Ο σκηνοθέτης του “Hell Or High Water” εξηγεί στο NEWS 24/7 πώς γύρισε το αγωνιώδες “Fuze”
Διαβάζεται σε 18'
Ο Ντέιβιντ Μακένζι, σκηνοθέτης του “Hell Or High Water”, επιστρέφει με το απολαυστικά αγωνιώδες “Fuze” και μιλάει στο NEWS24/7 για τη μετακίνηση ανάμεσα στα είδη, τις ηπείρους και τα θέματα – και τι είναι αυτό που πάντα τα ενώνει.
- 24 Ιουνίου 2026 06:17
Ιδιόμορφη περίπτωση σκηνοθέτη ο Ντέιβιντ Μακένζι. Σκοτσέζος που ξεκίνησε με στιβαρά ψυχολογικά προφίλ στη Γλασκώβη, όπως το ερωτικό νεο-νουάρ “Young Adam” με τον Γιούαν ΜακΓκρέγκορ και την Τίλντα Σουίντον, φτάνοντας να μεταπηδά στα είδη και τις ηπείρους και φτάνοντας μέχρι το κοινωνικό νεο-γουέστερν “Πάση Θυσία” (“Hell or High Water”) στα βάθη της Αμερικής.
Όταν του λέω ότι είμαι από την Ελλάδα απαντάει με ενθουσιασμό, «όλοι μου λένε ότι η Αθήνα είναι αυτή τη στιγμή το πιο κουλ μέρος στον κόσμο! Ισχύει;». Συζητάμε λίγο και εξηγεί τι του αρέσει από τις περιγραφές που έχει ακούσει: «Φαίνεται να έχει μια νοοτροπία του “μπορούμε να το κάνουμε”. Σαν όλοι να βρίσκονται έξω, να συναντιούνται, να περνούν καλά, με έναν θετικό τρόπο».
Με δεδομένο το ιστορικό του και τη φιλμογραφία του, δε θα εξέπληττε αν σε 1-2 ταινίες από τώρα τον δούμε να γυρίζει κανένα σφιχτοδεμένο κοινωνικό θρίλερ στην Αθήνα με φόντο την Κρίση – εξάλλου και το “Hell Or High Water” υπό μία έννοια αυτό το ζήτημα διαπραγματευόταν.
Έχει όμως ενδιαφέρον το πώς για τον ίδιο τα σύνορα δε μοιάζουν να έχουν σημασία, γιατί είναι τα ίδια τα κινηματογραφικά είδη που μεταδίδονται σαν παγκόσμια γλώσσα. Όλοι ξέρουμε πώς να παρακολουθήσουμε ένα νουάρ. Ή έναν ήρωα απεγνωσμένο από την οικονομική συντριβή. Ή έναν ικανό και ενσυνείδητο κατάσκοπο σε ένα παιχνίδι επιβίωσης.
Σε όλα τα παιχνίδια ειδών του Μακένζι, όλα καταλήγουν τελικά στους χαρακτήρες, κι αυτό ισχύει και για τα δύο πιο πρόσφατα φιλμ του, που μεταξύ τους μοιράζονται πολλά κοινά στοιχεία – από το σασπένς και την ένταση μέχρι την εστίαση στα κίνητρα των χαρακτήρων και μια απρόσμενη διάθεση συντροφικότητας που αναδύεται από την δράση.
Πέρσι ήταν ο “Μεσολαβητής” (“Relay”), φέτος το ακόμα καλύτερο “Fuze”: Μια απολαυστική heist movie που εκτυλίσσεται στο φόντο μιας αγωνιώδους επιχείρησης στρατού και αστυνομίας, να αφοπλίσει μια ενεργή βόμβα από τον Β’ Παγκόσμιο.
Τι ενώνει αυτό το βρετανικό θρίλερ με την americana του “Hell Or High Water”, και την ονειρική Γλασκώβη του “Young Adam” με την quirky σκιαγράφηση του “Hallam Foe”;
Με αφορμή την κυκλοφορία του “Fuze” στις ελληνικές αίθουσες από την Feelgood Entertainment, βρήκαμε τον διακεκριμένο σκηνοθέτη μέσω zoom για να μιλήσουμε για την καριέρα του, τα κινηματογραφικά είδη, και την θέση της πολιτικής στο έργο του.
Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον τον τρόπο με τον οποίο κινείσαι ανάμεσα σε διαφορετικά είδη στη διάρκεια της καριέρας σου. Τι ήταν αυτό που σε ενέπνευσε όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ποια ήταν η γωνία από την οποία προσέγγισες την ιστορία και είπες: «Αυτή είναι η ιστορία που θέλω να αφηγηθώ τώρα».
Νομίζω πως ξεκίνησε από μια ιδέα που είχα πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια. Με γοήτευε η ιδέα της έντασης στον κινηματογράφο και η σκέψη να αναμείξω το είδος της ταινίας ληστείας τράπεζας με το είδος της ταινίας γύρω από μια βόμβα που δεν έχει εκραγεί. Και αυτό είναι κάτι πολύ πρωταρχικό, ξέρεις. Μου φάνηκε ότι θα είχε ενδιαφέρον!
Ήθελα επίσης να βρω κάτι που να είναι αρκετά «καθαρός» κινηματογράφος. Κάτι που να αφορά πραγματικά αυτά τα συναισθήματα: την ένταση και μια αφήγηση που ξεδιπλώνεται γρήγορα και συναρπαστικά, χωρίς χώρο για εκτεταμένα backstory ή μεγάλες εξηγήσεις. Υπάρχουν μικρές, διακριτικές πινελιές, αλλά η ταινία προχωρά διαρκώς μπροστά, μπροστά, μπροστά.
Οι ρίζες της ιδέας βρίσκονται ακριβώς σε αυτό το πάντρεμα, σε αυτή τη συγχώνευση των δύο πραγμάτων. Σκέφτηκα αρχικά να το γράψω μόνος μου, αλλά μετά συνειδητοποίησα ότι δεν θα τα κατάφερνα. Οπότε ζήτησα από τον φίλο μου τον Μπεν Χόπκινς, που είναι εξαιρετικός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, να το δοκιμάσει.
Περάσαμε από διάφορες εκδοχές και αναθεωρήσεις, φτάσαμε αρκετά κοντά στην παραγωγή, και στη συνέχεια γνωρίσαμε ανθρώπους από τις μονάδες εξουδετέρωσης βομβών του στρατού, την αστυνομία και άλλους αντίστοιχους φορείς. Αυτοί οι άνθρωποι πρόσθεσαν ένα επίπεδο ρεαλισμού το οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό. Γιατί, ναι, σε έναν βαθμό πρόκειται για μια ταινία ληστείας, ένα είδος caper movie. Αλλά θέλαμε ταυτόχρονα να διαθέτει ένα πολύ ισχυρό επίπεδο ρεαλισμού.
Αυτό ακριβώς ήταν και το στοιχείο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση στην ταινία. Το πόσο οικονομική είναι στον τρόπο με τον οποίο αφηγείται την ιστορία και χτίζει τους χαρακτήρες της. Συμβαίνει αυτό, μετά αυτό, μετά αυτό. Είναι πραγματικά ένα πολύ σφιχτοδεμένο έργο. Βρήκα επίσης πολύ ενδιαφέρουσα τη δομή του, και το πώς κλείνει είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον υπό αυτή τη σκοπιά.
Χαίρομαι που παρατήρησες τη δομή, γιατί η δομή είναι κάπως… δεν νομίζω ότι έχω ξαναδεί ταινία που να κάνει ακριβώς αυτό το πράγμα. Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα.
Είπα στον Μπεν ότι ήθελα πραγματικά να τελειώσουμε πάνω σε μια στιγμή εξαιρετικά υψηλής έντασης. Εξαιτίας όμως της φύσης της ιστορίας, υπήρχαν και κάποια πράγματα που έπρεπε να «κλείσουν» αφηγηματικά. Αν δεν είχαμε αυτή τη δομή, η ταινία δεν θα τελείωνε στην κορύφωση της έντασης αλλά σε μια διαδικασία τακτοποίησης εκκρεμοτήτων. Οπότε είμαι πολύ ικανοποιημένος με τον τρόπο που λειτουργεί αυτή η δομή.
Και ναι, ξέρεις, παλαιότερα δεν με ενδιέφεραν ιδιαίτερα τα κινηματογραφικά είδη. Όσο προχωρώ όμως στη διαδρομή μου ως σκηνοθέτης, τόσο περισσότερο με ενδιαφέρουν. Με ενδιαφέρει να παίζω τα παιχνίδια τους, να εξερευνώ τις δυνατότητές τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μιλάμε για μια ταινία που χωρίς τους τίτλους τέλους διαρκεί 91 λεπτά. Θέλαμε να φτάσουμε τα 90, αλλά δεν τα καταφέραμε ακριβώς. [γελάει]
Όμως η ιδέα να αφηγηθείς μια ιστορία που έχει τόσα πολλά πράγματα να συμβαίνουν μέσα σε μια τόσο συμπυκνωμένη μορφή, μου φάνηκε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα πρόκληση. Δουλεύω πολύ στενά με τον μοντέρ μου, τον Ματ Μάχερ, και πάντα κόβουμε νωρίς. Συνεχώς. Ίσως όχι ακριβώς jump cuts, αλλά κόβουμε πριν το αναμενόμενο. Συμπιέζουμε, συμπιέζουμε, συμπιέζουμε διαρκώς.
Έτσι η ταινία αποκτά μια ελαφρώς τραχιά αίσθηση. Αυτό που εγώ αποκαλώ «νευρικό μοντάζ». Ο θεατής μένει διαρκώς λίγο πίσω και πρέπει να προλάβει τα γεγονότα. Ίσως για κάποιους να είναι υπερβολικό, δεν ξέρω. Αλλά προσωπικά νιώθω ότι τρέχεις μαζί με την ταινία, προσπαθώντας να καταλάβεις τι ακριβώς συμβαίνει. Είναι σαν να παίζεις ένα παιχνίδι που έχει αυτή την ενέργεια μέσα του.
Ναι. Και δεν είναι υπερφορτωμένη με πληροφορίες ή ανατροπές. Αν έγραφες σε μια κόλλα χαρτί τι συμβαίνει στην ταινία, θα ήταν, δεν ξέρω, τρία πράγματα. Τέλος. Αυτό δείχνει τεράστια σιγουριά από μέρους σου. Να λες: «Ναι, αυτή είναι η ταινία. Αυτό είναι το πράγμα που θέλω να κάνω».
Ναι, υπάρχει ένας μινιμαλισμός σε αυτό. Εστιάζεις σε ένα μόνο κανάλι αφήγησης, ας το πούμε έτσι. Και για μένα αυτό είναι διασκεδαστικό και ενδιαφέρον. Παρότι ίσως δεν πρόκειται για μια ταινία που φιλοδοξεί να είναι κάποιο βαθυστόχαστο έργο τέχνης, αισθάνομαι ότι είναι βαθιά κινηματογραφική, καταλαβαίνεις τι εννοώ;
Προσπαθεί να πετύχει κάτι με έναν πολύ καθαρό, αμιγώς κινηματογραφικό τρόπο. Κάτι που δεν νομίζω ότι είχα επιχειρήσει ξανά. Γι’ αυτό με ενδιέφερε να την κάνω.
Και, παρεμπιπτόντως, η μουσική είναι επίσης πολύ σημαντικό κομμάτι της όλης προσέγγισης. Γιατί, αν μιλάμε για το ρολόι της ταινίας, τα πάντα στη μουσική είναι στα 120 beats per minute. Όλα είναι γραμμένα στην τονικότητα του ντο. Υπάρχει μια αίσθηση αμείλικτης συνέχειας. Σαν «τικ-τακ, τικ-τακ». Όλα κινούνται συνεχώς προς τα εμπρός.
Και αυτό ήταν ένα πείραμα που κάναμε με τη μουσική, χωρίς να ξέρουμε αν θα λειτουργήσει μέχρι το τέλος της διαδικασίας. Γιατί φοβόμουν ότι το κοινό μπορεί να βαρεθεί. Όμως προέκυψε από μια ιδέα που είχα όσο γυρίζαμε την ταινία. Συνήθως, όταν βρίσκομαι στα γυρίσματα, προσπαθώ να ακούω κάτι που να λειτουργεί σαν δίαυλος προς αυτό που θέλω να πετύχω.
Εκείνη την περίοδο άκουγα το In C του Τέρι Ράιλι, αυτό το μινιμαλιστικό έργο σύγχρονης κλασικής μουσικής της δεκαετίας του ’60. Είναι ένα κομμάτι που λειτουργεί ακριβώς έτσι. Χτίζεται και ξαναχτίζεται και συνεχίζει να χτίζεται. Ξεκινά από ένα πολύ βασικό επίπεδο, αλλά η ίδια η συσσώρευση είναι αυτό που του δίνει δύναμη.
Και με έναν τρόπο υπάρχει κάτι παρόμοιο τόσο στον τρόπο που είναι φτιαγμένη η ταινία όσο και στη μουσική της.
Είναι ενδιαφέρον αυτό που είπες πριν, ότι δεν σε ενδιέφεραν ιδιαίτερα τα κινηματογραφικά είδη. Γιατί έχεις κάνει τόσο διαφορετικά είδη ταινιών στην καριέρα σου. Αν κοιτάξω τη φιλμογραφία σου, δεν βρίσκω εύκολα δύο διαδοχικές ταινίες που να μοιάζουν αληθινά μεταξύ τους, πάντα υπάρχει ένα ζιγκ-ζαγκ.
Όμως με τις δύο τελευταίες ταινίες σου, το Fuze και το Relay, είναι η πρώτη φορά που νιώθω πως μπορώ να διακρίνω πολύ εμφανώς κάτι κοινό. Σαν να βρήκες κάτι που σε ενδιέφερε ιδιαίτερα. Ίσως να έχει σχέση με την ένταση. Τι νιώθεις ότι ανακάλυψες σε αυτή την περιοχή;
Ναι, είναι αλήθεια ότι το Fuze και το Relay έχουν ορισμένα κοινά στοιχεία ως προς το ύφος τους. Οι ιστορίες είναι πολύ διαφορετικές, αλλά υπάρχει μια παρόμοια αίσθηση. Υπάρχει αυτή η προσπάθεια να ξεγελάσεις τους άλλους, να τους ξεπεράσεις σε ευφυΐα. Να προσπαθείς ουσιαστικά να ξεγελάσεις τον Σαμ Γουόρθινγκτον. [γελάμε]
Όμως θα έλεγα πως και το Starred Up, η βρετανική ταινία φυλακών που έκανα, καθώς και το Hell or High Water, είναι επίσης έργα που κινούνται πολύ καθαρά μέσα σε συγκεκριμένα είδη.
Είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Παλαιότερα προσπαθούσα περισσότερο να φτιάχνω ταινίες που λύγιζαν τα όρια των ειδών ή στέκονταν κάπως έξω από αυτά. Τώρα όμως μου φαίνεται απολύτως εντάξει να μπω κατευθείαν μέσα στο είδος και να προσπαθήσω να βρω εκεί την ψυχή και τις αποχρώσεις του, αντί να προσπαθώ διαρκώς να αποστασιοποιηθώ από αυτό ή να στέκομαι δίπλα του.
Οπότε ναι, πλέον είμαι εντάξει με αυτό. Δεν σημαίνει βέβαια ότι η επόμενη ταινία μου θα είναι ξανά ταινία είδους, απλώς πηγαίνω από αυτό που με ενδιαφέρει σε αυτό που με ενδιαφέρει κάθε φορά. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιο σταθερό μοτίβο. Απλώς έτσι έρχονται τα πράγματα.
Μιλάμε πολύ για την ένταση, και νομίζω πως η κινηματογραφική γλώσσα της έντασης υπάρχει με έναν τρόπο σε όλη την καριέρα σας. Ακόμα και αν γυρίσουμε πίσω στο Young Adam, που είναι εντελώς διαφορετικό είδος ταινίας, υπάρχει μια διαρκής συναισθηματική ένταση. Νιώθεις την καρδιά σου να χτυπά, υπάρχει μια ατμόσφαιρα θανάτου που σε κατακλύζει. Σε ενδιέφερε πάντα αυτού του είδους η κινηματογραφική γλώσσα και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να εφαρμοστεί σε διαφορετικές ιστορίες;
Νομίζω πως ναι. Υπάρχει κάτι στην ένταση που πάντα με γοήτευε. Δεν έχω κάνει ποτέ ταινία τρόμου, παρότι το σινεμά τρόμου βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια διαφορετική μορφή έντασης. Αλλά γενικότερα, ο κινηματογράφος είναι από τη φύση του αφηρημένος, είναι εικόνες και ήχοι. Κι όμως μπορεί να δημιουργήσει πολύ καθαρά και πολύ ισχυρά συναισθήματα. Η ένταση είναι ένα από τα πιο ισχυρά από αυτά τα συναισθήματα.
Όταν καταφέρνεις να μετατρέψεις αυτή την αφαίρεση των εικόνων και των ήχων σε κάτι που συνδέεται συναισθηματικά με το κοινό, υπάρχει κάτι πραγματικά ενδιαφέρον σε αυτό. Φυσικά υπάρχουν όλα εκείνα τα «παιχνίδια» της έντασης που μάθαμε από τον Χίτσκοκ και με τα οποία μεγαλώσαμε. Είναι πράγματα που βρίσκονται πάντα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού σου.
Και υπάρχει αυτό το αίσθημα του «τι θα συμβεί μετά;». Αρχίζεις να γραπώνεσαι από το κάθισμά σου – αυτό το στοιχείο με ενδιαφέρει πολύ. Κι είναι κάτι που σε σπρώχνει μέσα στην ιστορία, σε μεταφέρει μέσα σε αυτή τη μιάμιση ή τις δύο ώρες που κάθεσαι και βλέπεις μια ταινία. Με κάποιον τρόπο, αυτή η ένταση μοιάζει να είναι το ζωτικό αίμα του κινηματογράφου.
Τι θυμάσαι περισσότερο από την εμπειρία του Young Adam; Ήταν μια πολύ πρώιμη πρωταγωνιστική εμφάνιση του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ και είχες επίσης την Τίλντα Σουίντον. Πώς θυμάσαι εκείνη τη συνεργασία; Έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια…
Έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις από εκείνη την ταινία και πραγματικά θα ήθελα να την επανεκδώσω. Μάλιστα έχω μιλήσει με τον Τζέρεμι Τόμας γι’ αυτό, για το πώς θα μπορούσαμε να τη φέρουμε επιτέλους σωστά στον ψηφιακό κόσμο, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ψηφιακή έκδοση. Τη γυρίσαμε πριν από αυτή την εποχή, υπάρχει κάποια κακή τηλεοπτική μεταφορά της, αλλά θα ήθελα πολύ να υπάρξει μια σωστή αποκατάσταση.
Οπτικά είναι μια πανέμορφη ταινία. Ο Τζάιλς [σσ. Νάτγκενς, διευθυντής φωτογραφίας], με τον οποίο έχω συνεργαστεί σε οκτώ ταινίες, έκανε εκπληκτική δουλειά. Ήταν η πρώτη μου πραγματική κινηματογραφική ταινία, δούλευα πάνω της για πολύ καιρό. Διασκεύασα μόνος μου το μυθιστόρημα.
Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη, μελαγχολική εκδοχή της Σκωτίας. Οι μισές τοποθεσίες όπου γυρίσαμε δεν υπάρχουν πια.
Και μετά είχες τον Γιούαν, την Τίλντα, τον Πίτερ Μάλαν, την Έμιλι Μόρτιμερ… Όλοι τους ήταν εξαιρετικοί ηθοποιοί. Για έναν νέο σκηνοθέτη που ακόμη μάθαινε τη δουλειά, ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να προσπαθεί να ισορροπήσει τις διαφορετικές ανάγκες τους, τις διαφορετικές παραδόσεις από τις οποίες προέρχονταν ως ηθοποιοί, και να βεβαιωθεί ότι όλοι μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους με τον τρόπο που χρειαζόταν.
Έπειτα υπήρχαν και όλες οι πρακτικές δυσκολίες. Γυρίζαμε πάνω σε μια φορτηγίδα στο νερό, οπότε ξαφνικά εμφανίζονταν χίλια πρακτικά προβλήματα.
Αλλά έχω εξαιρετικά τρυφερές αναμνήσεις από εκείνη την ταινία. Τις προάλλες περπατούσα δίπλα στο κανάλι της Γλασκώβης και έλεγα μέσα μου: «Εδώ γυρίσαμε εκείνη τη σκηνή. Εδώ γυρίσαμε εκείνη την άλλη». Ήταν ένα μικρό ταξίδι νοσταλγίας.
Ένα ακόμη στοιχείο που εκτιμώ ιδιαίτερα σε πολλές από τις ταινίες σας είναι ότι τις βρίσκω πολιτικά ενδιαφέρουσες. Και δεν το λέω μόνο εξαιτίας του Hell or High Water, που είναι ίσως το πιο προφανές παράδειγμα ως προς αυτά που επιχειρεί να εκφράσει. Αλλά ακόμη και σε ταινίες όπως το Fuze και το Relay, υπάρχει κάτι στον τρόπο που λειτουργούν. Όπως είπαμε, υπάρχει ένταση, υπάρχουν άνθρωποι που τρέχουν να ξεφύγουν από άλλους ανθρώπους, όμως ολόκληρη η πλοκή στηρίζεται τελικά πάνω στους ίδιους ως ανθρώπους και όχι ως απλούς μηχανισμούς της αφήγησης.
Πάντα θέλω να βεβαιώνομαι ότι οι χαρακτήρες είναι όσο το δυνατόν πιο ανθρώπινοι και όσο το δυνατόν πιο πολύπλευροι. Να ξέρουν πού βρίσκονται και γιατί βρίσκονται εκεί. Και έτσι, ξαναγυρίζοντας σε αυτό που έλεγα πριν, προσπαθώ πάντα να στηρίζομαι στην πραγματικότητα όπου αυτό είναι δυνατό.
Επίσης αγαπώ πολύ τους δευτερεύοντες χαρακτήρες στις ταινίες και θέλω πραγματικά να βεβαιωθώ ότι όλοι τους αποκτούν ζωή. Γιατί όταν αυτοί οι χαρακτήρες ζωντανεύουν, τότε ζωντανεύουν και όλα τα υπόλοιπα.
Και ναι, παρότι αποφεύγω συνειδητά να κάνω ανοιχτά πολιτικές ταινίες, οι ταινίες μου σχεδόν πάντα κολυμπούν μέσα σε πολιτικά νερά με κάποιον τρόπο. Θέλω να αισθάνεσαι την ατμόσφαιρα αυτού του κόσμου, παρά να ακούς μια συγκεκριμένη πολιτική δήλωση ή ένα συγκεκριμένο μήνυμα.
Γιατί αυτά τα πράγματα γερνούν γρήγορα και τελικά γίνονται το μοναδικό πράγμα για το οποίο μιλά η ταινία. Οπότε με ενδιαφέρει περισσότερο να κατοικώ μέσα σε έναν πολιτικό χώρο παρά να κάνω μια πολιτική δήλωση.
Κι έχει επίσης να κάνει με το να βλέπεις ανθρώπους που έρχονται κοντά μεταξύ τους και στηρίζονται σε μια πίστη σε άλλους ανθρώπους. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να έχουμε δει μια εκδοχή αυτής της ταινίας με εφετζίδικη αποκάλυψη ανατροπών, πολύ πιο επιφανειακή, αλλά εδώ η αίσθηση που σου μένει έχει να κάνει με τη συντροφικότητα. Έχει να κάνει με το τραύμα. Με τα πράγματα που κάποιες φορές σου αφήνει η ίδια η κοινωνία.
Χρειάστηκε πολλή δουλειά για να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα. Και ήταν πολύ ενδιαφέρον, γιατί το σενάριο ήταν αρχικά πιο μηχανικό. Ο Μπεν το είχε σχεδιάσει ώστε να κινείται διαρκώς μπροστά, μπροστά, μπροστά.
Υπήρχαν βέβαια ορισμένα στοιχεία χαρακτήρων, αλλά χρειάστηκε να υφάνουμε πολύ προσεκτικά όλα αυτά τα μικρά κομμάτια μέσα στην αφήγηση, έτσι ώστε να λαμβάνεις πληροφορίες με πολύ διακριτικό τρόπο. Να παίρνεις δηλαδή πληροφορίες χωρίς να καταλαβαίνεις ότι τις παίρνεις.
Μου αρέσει η δυνατότητα να εξερευνείς πράγματα χωρίς να σταματά ποτέ πραγματικά η ταινία, να βρίσκεις τρόπους να το κάνεις. Υπήρχαν μάλιστα μία ή δύο σκηνές που όντως σταματούσαν την κίνηση της ταινίας και τελικά τις αφαιρέσαμε στο μοντάζ, γιατί θέλαμε η ορμή να παραμένει ισχυρή.
Αλλά πιστεύω – ή τουλάχιστον ελπίζω – ότι σταδιακά καταλαβαίνεις όλο και περισσότερο τους χαρακτήρες καθώς προχωρά η ιστορία. Ότι έχεις τελικά αρκετά στοιχεία για να συνδεθείς μαζί τους, κι όλα αυτά με τη μικρότερη δυνατή έκθεση πληροφοριών και εξηγήσεων.
Αναφέραμε και το Hell or High Water, που είναι ίσως μία από τις πιο αγαπημένες σου ταινίες για το κοινό. Είναι επίσης μια ταινία που συνάντησε τη στιγμή της που μίλησε πολύ εύστοχα στις κοινωνικές αγωνίες της εποχής της. Και παρ’ όλα αυτά δεν αισθάνομαι ότι έχει παλιώσει, παραμένει τρομερά ζωντανή. Ποια ήταν η προσέγγισή σου τότε, και πώς τη βλέπεις σήμερα;
Είναι ενδιαφέρον. Για μένα, η δημιουργία εκείνης της ταινίας ήταν μια ιδιαίτερη εμπειρία, γιατί είμαι Βρετανός και επρόκειτο για μια βαθιά αμερικανική ιστορία. Διαδραματιζόταν στο Δυτικό Τέξας, μια περιοχή στην οποία είχα περάσει χρόνο, και αυτός ήταν ο λόγος που συνδέθηκα αμέσως με το υλικό.
Αυτό που με τράβηξε ήταν η υπέροχη ισορροπία που είχε ανάμεσα στη συμπόνια και στην κατανόηση. Κατανόηση για τη θέση στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι είναι οι «κακοί» της ιστορίας. Αλλά και κατανόηση για τους αστυνομικούς και τη δική τους πλευρά.
Μου φάνηκε μια εξαιρετική ευκαιρία να κάνω κάτι που να είναι ταυτόχρονα σύγχρονη αμερικανική ιστορία, γουέστερν και νουάρ, όλα αυτά είναι πράγματα που αγαπώ ως σκηνοθέτης.
Και ήθελα πολύ το πνεύμα της ταινίας να θυμίζει εκείνη τη χαλαρή, ελεύθερη αίσθηση που συναντά κανείς στις ταινίες του Χαλ Άσμπι της δεκαετίας του ’70, γι’ αυτό και δούλευα πολύ αυτοσχεδιαστικά με τους ηθοποιούς. Τους ενθάρρυνα συνεχώς να πειραματίζονται, να δοκιμάζουν πράγματα, να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με τρόπο αυθόρμητο. Ήθελα όλα να μοιάζουν όσο το δυνατόν πιο ωμά και αληθινά.
Είχαμε ένα εξαιρετικό σενάριο πάνω στο οποίο μπορούσαμε να στηριχτούμε, αλλά ταυτόχρονα το εξελίσσαμε διαρκώς κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, υπάρχει ένα είδος ροκ εν ρολ πνεύματος σε ολόκληρη την ταινία. Ναι, είναι ένα σφιχτά δομημένο φιλμ είδους. Ναι, έχει σκηνές δράσης και όλα τα σχετικά. Αλλά ταυτόχρονα διαθέτει και μια χαλαρότητα, κι αυτή η χαλαρότητα ήταν απολύτως συνειδητή. Ήταν κομμάτι αυτού που ήθελα να βάλω μέσα στην ταινία.
Κοιτάζοντάς την σήμερα, νομίζω πως αυτό είναι το στοιχείο για το οποίο νιώθω περισσότερο περήφανος, αυτή η χαλαρότητα, και το χιούμορ της. Και κυρίως, όπως συζητάμε και παραπάνω, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο ομάδες χαρακτήρων. Είναι πάντα οι χαρακτήρες.
Το “Fuze” κυκλοφορεί στα σινεμά την Πέμπτη 25 Ιουνίου από την Feelgood Entertainment.