Πάνω από όλα η κοστολόγηση
Διαβάζεται σε 7'
Ο οικονομολόγος Χρήστος Λάσκος γράφει στο NEWS 24/7 για τις “κοστολογημένες προτάσεις διακυβέρνησης” ενόψει εθνικών εκλογών.
- 15 Ιουλίου 2026 12:51
Μια από τις σταθερές των δημόσιων διαμαχών στην τηλεόραση είναι η «πρόκληση» της κοστολόγησης. Το «είναι οι προτάσεις σας κοστολογημένες;» αποτελεί το τελικό και καθοριστικό επιχείρημα.
Μπορεί, όμως, ένα επιχείρημα να διατυπώνεται με ερωτηματικό τρόπο; Μπορεί, αρκεί ο αποδέκτης του να συμφωνεί ως προς τη λογική του· και τη σημασία του.
Θέλω, λοιπόν, να πω πως η ερώτηση είναι στην πραγματικότητα, συνήθως, παραπειστική.
Για δύο, τουλάχιστον, λόγους.
Πρώτον, έχει νόημα να «κοστολογήσεις» μια πρόταση, όταν μπορείς να προσμετρήσεις και το όφελος· μόνο η σύγκρισή τους έχει νόημα. Αν, για παράδειγμα, ένα μέτρο έχει κόστος 5 δισεκατομμύρια, αλλά το όφελος είναι 10 δισεκατομμύρια, κανείς δεν θα έπρεπε να έχει αντίρρηση. Αν, ας πούμε, μια σημαντική αύξηση των μισθών φέρνει μια ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας -ειδικά, στην τελευταία, ως προς αυτό, οικονομία της ΕΕ- οι λάτρεις της «ανάπτυξης» θα έπρεπε να είναι διαπρύσιοι υποστηρικτές της. Αν, από την άλλη, η ενίσχυση του τουρισμού μειώνει κι άλλο την παραγωγικότητα, στο μέτρο που η «βαριά μας βιομηχανία» είναι, καταστατικά, εξαιρετικά χαμηλής παραγωγικότητας κλάδος, θα πρέπει, μεσοπρόθεσμα κιόλας, να εγκαταλειφθεί.
Δεύτερον, η πραγματική – όχι η άμεση – επίδραση μιας πολιτικής μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποτιμηθεί, στο μέτρο που εμπλέκει συνθήκες και διαδικασίες, οι οποίες μόνο εκ των υστέρων μπορούν να γίνουν γνωστές – και η τηλεοπτική «συζήτηση» μόνο να συσκοτίσει μπορεί τα πράγματα. Ιδίως αυτό αφορά μεγάλες παρεμβάσεις, με σημαντικό ρίσκο, χωρίς τις οποίες, όμως, μια οικονομία δεν μπορεί παρά να βράζει στο ζουμί της. Εδώ το να ισχυρίζεσαι πως «είναι πολλά τα λεφτά» μπορεί να αποδειχτεί στάση ιδανικού αυτόχειρα.
Πρόκρινα επιχειρήματα, τα οποία είναι συμβατά με τις μέινστριμ παραδοχές· αν και, νομίζω, πως περισσότερο «κοινωνικά» επιχειρήματα θα μπορούσε να θεωρηθούν βασιμότερα.
Ας έλθω, όμως, σε αυτό που περισσότερο με ενδιαφέρει. Και δεν είναι άλλο από την στάση ενός μεγάλου τμήματος της Αριστεράς – ιδίως, αυτής που έχει μόνιμα κυβερνητικές βλέψεις.
Άκουγα, λοιπόν, τις προάλλες, έναν εκπρόσωπο του κόμματος του κ. Τσίπρα να απαντάει στο ερώτημα «πού θα βρείτε τα λεφτά;» με την πρόταση του πατριωτικού (;) φόρου. Θα φορολογηθούν οι πολύ -πολύ, όμως- πλούσιοι κι έτσι θα διασφαλιστούν οι πόροι για μια φιλολαϊκή πολιτική. Ειπώθηκαν και νούμερα: τα 1500 πρόσωπα, με εισόδημα άνω των 900000, θα φορολογηθούν, με τέτοιον τρόπο, που θα προκύψουν επιπλέον 4 δισεκατομμύρια ευρώ, για να χρηματοδοτήσουν κοινωνικού χαρακτήρα παρεμβάσεις.
Γιά να δούμε. Ας υποθέσουμε πως το μέσο ατομικό εισόδημα αυτών των 1500 είναι 2 εκατομμύρια. Το συνολικό τους εισόδημα τότε είναι 3 δισεκατομμύρια. Τα 4 δισεκατομμύρια του προσδοκώμενου φόρου είναι κατά 33% μεγαλύτερα του συνολικού τους εισοδήματος!
Τι τρέχει, λοιπόν, εδώ;
Η γνώμη μου είναι πως η αλγεβρική ανακατωσούρα έχει πολιτική εξήγηση. Η προσπάθεια μιας ορισμένης – σοβαρής – Αριστεράς να είναι σχεδόν με όλους οδηγεί σε προφανείς ανορθολογισμούς. Δεν είναι τωρινό το κακό. Θυμάμαι πως, ήδη, το 2014, λίγο πριν από την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ, ένα σημαντικό, διατασικό, μάλιστα, τμήμα κομματικών στελεχών έλεγε πως το αφορολόγητο της ακίνητης περιουσίας θα ήταν στα επίπεδα των 500000! Στην εσωκομματική αντίρρηση πως έτσι δεν επρόκειτο να αποκομίσουμε παρά ελάχιστα από τα αναγκαία, για την εφαρμογή της πολιτικής μας, χρηματικά έσοδα, απάντηση δεν δόθηκε ποτέ. Η τραγική κατάληξη της υπόθεσης, κατά τη γνώμη μου, ήταν, περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο, απότοκο τέτοιων τοποθετήσεων.
Ισχυρίζομαι πως μια αριστερή πολιτική είναι αδύνατο να υλοποιήσει έστω και λίγα από τα απολύτως αναγκαία για τους εργαζόμενους και τη νεολαία – που τείνει να είναι, στο πολύ μεγαλύτερο μέρος της, ανεξαρτήτως μορφωτικών προσόντων, επισφαλές προλεταριάτο – αν «κοστολογεί» με αυτόν τον τρόπο. Γιατί το κοινωνικό μέτωπο που βρίσκεται απέναντί της είναι πολύ ευρύτερο από το 1% – μάλλον προς το 30% φέρνει. Πρόκειται για τάξεις, στρώματα και κοινωνικές μερίδες που θα έπρεπε να «πληγούν» στα σοβαρά αν είναι να επιδιώξουμε, ας πούμε, ένα στοιχειώδες κοινωνικό κράτος.
Δίνω ένα δυο παραδείγματα, για να γίνει το πράγμα καθαρό. Τα μικρά και μεσαία εργοδοτικά στρώματα κερδίζουν τόσο πολλά από τη διατήρηση των μισθών και των εργασιακών συνθηκών σε άθλιο επίπεδο, που θα υπερασπιστούν, με κάθε τρόπο, όσα με τίποτε δεν θα ήθελαν να χάσουν. Ένα πολύ μεγάλο μέρος ιδιοκτητών ακινήτων προς ενοικίαση δεν θα ήθελαν καμιά δημόσια παρέμβαση, που θα μείωνε το κέρδος τους – το γεγονός πως οι ενοικιαστές δίνουν συχνά το μισό τους εισόδημα σε αυτό ποσώς τους ενδιαφέρει.
Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ με ανάλογα παραδείγματα. Νομίζω, όμως, πως τα πράγματα είναι προφανή.
Τι σημαίνει αυτό πολιτικά;
Σημαίνει πως δεν μπορεί η Αριστερά να είναι, σχεδόν, με όλους. Η εργάτρια στο εμπορικό ξέρει πως τα συμφέροντά της είναι ανταγωνιστικά με αυτά του αφεντικού της. Αν αυτή της η άμεση γνώση δεν μεταφράζεται σε πολιτική δεν έχει κανένα λόγο να ενδιαφέρεται για την πολιτική. Είναι απολύτως λογικό να αντιλαμβάνεται τον δημόσιο διάλογο ως ένα αδιάφορο για την ίδια συνονθύλευμα «ιδεών και προτάσεων» του τύπου «νάχαμε να λέγαμε».
Η Δεξιά ξέρει καλά πως δεν χρειάζεται να επιδιώκει να είναι με όλους. Της φτάνει να εκπροσωπεί τον δικό της ταξικά κόσμο – και έναν άλλο λαϊκό, που ταυτίζεται ιδεολογικά και διευρύνει τις δυνατότητες επιρροής της. Η ταξική της βάση -το 30%, που λέγαμε- είναι αρκετό συνήθως για να της διασφαλίζει μια ηγεμονική θέση στο πολιτικό σύστημα.
Η Αριστερά θα είχε μια κάποια τύχη αν έκανε το ίδιο. Αν επιδίωκε, δηλαδή, να δομήσει το δικό της κοινωνικό μπλοκ, σε ανταγωνισμό με αυτό της Δεξιάς. Δεν το κάνει. Στις πιο «κυβερνώσες» εκδοχές της, δεν της περνάει καν από το μυαλό. Θεωρώντας ότι το εθνικό ακροατήριο είναι καλύτερη επένδυση αδυνατεί να εκφράσει το δυνητικό κοινωνικό της ακροατήριο.
Γι’ αυτό κοστολογεί και κοστολογεί. Γιατί δεν είναι «λαϊκιστική». Γιατί έχει τεχνοκρατική επάρκεια – τόσο που έχουμε πλέον το πρώτο κόμμα, που ιδρύθηκε από ένα επιστημονικό ινστιτούτο!
Η γνώμη μου είναι ότι τις επόμενες εκλογές θα τις κερδίσει η Δεξιά – για λόγους σαν αυτούς που εκτέθηκαν παραπάνω. Μαζί με την Ακροδεξιά, μάλιστα, θα κυριαρχήσει και πάλι καταθλιπτικά.
Η έκβαση έχει, μάλιστα, προεξοφληθεί από τον αποδιαρθρωμένο λαό της Αριστεράς, της κοινωνικής, πρώτα από όλα, Αριστεράς. Ξέρει πόσο αδύναμη είναι απέναντι στον ταξικά συνειδητοποιημένο και αποφασισμένο λαό της Δεξιάς. Στην πρόσφατη δημοσκόπηση της Prorata το 57%, έναντι μόλις 34%, λέει πως στις εκλογές θα ψηφίσει για να εκφράσει διαμαρτυρία. Το 57%!
Κάποιοι συνεχίζουν να κοστολογούν. Να «αποδεικνύουν» την τεχνοκρατική τους επάρκεια.
Η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου, ωστόσο, θέλει να αρχίσει να εκφράζεται με δύναμη η κοινωνική αντιπολίτευση. Δεν πείθεται από ό,τι του προτείνεται ως εναλλακτική διακυβέρνηση.
Νομίζω, λοιπόν, πως, αν υπάρχει ελπίδα, θα πρέπει να αναζητηθεί στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές της Αριστεράς – κι ας είναι σήμερα μικρές κι ανεπαρκείς. Οι εργατικές τάξεις, μεγαλύτερες και νεότερες, κατανοούν, έστω ασύνειδα, πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν είναι τέτοιας κλίμακας, ώστε είναι αδύνατον να αντιμετωπιστούν με «παραμετρικές αλλαγές» και «προωθητικούς συμβιβασμούς» με όσους τους εκμεταλλεύονται χωρίς όρια. Κατανοούν πως απαιτούνται μεγάλες αλλαγές -στις καλές εποχές λέγονταν επαναστατικές. Ξέρουν πως καμιά από τις τωρινές «κυβερνώσες» δεν μπορεί να διαμορφώσει μια πραγματική εναλλακτική.
Καλό είναι όσοι έχουν την ίδια εικόνα για το απελπιστικό της συνθήκης να αρχίσουν, όσο πιο ενωτικά γίνεται, να οργανώνουν την πλειοψηφικά επιθυμητή «διαμαρτυρία», να οργανώνουν την κοινωνική αντίσταση στη σταθεροποίηση – είτε στη εκδοχή της απόλυτης κυριαρχίας της Δεξιάς είτε σε αυτήν ενός ξέπνοου διπολισμού, που «θα αλλάζει τα πάντα, για να μένουν τα πάντα ίδια».
* Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος