Είδαμε The Cure στο ΟΑΚΑ: Πόσο πιο σεμνός μπορεί να γίνει ο Robert Smith;

Διαβάζεται σε 5'
Είδαμε The Cure στο ΟΑΚΑ: Πόσο πιο σεμνός μπορεί να γίνει ο Robert Smith;
The Cure Francesca Sara Cauli/Alamy/Visualhellas.gr

Είδαμε τους The Cure στο ΟΑΚΑ και ο Robert Smith δεν χρειάστηκε να κάνει τίποτα από όσα περιμένεις από έναν frontman. Για περισσότερες από δύο ώρες, άφησε τα τραγούδια των The Cure να μιλήσουν.

Την τελευταία φορά που είδαμε τους The Cure στην Πλατεία Νερού, το καλοκαίρι του 2019, φύγαμε με τη σκέψη αν θα έρθει η στιγμή να τους ξαναδούμε; Θα συνέχιζαν να περιοδεύουν; Θα έβγαζαν άλλο δίσκο; Με καλλιτέχνες που έχουν διανύσει σχεδόν πέντε δεκαετίες στη σκηνή, τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο. Επτά χρόνια αργότερα, ο Robert Smith βρέθηκε ξανά απέναντί μας στο EJEKT – θυμίζοντάς μας γιατί οι Cure ήταν, είναι και θα είναι, ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής.

Υπάρχει πάντα ένα δέος όταν βρίσκεσαι απέναντι σε καλλιτέχνες που έχουν αφήσει τόσο βαθύ αποτύπωμα στη μουσική. Συγκροτήματα που διαμόρφωσαν έναν ολόκληρο ήχο, επηρέασαν μεταγενέστερες μπάντες και εξακολουθούν, σχεδόν πέντε δεκαετίες μετά, να εμπνέουν νέους μουσικούς και να γεμίζουν συναυλιακούς χώρους σε όλο τον κόσμο. Αυτοί είναι σίγουρα οι The Cure!

Αν υπήρξαν ποτέ κομμάτι της ζωής σου ή αν απλώς αναγνωρίζεις το μέγεθος και την επιρροή τους, αυτή ήταν μια συναυλία που άξιζε να τη ζήσεις. Για περισσότερες από δύο ώρες, ο Robert Smith και η μπάντα του ξετύλιξαν μια τεράστια διαδρομή, περνώντας από διαφορετικές περιόδους της δισκογραφίας τους.

Τα «παιδάκια» τους, οι «Κιουράδες», έδωσαν το παρών. Άνθρωποι που είχαν λατρέψει τη μπάντα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80 στέκονταν δίπλα σε εικοσάχρονους με μαύρο κραγιόν που τους ανακάλυψαν μέσα από τις streaming πλατφόρμες. Ξεθωριασμένα μπλουζάκια παλιών περιοδειών της μπάντας, ολοκαίνουργιο merch, βαμμένα μάτια, φουσκωμένα μαλλιά, παιδιά στους ώμους των γονιών τους. Όλοι μαζί.

Κάθε χειρονομία του Robert Smith έκανε το πλήθος να ουρλιάζει

Η εισαγωγή του “Plainsong” απλώθηκε στον χώρο. Ο Robert Smith εμφανίστηκε όπως πάντα χωρίς θεατρινισμούς και με μηδέν διάθεση να εντυπωσιάσει. Η γνώριμη φιγούρα του, τα ατίθασα μαλλιά, τα βαμμένα μάτια, το κόκκινο κραγιόν και το ζεστό χαμόγελό του, έφεραν τις πρώτες εκκωφαντικές ιαχές της βραδιάς.

Ελάχιστοι καλλιτέχνες μπορούν να επιβιώσουν – σχεδόν ακίνητοι – μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους και να γεμίσουν τη σκηνή. Ο Robert Smith ανήκει σε αυτή την κατηγορία και μοιάζει περισσότερο από ποτέ να απολαμβάνει με ειλικρινή συγκίνηση την αγάπη που επιστρέφει από το κοινό. Έτσι απλά, χωρίς κοινοτοπίες. Τραβώντας με συστολή το μανίκι της ζακέτας του και κρατώντας την κιθάρα του σφιχτά, κάθε φορά που κάποιος στίχος έμοιαζε να συνδέεται με σκέψεις που θα μείνουν για πάντα δικές του.

Οι μετρημένες φορές που άφησε να ξεφύγει ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο, μια παιδική γκριμάτσα ή μια μικρή χειρονομία προς το κοινό αρκούσαν για να ξεσπάσουν ουρλιαχτά. Η αντίδραση ήταν σχεδόν αντανακλαστική. Σαν όλοι να περίμεναν εκείνες τις λιγοστές ρωγμές αυθορμητισμού για να του δείξουν πόσο πολύ τον αγαπούν.

Το πρώτο μέρος της συναυλίας κινήθηκε σε πιο βαριές, ατμοσφαιρικές διαδρομές. Οι μεγάλες εισαγωγές άφηναν κάθε τραγούδι να χτίσει υπομονετικά το δικό του αφήγημα. Οι αργές κορυφώσεις απαιτούσαν υπομονή και προσήλωση. Οι Cure εμπιστεύτηκαν το κοινό τους και άφησαν τα τραγούδια να αναπτυχθούν. Για όσους γνωρίζουν καλά τη δισκογραφία τους, αυτή η επιλογή λειτούργησε ιδανικά. Κάποιοι απροπόνητοι θεατές που περίμεναν τις μεγάλες επιτυχίες, ίσως ένιωσαν ότι ο ρυθμός άργησε να ανέβει.

Στο “Pictures of You” πολλοί αγκαλιάστηκαν ή έμειναν με κλειστά μάτια, αφήνοντας τις αναμνήσεις να κάνουν παιχνίδι. Το ίδιο και στο επικό “Lovesong”. Περιμέναμε κάποια τραγούδια του “Songs of a Lost World” αλλά ο δίσκος απουσίασε.

Απών ήταν και ο Simon Gallup, για λόγους υγείας, και τη θέση του πήρε ο γιος του, Eden, κρατώντας σταθερό τον χαρακτηριστικό παλμό του μπάσου, που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του ήχου των The Cure. Οι Reeves Gabrels, Roger O’Donnell και Jason Cooper έκαναν αυτό που ξέρουν καλύτερα: υπηρέτησαν τα τραγούδια χωρίς περιττές φιοριτούρες. Όλα ακούγονταν στη θέση τους, με έναν ήχο καθαρό και βαθιά ατμοσφαιρικό.

Τα “Push”, “In Between Days” και “Just Like Heaven” έφεραν τις πρώτες μεγάλες εκρήξεις χαράς της βραδιάς. Λίγο αργότερα, το “A Forest” και το επιβλητικό “Disintegration” επανέφεραν το γνώριμο σκοτάδι των The Cure, πριν το encore αλλάξει πίστα. Τα “Lullaby” (με ιστούς αράχνης στις οθόνες), “Friday I’m in Love”, “Close to Me”, το “Why Can’t I Be You?” και το “The Lovecats” μετέτρεψαν το ΟΑΚΑ σε ένα τεράστιο πάρτι. Ναι, με τους Cure μπορείς να χορέψεις.

Το φινάλε με το “Boys Don’t Cry” έκρυβε μια μικρή ειρωνεία. Το τραγούδι που έγραψε το 1979 ένας 20χρονος Robert Smith για έναν νεαρό που προσπαθεί να μη δείξει όσα νιώθει έκλεισε μια συναυλία, στην οποία χιλιάδες άνθρωποι έκαναν το ακριβώς αντίθετο.

Οι τελευταίες νότες χάθηκαν, πυροτεχνήματα φώτισαν τον ουρανό και ο Smith έκανε μια τελευταία βόλτα στη σκηνή για ένα τελευταίο ευχαριστώ. Θα τον θυμόμαστε να αγκαλιάζει τον εαυτό του, να χαμογελά αμήχανα και να αποχωρεί αργά από τη σκηνή.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα