Αλτσχάιμερ: Εγκρίθηκε το πρώτο αιματολογικό τεστ για διάγνωση της νόσου
Διαβάζεται σε 3'
Οι εξετάσεις που έχουν εγκριθεί από τον FDA δεν προορίζονται για υγιή άτομα χωρίς συμπτώματα, όμως το ενδιαφέρον για αυτές αυξάνεται διαρκώς.
- 18 Ιουνίου 2026 06:16
Για πολλά χρόνια, η διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ βασιζόταν σε νευροψυχολογικά τεστ μνήμης, επεμβατικές εξετάσεις όπως η οσφυονωτιαία παρακέντηση, καθώς και σε δαπανηρές απεικονιστικές μεθόδους του εγκεφάλου.
Σήμερα, δύο αιματολογικές εξετάσεις που έχουν εγκριθεί από τον FDA επιχειρούν να απλοποιήσουν τη διαγνωστική διαδικασία.
Οι εξετάσεις αυτές, που αναπτύχθηκαν από τις εταιρείες Fujirebio Diagnostics και Roche Holding, εντοπίζουν διαφορετικές μορφές της πρωτεΐνης ταϋ (tau), η οποία σχετίζεται με τον σχηματισμό πλακών στον εγκέφαλο και τη σταδιακή απώλεια μνήμης.
Η εξέταση της Fujirebio ανιχνεύει επιπλέον το β-αμυλοειδές, μια πρωτεΐνη που σχηματίζει χαρακτηριστικές «πλάκες» και αποτελεί βασικό βιολογικό δείκτη της νόσου, αλλά και στόχο νεότερων θεραπειών.
Παρότι οι δύο εξετάσεις διαφέρουν ως προς τη μεθοδολογία και την παρουσίαση των αποτελεσμάτων, μπορούν να βοηθήσουν στην αξιολόγηση ασθενών με πρώιμα σημάδια γνωστικής έκπτωσης.
Ωστόσο, δεν έχουν σχεδιαστεί για την εκτίμηση του κινδύνου εμφάνισης Αλτσχάιμερ σε υγιή άτομα, ενώ προς το παρόν δεν υπάρχουν εγκεκριμένες θεραπείες πρόληψης της νόσου.
Όπως σημειώνει ο δρ Hyun-Sik Yang, νευρολόγος στο Mass General Brigham και επίκουρος καθηγητής στο Harvard Medical School, η ένταξη τέτοιων εξετάσεων στον γενικό προληπτικό έλεγχο δεν είναι ακόμη ρεαλιστική. Όπως τονίζει, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο η γνώση πιθανών βιοδεικτών είναι πραγματικά χρήσιμη όταν δεν υπάρχει αντίστοιχη θεραπευτική παρέμβαση.
Αυξανόμενο ενδιαφέρον για την εξέταση της Αλτσχάιμερ και όρια της προληπτικής χρήσης
Παρά τις ιατρικές επιφυλάξεις, η ζήτηση από το κοινό αυξάνεται σταθερά. Οι γιατροί αναφέρουν όλο και περισσότερα αιτήματα από υγιή άτομα, συχνά με οικογενειακό ιστορικό άνοιας ή Αλτσχάιμερ.
Σύμφωνα με έρευνα της Alzheimer’s Association (2025), το 91% των Αμερικανών θα επιθυμούσε μια απλή εξέταση για να γνωρίζει αν πάσχει από τη νόσο.
Η τάση αυτή συνδέεται με μια γενικότερη στροφή προς την αυτοπαρακολούθηση της υγείας, μέσω φορητών συσκευών, άμεσων διαγνωστικών τεστ και εξατομικευμένων ιατρικών υπηρεσιών.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αιματολογικές εξετάσεις για Αλτσχάιμερ αποτελούν μόνο ένα κομμάτι μιας ευρύτερης αλλαγής στον τρόπο πρόσβασης των πολιτών σε ιατρική πληροφορία.
Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα απαιτούν προσεκτική ερμηνεία. Ακόμη και υγιή άτομα μπορεί να εμφανίζουν βιολογικές ενδείξεις σχετικές με τη νόσο χωρίς ποτέ να την αναπτύξουν. Ενδεικτικά, περίπου το 15% των υγιών 50άρηδων εμφανίζουν αυξημένο αμυλοειδές, ποσοστό που αυξάνεται με την ηλικία και φθάνει σχεδόν το 50% στους 85 ετών.
Παράλληλα, η επιστημονική έρευνα εξετάζει αν οι εξετάσεις αυτές μπορούν να συμβάλουν και στην πρόληψη ή την καθυστέρηση της νόσου, μέσω φαρμακευτικών παρεμβάσεων που βρίσκονται υπό μελέτη. Σε αρκετές κλινικές δοκιμές, οι αιματολογικές εξετάσεις χρησιμοποιούνται ήδη για την επιλογή συμμετεχόντων.
Την ίδια ώρα, μελετάται αν ακόμη και δείγματα αίματος από τσίμπημα στο δάχτυλο θα μπορούσαν στο μέλλον να χρησιμοποιηθούν για την ανίχνευση βιοδεικτών, κάτι που θα διευκόλυνε σημαντικά τη διαδικασία, αν και η μέθοδος δεν είναι ακόμη έτοιμη για κλινική χρήση.
Από την πλευρά τους οι νευρολόγοι υπογραμμίζουν ότι ακόμη και θετικά αποτελέσματα δεν επαρκούν για διάγνωση χωρίς περαιτέρω έλεγχο, ενώ προσωρινοί παράγοντες όπως λοιμώξεις ή φλεγμονές μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές των βιοδεικτών.
Για τον λόγο αυτό, σε άτομα χωρίς συμπτώματα προτείνεται μια βασική αξιολόγηση της γνωστικής λειτουργίας, που μπορεί να περιλαμβάνει μαγνητική τομογραφία και νευροψυχολογικά τεστ, ως σημείο αναφοράς για μελλοντική παρακολούθηση.