“Αδειάζουν” τις 72 δόσεις επαγγελματίες και ΜμΕ – Ζητούν διορθώσεις επιβίωσης
Διαβάζεται σε 7'
Οι φορείς της αγοράς επιμένουν ότι οι συνθήκες που επικρατούν στην πραγματική οικονομία απαιτούν πιο τολμηρές παρεμβάσεις.
- 20 Ιουνίου 2026 07:00
Έντονο προβληματισμό και σαφείς ενστάσεις εκφράζουν οι επαγγελματικοί και επιχειρηματικοί φορείς για τη νέα ρύθμιση οφειλών έως 72 δόσεων που προωθεί η κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών.
Παρά το γεγονός ότι το οικονομικό επιτελείο παρουσιάζει τη ρύθμιση ως μέρος της μεγαλύτερης δέσμης μέτρων για το ιδιωτικό χρέος μετά την κρίση, η αγορά εμφανίζεται να «αδειάζει» το συγκεκριμένο πλαίσιο, ζητώντας πιο γενναίες παρεμβάσεις, με βασικό αίτημα τη θέσπιση μόνιμης ρύθμισης έως 120 δόσεων.
ΒΕΑ: Χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν να μείνουν εκτός των νέων ρυθμίσεων
Στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας (ΒΕΑ) προειδοποιεί ότι χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν να μείνουν εκτός των νέων ρυθμίσεων, εάν δεν γίνουν ουσιαστικές διορθώσεις.
Όπως επισημαίνει, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον, καθώς το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες, η περιορισμένη κατανάλωση, η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση και οι συσσωρευμένες υποχρεώσεις των τελευταίων ετών εξακολουθούν να πιέζουν τη βιωσιμότητά τους.
Το αίτημα για 120 δόσεις
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης του ΒΕΑ αποτελεί η πρόταση για νέα ρύθμιση έως 120 δόσεων, καθώς θεωρεί ότι οι 72 δόσεις δεν επαρκούν για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Παράλληλα ζητεί σημαντική διαγραφή προσαυξήσεων και προστίμων, ώστε να διαμορφωθούν βιώσιμες μηνιαίες υποχρεώσεις για τους οφειλέτες.
Το Επιμελητήριο υποστηρίζει ότι μια τέτοια λύση θα αυξήσει την εισπραξιμότητα των οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, θα περιορίσει την απώλεια υφιστάμενων ρυθμίσεων και θα διασφαλίσει την ασφαλιστική ικανότητα χιλιάδων επαγγελματιών.
Παράλληλα ζητά την κατάργηση του περιορισμού που αποκλείει από τη νέα ρύθμιση όσους είχαν ενεργές ρυθμίσεις στις 21 Απριλίου 2026, υποστηρίζοντας ότι οι συνεπείς οφειλέτες δεν πρέπει να τιμωρούνται επειδή εξυπηρετούσαν κανονικά τις υποχρεώσεις τους.
Νέες οφειλές μένουν εκτός
Ένα ακόμη σημείο κριτικής αφορά τον χρονικό περιορισμό της ρύθμισης σε χρέη που δημιουργήθηκαν έως το τέλος του 2023. Σύμφωνα με το ΒΕΑ, οι μεγαλύτερες δυσκολίες ρευστότητας καταγράφηκαν κατά τα έτη 2024 και 2025, όταν συσσωρεύθηκαν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Για τον λόγο αυτό ζητείται η ένταξη όλων των οφειλών που έχουν δημιουργηθεί έως σήμερα, προκειμένου η ρύθμιση να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι και η κριτική για το επιτόκιο που προσεγγίζει το 5,84%, το οποίο, σύμφωνα με τους επαγγελματίες, λειτουργεί αποτρεπτικά για την ένταξη των επιχειρήσεων. Το ΒΕΑ προτείνει σταθερό επιτόκιο έως 2% ή ακόμη και πλήρη απαλλαγή από τόκους και προσαυξήσεις για επιχειρήσεις που έχουν αποδεδειγμένα υποστεί σημαντική μείωση τζίρου.
Οι προτάσεις του ΒΕΑ στο Υπουργείο
Νέα ρύθμιση έως 120 δόσεις
Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας, θεωρεί ότι η δυνατότητα εξόφλησης οφειλών σε έως 72 δόσεις δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Προτείνει τη θέσπιση νέας ρύθμισης έως 120 δόσεων, με παράλληλη διαγραφή σημαντικού μέρους των προσαυξήσεων και των προστίμων.
Όπως επισημαίνει, μια τέτοια παρέμβαση θα δημιουργήσει βιώσιμες μηνιαίες υποχρεώσεις για τους οφειλέτες, θα περιορίσει την απώλεια υφιστάμενων ρυθμίσεων και θα αυξήσει την εισπραξιμότητα των οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Παράλληλα, θα διασφαλίσει την ασφαλιστική ικανότητα χιλιάδων επαγγελματιών και θα αποτρέψει τον αποκλεισμό τους από βασικές κοινωνικές παροχές.
Κατάργηση του «κόφτη» της 21ης Απριλίου 2026
Το ΒΕΑ ζητά να καταργηθεί ο περιορισμός που αποκλείει από τη νέα ρύθμιση όσους διατηρούσαν ενεργές ρυθμίσεις κατά την 21η Απριλίου 2026.
Όπως υπογραμμίζει, οι επιχειρήσεις αυτές δεν πρέπει να τιμωρούνται επειδή επέδειξαν συνέπεια στις υποχρεώσεις τους. Αντίθετα, πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να μεταπηδήσουν σε ένα ευνοϊκότερο σχήμα αποπληρωμής που θα μειώνει το μηνιαίο οικονομικό βάρος.
Ένταξη όλων των οφειλών έως σήμερα
Το Επιμελητήριο θεωρεί ότι ο περιορισμός της ρύθμισης μόνο για χρέη που δημιουργήθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 δεν αντανακλά τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.
Οι μεγαλύτερες δυσκολίες ρευστότητας εμφανίστηκαν κατά τα έτη 2024 και 2025, περίοδο κατά την οποία συσσωρεύθηκαν νέες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις. Για τον λόγο αυτό ζητείται η ένταξη όλων των οφειλών που έχουν δημιουργηθεί έως σήμερα.
Δραστική μείωση του επιτοκίου
Το ΒΕΑ εκτιμά ότι το επιτόκιο που προσεγγίζει το 5,84% λειτουργεί αποτρεπτικά για την ένταξη των επιχειρήσεων στις ρυθμίσεις.
Προτείνει σταθερό επιτόκιο έως 2% ή ακόμη και πλήρη απαλλαγή από τόκους και προσαυξήσεις για επιχειρήσεις που αποδεδειγμένα έχουν υποστεί σημαντική μείωση τζίρου ή μικτού κέρδους τα τελευταία χρόνια.
Ακατάσχετος επαγγελματικός λογαριασμός
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το ΒΕΑ στην ανάγκη θεσμοθέτησης ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού για όσους εντάσσονται στις ρυθμίσεις.
Όπως αναφέρει, η δέσμευση των λογαριασμών στερεί από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να καλύψουν μισθοδοσία, λειτουργικές δαπάνες και αγορές πρώτων υλών, υπονομεύοντας στην πράξη την επιτυχία οποιασδήποτε ρύθμισης.
«Η αγορά δεν αντέχει άλλες λύσεις – ημίμετρα»
«Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ζητούν ρεαλιστικές λύσεις που θα τους επιτρέψουν να παραμείνουν βιώσιμες, να διατηρήσουν θέσεις εργασίας και να συνεχίσουν να παράγουν εισόδημα και φορολογικά έσοδα για το κράτος», τονίζει ο πρόεδρος του ΒΕΑ, Κωνσταντίνος Δαμίγος.
Όπως σημειώνει, η εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι ρυθμίσεις με περισσότερες δόσεις συγκεντρώνουν μεγαλύτερη συμμετοχή και οδηγούν σε αύξηση των δημοσίων εσόδων, γι’ αυτό και επιμένει στην ανάγκη για ένα πιο λειτουργικό και ευέλικτο πλαίσιο.
Αγορά «δύο ταχυτήτων» και κίνδυνος νέων χρεών
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ), το οποίο προειδοποιεί ότι η μεταβολή της καταναλωτικής συμπεριφοράς δημιουργεί μια αγορά «δύο ταχυτήτων».
Όπως επισημαίνει, οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής ενισχύονται χάρη στις οικονομίες κλίμακας που διαθέτουν, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να διατηρήσουν τις πωλήσεις τους και αδυνατούν να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές χωρίς να χάσουν μερίδιο αγοράς.
Η εξέλιξη αυτή συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και αυξάνει τον κίνδυνο δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών προς προμηθευτές, Δημόσιο και τράπεζες.
Αντίστοιχα, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς παρενέβη στη διαβούλευση ζητώντας μόνιμο μηχανισμό ρύθμισης έως 120 δόσεων, ένταξη των οφειλών που δημιουργήθηκαν το 2024 και το 2025, επανένταξη επιχειρήσεων που έχασαν παλαιότερες ρυθμίσεις λόγω πραγματικής οικονομικής αδυναμίας, καθώς και ευνοϊκότερους όρους για τους συνεπείς οφειλέτες.
«Η αγορά δεν χρειάζεται άλλη μία προσωρινή ρύθμιση, αλλά έναν μόνιμο μηχανισμό βασισμένο στην πραγματική δυνατότητα πληρωμής κάθε επιχείρησης», υπογράμμισε ο πρόεδρος του ΕΣΠ, Βασίλης Καπράλος.
Η απάντηση της κυβέρνησης
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης υπερασπίζεται τη νέα δέσμη παρεμβάσεων, κάνοντας λόγο για τη μεγαλύτερη προσπάθεια αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους μετά την κρίση.
Ο υπουργός έχει επισημάνει ότι οι 72 δόσεις, η διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού, η μείωση του ορίου υπαγωγής από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ, η αύξηση του ακατάσχετου ορίου και οι νέες δυνατότητες προστασίας της πρώτης κατοικίας συνθέτουν ένα ευρύ πλέγμα εργαλείων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ωστόσο, οι φορείς της αγοράς επιμένουν ότι οι συνθήκες που επικρατούν στην πραγματική οικονομία απαιτούν πιο τολμηρές παρεμβάσεις. Για τις μικρές επιχειρήσεις που εξακολουθούν να παλεύουν με υψηλό κόστος λειτουργίας, περιορισμένη κατανάλωση και ασθενή ρευστότητα, οι 72 δόσεις δεν αποτελούν λύση επανεκκίνησης, αλλά μια ρύθμιση περιορισμένης εμβέλειας που δύσκολα θα ανακόψει τη δημιουργία νέων χρεών.