ΔΕΗ
Photo by Charles Sykes/Invision/AP

ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΝΙΟΤΗΣ Η ΤΕΛΕΤΕΣ ΜΝΗΜΗΣ;

“Είναι προφανές ότι η λέξη ‘νοσταλγία’ δεν αρκεί για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει”.

Το ροκ εν ρολ υπήρξε, από τη γέννησή του, μια τέχνη της υπερχείλισης.

«Τα νερά βέβαια μετά τραβήχτηκαν, αλλά το σημάδι που έφτασε η στάθμη τους ψηλά στο βράχο, υπάρχει πάντοτε για να μας θυμίζει ότι η αληθινή τέχνη οφείλει να εκφράζει την αξεδίψαστη δίψα μας», μας είχε πει ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Ήταν κάτι παραπάνω από «μια μουσική», κάτι που από την αρχή δεν αποδεχόταν τον χρόνο αλλά τον αψηφούσε. Ήταν το ξέσπασμα μιας νεότητας που πίστεψε, για λίγο, πως μπορεί να γίνει αιώνια.

Πώς όμως να εξηγήσεις την αντοχή και την επιμονή που δείχνουν οι εκφραστές εκείνης της νεότητας του ‘60 και του ‘70, εξακολουθώντας να ανεβαίνουν στη σκηνή;

Αστέρια όπως ο Paul Mac Cartney, ο Bob Dylan , οι Rolling Stones και ο Βruce Springsteen μιλούν πλέον της κάθε μιας γενιάς.

Κάποτε ανήκαν αποκλειστικά στο σήμερα, ενώ τώρα μοιάζουν να κατοικούν σε μια παράξενη ζώνη χρόνου: ούτε ακριβώς παρελθόν ούτε καθαρό παρόν.

AP Photo/Eduardo Verdugo)

Δεν είναι αστείο ότι είμαστε σχεδόν εξήντα χρόνια από το Satisfaction, to Let It Be και το Blowing in the Wind, τα οποία ακούγονται ακόμα live. Κάτω από τις λαμπερές σκηνές των συναυλιών των γηραιών σταρ όμως, σε μεγάλα πάρκα της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου ή σε αχανή στάδια, σε συντριπτικό ποσοστό απουσιάζουν από το ακροατήριο οι νέοι του ‘60.

Tα τότε κορίτσια της Beatlemania που αγόραζαν τα βινύλια των 45στροφών και ούρλιαζαν εν εκστάσει στις συναυλίες, σήμερα κοντεύουν τα ογδόντα ή και τα πέρασαν.

Σκέφτομαι συχνά και το Hey Jude. Ο McCartney το τραγουδά ακόμη, με μια φωνή που δεν είναι πια αυτή του 1968. Κι όμως, αν κλείσεις τα μάτια, δεν ακούς μόνο τον νεαρό Beatle. Ακούς όλα τα ενδιάμεσα χρόνια. Ακούς τους ανθρώπους που το αγάπησαν, που το τραγούδησαν σε έρωτες, σε γάμους, σε αποχαιρετισμούς. Το τραγούδι δεν ανήκει πια σε μια στιγμή· ανήκει στη διαδρομή.

Το ίδιο συμβαίνει με τον Bob Dylan. Οι εμφανίσεις του μοιάζουν λιγότερο με συναυλίες και περισσότερο με περιπλανώμενες τελετουργίες επιβίωσης. Δεν επιχειρεί να αναστήσει τον νεαρό προφήτη του Greenwich Village. Δεν προσποιείται τίποτα. Στέκεται στη σκηνή ως ένας βάρδος που συνεχίζει να λέει ιστορίες, επειδή η αφήγηση είναι ο μόνος τρόπος ύπαρξής του.

Είχα διαβάσει ένα άρθρο του Jonathan Freedland στον Guardian με τίτλο From Springsteen to McCartney, Ageing Rockers Are Teaching Us About Something Bigger Than Music.

Εκεί ξεκινούσε με μια ανάμνηση: το 1982, έφηβος ακόμη, είχε δει τους Rolling Stones στο Wembley, όταν ο Τύπος τους αποκαλούσε ειρωνικά «Strolling Bones». Ο Mick Jagger ήταν τότε μόλις 38 ετών -ηλικία που σήμερα μοιάζει σχεδόν νεανική. Η ιδέα αυτή ακούγεται σχεδόν αστεία πια. Ο Jagger πλησιάζει τα 85 και εξακολουθεί να γεμίζει στάδια.

Από εκεί ο αρθρογράφος περνά στο μεγάλο ερώτημα: «τι συμβαίνει όταν μια μουσική που γεννήθηκε ως έκφραση της νεότητας αποκτά πλέον την ηλικία μιας ολόκληρης ανθρώπινης ζωής»;

Οι άνθρωποι που ενσάρκωσαν αυτή τη νεότητα τραγουδάνε ακόμα ως «κουρέλια» της γνωστής ταινίας, αλλά έχουν γεράσει. Τραγουδάνε κυρίως έχοντας κάτω από τη σκηνή τα εγγόνια των κάποτε νέων του πρώτου τους κοινού.

Ο ίδιος διακρίνει δύο τρόπους αντιμετώπισης του χρόνου. Ο ένας είναι η έμπρακτη άρνηση της ηλικίας. Ως παράδειγμα αναφέρει τον Mick Jagger, ο οποίος συνεχίζει να εμφανίζεται με εκπληκτική για τα χρόνια του φυσική κατάσταση, σαν να αψηφά τη βιολογία.

Photo by Charles Sykes/Invision/AP

Ο άλλος δρόμος είναι εκείνος που βλέπουμε στον Bruce Springsteen. Παρακολουθώντας συναυλίες του, διαπιστώνεις ότι ο “Boss” δεν προσπαθεί να προσποιηθεί πως είναι νέος.

Αντιθέτως, ενσωματώνει το γήρας και τη θνητότητα στο έργο του. Μιλά ανοιχτά για τους φίλους που έχασε, για το γεγονός ότι είναι ο τελευταίος επιζών μιας παλιάς παρέας και για την επίγνωση του θανάτου που πλησιάζει.

Οι ίδιοι ενδόμυχοι στοχασμοί υπάρχουν και σε άλλους καλλιτέχνες όπως η Joni Mitchell και ο Elton John που με διαφορετικό τρόπο, έχουν αρχίσει να τραγουδούν όχι μόνο για τον έρωτα και τη ζωή, αλλά και για τη μνήμη, τη φθορά και το τέλος.

Πέρασαν -θεέ και κύριε- εξήντα τρία χρόνια από τη κυκλοφορία των πρώτων δίσκων των Beatles και των Rolling Stones. Χρόνος που μεταμορφώνει και το νόημα των παλιών τραγουδιών. Ένα τραγούδι που κάποτε μιλούσε για τη φυγή των νέων από μια επαρχιακή πόλη ακούγεται πλέον και ως «ντοκιμαντέρ» εκείνης της εποχής. Η χαρά της νεότητας συνυπάρχει με τη μελαγχολία της απώλειας. Οι δύο αυτές συγκινήσεις δεν αλληλοαναιρούνται· αλλά μάλλον ενισχύουν η μία την άλλη.

Είναι προφανές ότι η λέξη «νοσταλγία» δεν αρκεί για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει. Δεν πρόκειται απλώς για μια προσπάθεια αναβίωσης της νεότητας.

Όταν ένας ογδοντάρης μουσικός τραγουδά ένα τραγούδι που έγραψε στα είκοσί του, στη σκηνή συνυπάρχουν όλες οι ηλικίες του εαυτού του. Και το ίδιο συμβαίνει με τους θεατές. Αν και οι ογδοντάρηδες δεν πηγαίνουν κατά κανόνα σε συναυλίες

Ας χαρούμε όσο προλαβαίνουμε, τους τελευταίους μεγάλους της γενιάς του ’60 που ανεβαίνουν ακόμη στη σκηνή, έστω με προσεκτικές κινήσεις, και ασθμαίνοντες στο μέσο της συναυλίας.

Τα πρόσωπά τους έχουν βαθιές χαρακιές, οι φωνές τους κουβαλούν τη σκόνη των δεκαετιών. Δεν τραγουδούν πια απέναντι στον χρόνο. Τραγουδούν μαζί του.

Τι είναι όμως όλο αυτό που για πρώτη φορά συμβαίνει στη σόου μπίζνες;

Γιορτές της αιώνιας νιότης ή τελετές μνήμης;

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα