Ζητούμενη τιμή vs τιμή συμφωνίας: Το χάσμα που δεν βλέπεις στις αγγελίες

Διαβάζεται σε 5'
Πολυκατοικίες
Συνοικία της Αττικής EUROKINISSI ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Οι αγγελίες δείχνουν μια αγορά. Οι συναλλαγές μια άλλη. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι αυτό που αξίζει να καταλαβαίνει κάποιος πριν μπει στη διαδικασία — είτε ψάχνει να νοικιάσει είτε να αγοράσει.

Ενοίκια: το τηλέφωνο που δεν χτυπάει

Στις μισθώσεις η διαπραγμάτευση υπάρχει — αλλά έχει τα όριά της. Έχουμε ξεφύγει από την εποχή που οι προτάσεις ήταν πολύ χαμηλότερες από ό,τι περίμενε ο ιδιοκτήτης, μάλιστα οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί όσο δεν υπάρχουν σπίτια προς μίσθωση. Από την εμπειρία μου στην αγορά, η διαπραγμάτευση σε ένα λογικά τιμολογημένο ακίνητο κυμαίνεται μεταξύ 5% και 10% της ζητούμενης τιμής και αυτό σημαίνει ότι για ένα ενοίκιο 800€ ο ενοικιαστής μπορεί ρεαλιστικά να κλείσει στα 730-760€ — εφόσον το ακίνητο είναι σωστά τοποθετημένο στην αγορά.

Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ο ιδιοκτήτης βάζει τιμή 30% πάνω από τα επίπεδα της αγοράς. Εκεί δεν υπάρχει διαπραγμάτευση — απλώς δεν χτυπάει το τηλέφωνο. Ο ενοικιαστής του 2026 είναι συνειδητοποιημένος και σίγουρα πιο ενημερωμένος από ό,τι ήταν πριν από 5 χρόνια. Μέσα από τις πλατφόρμες αγγελιών και τα social media έχει εικόνα των τιμών της γειτονιάς σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Η υπερτιμολόγηση τιμωρείται με κενό ακίνητο — και αυτό είναι το πιο ακριβό λάθος που μπορεί να κάνει ένας ιδιοκτήτης. Μάλιστα δεν είναι και λίγες οι φορές που όταν ο ιδιοκτήτης κατανοήσει τη λανθασμένη στρατηγική του και γίνει μια διόρθωση τιμής, πάλι να μην υπάρχει ανταπόκριση μέχρι να φτάσει στο επίπεδο της αγοράς που μπορεί να το απορροφήσει.

Ανοίγουμε ένα θέμα που δεν είναι απλό: ένα σπάνιο ακίνητο, δηλαδή με πραγματικά ιδιαίτερα και ξεχωριστά χαρακτηριστικά, αναμένεται να έχει μεγαλύτερη αξία και είναι λογικό. Ωστόσο στις μισθώσεις τα χαρακτηριστικά αυτά δεν έχουν την ίδια απήχηση. Προς αποφυγή παρεξήγησης, το σημείο του ακινήτου — γνωστό και ως Location — είναι ένα στοιχείο που επηρεάζει τα πάντα. Ωστόσο η ποιότητα κατασκευής και ανακαίνισης είναι μια άλλη ιστορία. Αναμφισβήτητα οι απαιτήσεις των μισθωτών περιλαμβάνουν από ενεργειακή αναβάθμιση και θέματα ασφαλείας μέχρι και smart home, ανάλογα φυσικά με το budget. Ωστόσο όσο ανεβαίνει η επένδυση, αυτό δεν ανταποκρίνεται και στο μίσθωμα, καθώς ο μισθωτής γνωρίζει ότι οτιδήποτε πάνω από τα στάνταρ του δεν έχει νόημα να το πληρώσει για τα επόμενα 3 χρόνια που θα κάνει χρήση. Από την άλλη είναι λογικό και ο ιδιοκτήτης που έχει επενδύσει ένα σημαντικό ποσό να αναμένει απόδοση — αλλά αυτή δεν θα έρθει στην τριετία, αλλά σε βάθος χρόνου.

Αγοραπωλησίες: η αγορά έχει μνήμη

Στο μέτωπο των αγοραπωλησιών η εικόνα είναι πιο σύνθετη και η διαφορά μεταξύ ζητούμενης και τελικής τιμής εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την ποιότητα και τη θέση του ακινήτου.

Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, στις ακριβές περιοχές — νότια και βόρεια προάστια, Κολωνάκι, Αθηναϊκή Ριβιέρα — η απόκλιση μεταξύ αγγελίας και τελικής συμφωνίας φτάνει έως το 14%. Στις πιο προσιτές περιοχές η διαφορά είναι μικρότερη, κοντά στο 9%. Αυτό που παρατηρώ καθημερινά στην αγορά συμπληρώνει αυτή την εικόνα: σε ακίνητα υψηλής ζήτησης και σωστής τιμολόγησης το περιθώριο διαπραγμάτευσης δεν ξεπερνά το 10-15% — και όσο αυξάνεται το ενδιαφέρον, τόσο συρρικνώνεται.

Επίσης όταν η ζητούμενη τιμή είναι αντικειμενικά υπερβολική, δεν είναι απίθανο — μάλλον πολύ πιθανό θα έλεγα — αν βρεθεί ενδιαφερόμενος αγοραστής, η πρόταση του να είναι υπερβολικά χαμηλή κι αυτή. Είναι αναμενόμενη μια τέτοια αντίδραση όταν υπάρχουν επιλογές και εναλλακτικές. Προφανώς δεν αναφερόμαστε στα σπάνια ακίνητα που πρακτικά έχουν ελάχιστους αγοραστές — αυτά ακολουθούν ιδιαίτερο χρονοδιάγραμμα και η τιμή συμφωνίας θα εξαρτηθεί από το πόσο αποφασισμένος είναι να πουλήσει ο ιδιοκτήτης ή πόσο θα ερωτευτεί ο ενδιαφερόμενος.

Ένα στοιχείο που αποκαλύπτει πολλά: ο μέσος χρόνος παραμονής μιας αγγελίας στην Αττική είναι 84 ημέρες. Στα νότια προάστια φτάνει τις 102 ημέρες — ακόμα και στις ακριβές περιοχές η αγορά «κάθεται» όταν η τιμή δεν είναι σωστή. Αντίθετα, τα δυτικά προάστια κλείνουν μέσα σε 66 ημέρες — πιο γρήγορα, γιατί οι τιμές είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Γιατί τελικά συμβαίνει αυτό

Η απάντηση βρίσκεται στην πληροφόρηση. Ο αγοραστής του 2026 δεν μπαίνει στη διαδικασία άοπλος. Ψάχνει, συγκρίνει, παρακολουθεί αγγελίες για μήνες, γνωρίζει τι κινείται γρήγορα και τι μένει, μιλάει με φίλους και γνωστούς για τα ακίνητα, πολλές φορές συμβουλεύεται τα social media — μεγάλο λάθος — αλλά και το AI που μπορεί να μην έχει φτάσει να βρίσκει διαμέρισμα, αλλά βοηθάει πολύ με τα στοιχεία της αγοράς. Αυτό έχει αλλάξει ριζικά τη δυναμική της διαπραγμάτευσης — τόσο στις μισθώσεις όσο και στις πωλήσεις.

Το παράδοξο της ελληνικής κτηματαγοράς παραμένει και το 2026, τη χρονιά που η τεχνολογία έχει μπει στην καθημερινότητά μας: δεν υπάρχουν επίσημοι δείκτες πραγματικών τιμών συναλλαγών. Βλέπουμε ζητούμενες τιμές, όχι τελικές. Αυτό σημαίνει ότι το χάσμα που αναλύσαμε παραπάνω είναι αόρατο για τον μέσο αγοραστή — και ορατό μόνο για όσους βρίσκονται καθημερινά μέσα στην αγορά. Οι μεσίτες από την άλλη θέλουν και μπορούν να βοηθήσουν, ωστόσο αντιμετωπίζουν αμφισβήτηση σε κάθε επιχείρημά τους που δεν μπορεί να υποστηριχθεί από επίσημα αδιάτρητα στοιχεία.

Η τιμή της αγγελίας είναι η αρχή της συζήτησης. Η τιμή της συναλλαγής είναι η αλήθεια της αγοράς.

Αστεριάδης Βασίλης, Σύμβουλος Επένδυσης σε Ακίνητα – Vasilisasteriadis.com

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα