυπνα κομμάτια, συντονίζοντας το εγγενές νεύρο του post punk με τις αστικές νευρώσεις τους που πια ωριμάζουν. Κι έτσι μπορούν «να βρίσκουν την αγάπη πολεμώντας την κατάθλιψη κάποιου άλλου» όπως διαπιστώνουν στο “Fighting Someone Else’s Depression” ή να περιγράφουν με κοφτερή ειρωνεία στο “Industry of PhDs” το σύγχρονο φαρ ουέστ των ιδιωτικών πανεπιστημίων (ξέρετε, αυτών που ίδρυσε όπως όπως ο Πιερρακάκης και «δε θα ίδρυε αλλά ούτε θα καταργήσει» ο Τσίπρας).
Κοινό χαρακτηριστικό των δύο κομματιών, η παρουσία των πλήκτρων. Νεο στοιχείο σε σχέση με το παρελθόν τους (που εκπροσωπείται επάξια με το “Theatre of Absurd”), τους κάνει πιο μελωδικούς πιο ζεστούς, πιο ώριμους – νάτη πάλι αυτή η λέξη. Μαζί με το χαμένο κάπου στις αρχές των 80s “Near the End of Our Lives” και το σχεδόν ομώνυμο “Non Player Character” που παραπέμπει στο gaming είναι η ραχοκοκαλιά ενός δίσκου που ρέει λες και δεν έχει ούτε μια περιττή νότα. Στο εξώφυλλο, το έργο «Ανάκριση» της Βάσως Κατράκη, όπως κάθε φορά έτσι και τώρα η καλλιτεχνική πρόταση των Victory Collapse δεν αφήνει τίποτα στην τύχη.
Κι αν αυτή είναι η τελευταία πίστα, it’s been a hell of a ride…
Boys’ Shorts, What Does It Take To Make These Men Happy?
(ALL SHORTS)
Εκεί, προς τα τέλη των 00s, γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη κι ο Βαγγέλης με τον Tareq. Τον πρώτο πιθανώς τον ξέρετε γιατί έχετε βρει καταπληκτική μουσική στο LA.GA.STA., το μουσικό μπλογκ που διατηρούσε μαζί με τον Βάιο Μαχμουντέ την εποχή που τα music blogs μετρούσαν και το δικό τους δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ήταν από τα κορυφαία στον κόσμο. Από τον δεύτερο, όλο και κάποια από τις electropop δουλειές του θα έχετε ακούσει, πολλές και οι συνεργασίες του με μοντέρνες γυναικείες φωνές όπως Μαριέττα Φαφούτη, Νατάσα Μποφίλιου, Μαρινα Σάττι κ.ά.
Αρκετά χρόνια μετά, η ζωή τους έφερε στο Λονδίνο. Κι από το 2019 το πρότζεκτ Boys’ Shorts (προφανής φόρος τιμής στον Boy George που δε μας τα λέει καλά τελευταία) άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Με μια σειρά από remixes/reworks/re-edits που δεν μπορούν να κρύψουν το ποπ αισθητήριό τους (από την Alison Goldfrapp στην Kim Wilde κι από τους Bros στους Snap και τον Κώστα Τουρνά), γεμάτο πρόγραμμα με dj sets σε Αμερική κι Ευρώπη που τους πέρασε κι από την σκληρή πόρτα για να ανέβουν στα decks του Panorama, και όλο και περισσότερες παραγωγές που έκαναν τους New York Times να τους ξεχωρίσουν ανάμεσα στους “5 Artists to Watch” για το 2025.
Not bad, οι Boys’ Shorts τα έχουν καταφέρει στη μεγάλη λίγκα. Ήταν ώρα για το πρώτο άλμπουμ τους. Κυκλοφόρησε τέλη Απρίλη και είναι αυτό που περιμέναμε μετά το περσινό εξαιρετικό EP τους Athena. Μια υπερταχεία που κάνει στάσεις σe electro, italo και μοντέρνο house – όμως, το λένε και οι ίδιοι, είναι το φάντασμα των Pet Shop Boys που κάνει το άλμπουμ κάτι περισσότερο από club άσκηση, περνώντας το τεστ του home listening.
Συμμετοχές εκλεκτές: από τον Michael Cignarale στον «πάπα» του νεοϋρκέζικου underground, Justin Strauss, και τον Casey Spooner, 1/2 των εμβληματικών για το electroclash – που τόσο αγαπάνε οι δύο Boys’ Shorts- Fischerspooner. Αλλά, ναι, με κάτω τα χέρια την παράσταση κλέβει ο μονόλογος του Κωνσταντίνου Βήτα στο υπέροχο “Disco Romantico”, ένα από τα κορυφαία κομμάτια της χρονιάς…
Tendts, Ghost Boys
(Bordello a Parigi)
Επίσης από τη Θεσσαλονίκη το τρίο των Tendts, εδώ και σχεδόν 15 χρόνια φτιάχνει ηλεκτρονική μουσική με καταφανέστατο indie κριτήριο. Με τα χρόνια, γίνονται όλο και πιο προσιτοί, ξανοίγονται στο electro-disco πέλαγος για πιάσουν λιμάνι στην πίστα. Πριν λίγα χρόνια τους ρεμίξαραν οι καπετάνιοι Soulwax και τώρα βγάζουν το Ghost Boys στην ολλανδική ετικέτα με το απίστευτο όνομα Bordello a Parigi που κρατάει το italo αληθινό. Με remixes από Lauer και, ω ναι, από Boys’ Shorts είναι μια όμορφη κρουαζιέρα στο new wave των 80s με ναυτικό φυλλάδιο που γράφει 2026…
Future Draft, After Hours
(Stereofox)
Για το δίδυμο, που έρχεται επίσης από το Βορρά, έχετε έγκαιρα ενημερωθεί από το Κιουρειτορ #25 πριν λίγους μήνες. Τώρα έχουν ολοκαίνουριο EP με τρία κομμάτια (“Back For You”, “Heartless”, “AOTT”) που εμβαθύνουν στον τρόπο τους: καταγιστικά breakbeats, UK bass αισθητική, distorted φωνητικά πιτσαρισμένα στον Θεό, το ευφορικό 90s συναίσθημα που υπενθύμισαν σε όλον τον πλανήτη οι Bicep τα τελευταία χρόνια. Οι Future Draft το χτίζουν σωστά και λίγο λίγο, αναμένουμε τα επόμενα και γιατί όχι πιο ρισκαδόρικα…
Ακούστε το EP και την παρακάτω θαυμάσια playlist που μας βάζει για τα καλά στο ηχητικό σύμπαν τους…