Ένα “έξυπνο όπλο” κατά της ακρίβειας

Διαβάζεται σε 6'
Ένα “έξυπνο όπλο” κατά της ακρίβειας
ISTOCK

Η ευρύτερη αξιοποίηση των διατακτικών σίτισης θα μπορούσε να περιορίσει μέρος των πιέσεων που δέχονται τα νοικοκυριά και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Σημαντικό εργαλείο για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων, σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά, αποτελούν οι διατακτικές και οι κάρτες σίτισης. Πρόκειται για μια πρακτική που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και αποκτά σταδιακά μεγαλύτερη δυναμική και στην Ελλάδα, καθώς προσφέρει άμεση οικονομική ανακούφιση στους εργαζομένους, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως πολύτιμο εργαλείο προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού για τις επιχειρήσεις.

Το σημερινό όριο

Με το σημερινό καθεστώς, το αφορολόγητο όριο ανέρχεται στα 6 ευρώ ημερησίως, γεγονός που μεταφράζεται σε ετήσια παροχή έως 1.584 ευρώ για έναν εργαζόμενο με πλήρη απασχόληση. Δηλαδή, οι διατακτικές σίτισης μπορούν να αντιστοιχούν σε ποσό μεγαλύτερο από έναν μηνιαίο μισθό για πολλούς εργαζομένους, χωρίς να επιβαρύνονται με φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, ενισχύοντας ουσιαστικά την αγοραστική τους δύναμη.

Παρά τα οφέλη, όμως, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά της υπόλοιπης Ευρώπης. Σύμφωνα, μάλιστα, με έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Edenred και παρουσιάστηκε την Πέμπτη 25/6, η διείσδυση της παροχής σίτισης στη χώρα διαμορφώνεται στο 12,3%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος προσεγγίζει το 20%. Η υστέρηση αυτή δείχνει ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης του θεσμού, ιδιαίτερα σε μια συγκυρία όπου η ενίσχυση του εισοδήματος χωρίς πρόσθετη μισθολογική επιβάρυνση αποτελεί ζητούμενο τόσο για εργαζομένους όσο και για επιχειρήσεις.

Η έκταση εφαρμογής

Ήδη, περίπου ένας στους τέσσερις εργαζομένους στην Ελλάδα λαμβάνει διατακτικές ή κάρτα σίτισης από τον εργοδότη του, είτε σε σταθερή είτε σε περιστασιακή βάση, ενώ για τους περισσότερους η παροχή αυτή έχει ενταχθεί στην καθημερινότητά τους εδώ και αρκετά χρόνια.

Συγκεκριμένα, το 46,7% τη λαμβάνει για περισσότερα από τρία χρόνια και το 42,4% για διάστημα από ένα έως τρία χρόνια, στοιχείο που αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μια συγκυριακή παροχή αλλά για έναν θεσμό που εδραιώνεται στην ελληνική αγορά εργασίας.

Σε βασικές ανάγκες

Η σημασία της αποτυπώνεται και στον τρόπο αξιοποίησής της. Το 95,7% των δικαιούχων χρησιμοποιεί τις διατακτικές κυρίως για αγορές στα σούπερ μάρκετ, καλύπτοντας βασικές ανάγκες διατροφής. Τρεις στους τέσσερις εργαζομένους χαρακτηρίζουν την παροχή αρκετά ή πολύ σημαντική, ενώ περισσότεροι από τους μισούς (52,7%) δηλώνουν ότι χάρη σε αυτή μπορούν να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για την αγορά τροφίμων.

Η θετική επίδραση δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό επίπεδο. Ένας στους δύο εργαζομένους αναφέρει ότι η παροχή σίτισης μειώνει το άγχος για την κάλυψη των καθημερινών εξόδων διατροφής, ενώ το 55,4% τη θεωρεί μια πρακτική λύση που διευκολύνει ουσιαστικά την καθημερινότητά του.

Οι επιχειρήσεις

Από την πλευρά των επιχειρήσεων, η στήριξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων αποτελεί τον βασικότερο λόγο χορήγησης της παροχής (62,5%), ακολουθούν τα φορολογικά οφέλη (54,2%), η διατήρηση του προσωπικού (40%) και η ενίσχυση της εταιρικής κουλτούρας και της κοινωνικής ευθύνης (39,2%). Δεν είναι τυχαίο ότι το 67,5% των επιχειρήσεων εκτιμά πως οι διατακτικές σίτισης αποτελούν σημαντικό παράγοντα προσέλκυσης και διατήρησης εργαζομένων, σε μια αγορά εργασίας όπου η εύρεση προσωπικού γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Παράλληλα, η παροχή σίτισης αποτελεί σήμερα τη δημοφιλέστερη εταιρική παροχή στην Ελλάδα. Επτά στις δέκα επιχειρήσεις που προσφέρουν πρόσθετες παροχές στο προσωπικό τους επιλέγουν διατακτικές ή κάρτα σίτισης, ποσοστό υψηλότερο από τα bonus απόδοσης, την κάλυψη μετακινήσεων ή την ιδιωτική ασφάλιση υγείας.

Σήμα για επικαιροποίηση

Ωστόσο, ο θεσμός εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους που δεν ανταποκρίνονται στις σημερινές συνθήκες. Το ημερήσιο αφορολόγητο όριο των 6 ευρώ παραμένει αμετάβλητο εδώ και 22 χρόνια, παρά τη σημαντική αύξηση του κόστους ζωής και ιδιαίτερα των τιμών των τροφίμων. Για τον λόγο αυτό, η ΓΣΕΒΕΕ έχει προτείνει την αύξησή του στα 10 ευρώ ημερησίως, εκτιμώντας ότι μια τέτοια παρέμβαση θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και θα έδινε ισχυρότερο κίνητρο στις επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν το μέτρο.

Το αίτημα αυτό ενισχύεται και από τα ευρήματα της έρευνας, σύμφωνα με τα οποία το 71,3% των επιχειρήσεων που σήμερα δεν χορηγούν παροχή σίτισης δηλώνει ότι θα επανεξέταζε τη στάση του εφόσον υπήρχαν επιπλέον φορολογικά κίνητρα.

Σε μια περίοδο όπου οι αυξήσεις στους μισθούς δεν επαρκούν πάντα για να καλύψουν τις απώλειες από την ακρίβεια, οι διατακτικές σίτισης αναδεικνύονται σε ένα αποτελεσματικό και φορολογικά αποδοτικό εργαλείο ενίσχυσης του εισοδήματος. Η ευρύτερη αξιοποίησή τους θα μπορούσε να περιορίσει μέρος των πιέσεων που δέχονται τα νοικοκυριά, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να φέρει την Ελλάδα πιο κοντά στις ευρωπαϊκές πρακτικές.

Το στίγμα

«Η παροχή σίτισης στους εργαζόμενους αποτελεί μια ουσιαστική και πρακτική μορφή στήριξης. Τα ευρήματα αναδεικνύουν ότι τα φορολογικά κίνητρα μπορούν να λειτουργήσουν καθοριστικά, ώστε περισσότερες επιχειρήσεις να προσφέρουν τέτοιες παροχές στο προσωπικό τους. Πρόκειται για πολιτικές που ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, βελτιώνουν την καθημερινότητά τους και παράλληλα δίνουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να στηρίξουν τους ανθρώπους τους χωρίς δυσανάλογη επιβάρυνση», ανέφερε ο  Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, προσθέτοντας ότι η ΓΣΕΒΕΕ έχει καταθέσει στη κυβέρνηση πρόταση με την οποία ζητά την αύξηση του ημερήσιου  αφορολόγητου ποσού από τα 6 ευρώ που είναι σήμερα στα 10 ευρώ.

Οι εταιρικές παροχές δεν αποτελούν πλέον απλά μια πρόσθετη παροχή προς τους εργαζομένους αλλά μια στρατηγική επένδυσης που ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, σημείωσε η Διευθύνουσα Σύμβουλος της Edenred, Μαρία Βερούχη. Όπως είπε στην Ελλάδα, το ημερήσιο αφορολόγητο όριο της παροχής σίτισης παραμένει αμετάβλητο στα 6 ευρώ εδώ και 22 χρόνια, παρά τις σημαντικές μεταβολές στο κόστος διαβίωσης. «Σε μια περίοδο όπου η αύξηση της παραγωγικότητας και η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων αποτελούν κοινές προτεραιότητες, η παροχή σίτισης μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα