Η Ιταλία “κόβει τα φτερά” της Μαφίας με σύμμαχο τις μητέρες της Ντραγκέτα
Διαβάζεται σε 5'
Η Ιταλία επιχειρεί με νόμο να σταματήσει τη διαγενεακή στρατολόγηση στις εγκληματικές οργανώσεις της Μαφίας και μάλιστα με ανέλπιστο σύμμαχο τις μητέρες των πιο “σκληρών” φατριών.
- 16 Ιουλίου 2026 21:32
Μια νέα ευκαιρία να αποστασιοποιηθούν από το οργανωμένο έγκλημα θα έχουν πλέον παιδιά και έφηβοι που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα της ιταλικής Μαφίας, χάρη σε μια νέα νομοθετική πρωτοβουλία που στοχεύει στον περιορισμό της στρατολόγησης νέων μελών από γενιά σε γενιά.
Στο πλαίσιο μιας πρωτοφανούς προσπάθειας να σπάσει ο οικογενειακός αυτός δεσμός, το ιταλικό κράτος θα προσφέρει σε νέους κάτω των 25 ετών, καθώς και σε άλλους στενούς συγγενείς ηγετικών στελεχών της Μαφίας, τη δυνατότητα για ένα νέο ξεκίνημα: στέγαση σε άλλη πόλη, φοίτηση σε νέο σχολείο και, εφόσον κριθεί απαραίτητο, νέα ταυτότητα.
Την Τετάρτη, το νομοσχέδιο “Ελεύθεροι να επιλέξουν” έλαβε την τελική έγκριση της Γερουσίας. “Σήμερα, το κοινοβούλιο μετουσιώνει σε νόμο ένα όνειρο που επί χρόνια φάνταζε απραγματοποίητο”, δήλωσε η Κιάρα Κολοσίμο, πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής κατά της Μαφίας.
Σύμφωνα με την ίδια, εκτιμάται ότι περίπου 400 παιδιά που γεννιούνται σε μαφιόζικες οικογένειες θα εντάσσονται ετησίως στο συγκεκριμένο πρόγραμμα.
Σε πολλές ιταλικές εγκληματικές φατρίες, όπως γράφει ο Guardian, η εξουσία κληροδοτείται από τη μία γενιά στην άλλη. Ενώ η διαδοχή αυτή δεν αποτελεί απαράβατο κανόνα στην Κόζα Νόστρα της Σικελίας ή στην Καμόρα της Νάπολης, είναι βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα της καλαβρέζικης Ντρανγκέτα —μιας από τις ισχυρότερες εγκληματικές οργανώσεις παγκοσμίως—, όπου ο γιος του αρχηγού αναμένεται σχεδόν νομοτελειακά να διαδεχθεί τον πατέρα του στην ηγεσία της φατρίας.
Αυτοί οι στενοί δεσμοί αίματος καθιστούσαν ανέκαθεν την Ντρανγκέτα εξαιρετικά απροσπέλαστη, προβάλλοντας ισχυρή αντίσταση στον θεσμό των pentiti (των μεταμεληθέντων πρώην μελών της Μαφίας που συνεργάζονται με τις αρχές).
Για πολλούς, η αποκάλυψη των εγκλημάτων της οργάνωσης θα ισοδυναμούσε με προδοσία όχι μόνο των συνεργατών τους, αλλά των ίδιων των πατέρων, των παππούδων και των θείων τους. Παρά τις σαρωτικές συλλήψεις και τις διαδοχικές δίκες-μαμούθ με εκατοντάδες κατηγορουμένους, η οργάνωση επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Καθώς οι παλαιότερες γενιές εκτίουν ποινές ισόβιας κάθειρξης σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, τη θέση τους καταλαμβάνουν όλο και συχνότερα οι γιοι και άλλοι νεαροί συγγενείς, συχνά από την εφηβεία τους.
Αναλαμβάνοντας την προεδρία του δικαστηρίου ανηλίκων στο Ρέτζιο Καλάμπρια το 2011, ο δικαστής Ρομπέρτο Ντι Μπέλα εγκαινίασε ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα αναστολής. Αυτό έδινε στις αρχές τη δυνατότητα να απομακρύνουν παιδιά από τις πλέον επικίνδυνες οικογένειες της Ντρανγκέτα και να τα μετεγκαθιστούν σε ασφαλές περιβάλλον μέχρι την ενηλικίωσή τους. Με τη συνδρομή παιδαγωγών, κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων, οι νέοι αυτοί κατάφεραν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και να οικοδομήσουν μια ζωή μακριά από την παρανομία. Οι γονείς που επέμεναν να παρασύρουν τα παιδιά τους στο έγκλημα αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο αφαίρεσης της γονικής μέριμνας. Ο Ντι Μπέλα ονόμασε την πρωτοβουλία αυτή Liberi di Scegliere (Ελεύθεροι να Επιλέξουν).
Το εγχείρημα προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Ο Ντι Μπέλα κατηγορήθηκε για διάλυση οικογενειών και δέχθηκε σφοδρή κριτική από πολιτικούς, αναλυτές αλλά και εκπροσώπους της Εκκλησίας, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η απομάκρυνση των παιδιών από τους γονείς τους —ανεξαρτήτως συνθηκών— αποτελούσε πλήγμα στον ίδιο τον θεσμό της οικογένειας. Μάλιστα, ένας φυλακισμένος αρχηγός της Μαφίας έστειλε στον δικαστή μια έμμεση πλην σαφή απειλή, υπενθυμίζοντάς του με νόημα ότι “όλοι έχουν παιδιά”.
Οι μητέρες της Ντρανγκέτα στο πλευρό της Πολιτείας
Παρ’ όλα αυτά, το πρόγραμμα βρήκε υποστήριξη από ανέλπιστες πλευρές. Όπως αποκάλυψε ο Ντι Μπέλα, μητέρες από οικογένειες της Ντρανγκέτα, ανάμεσά τους και σύζυγοι πανίσχυρων αρχηγών, άρχισαν να επικοινωνούν κρυφά μαζί του ζητώντας του να απομακρύνει τους γιους τους από την Καλαβρία, καθώς φοβούνταν ότι η μόνη τους προοπτική θα ήταν η φυλακή ή ο θάνατος.
Ο νέος νόμος θέτει ως προτεραιότητα τη διατήρηση της οικογενειακής εστίας για μητέρες και παιδιά, υπό την προϋπόθεση ότι η μητέρα συναινεί στη διακοπή κάθε επαφής με τη Μαφία. Σε αυτή την περίπτωση, μετεγκαθίστανται σε ασφαλή τοποθεσία εκτός της περιφέρειας καταγωγής τους. Εάν η μητέρα παραμείνει προσκολλημένη στη φατρία, τα παιδιά ανατίθενται σε εγκεκριμένες ανάδοχες οικογένειες ή, εάν απαιτείται, σε προστατευόμενες δομές φιλοξενίας, όπου τους παρέχεται εκπαίδευση και ψυχολογική υποστήριξη.
“Σήμερα δεν γιορτάζουμε απλώς την ψήφιση ενός νόμου, αλλά τη νίκη της ίδιας της ελευθερίας”, δήλωσε ο Λουίτζι Τσιότι, ιερέας και ακτιβιστής του αντιμαφιοζικού κινήματος, εκφράζοντας “βαθιά ικανοποίηση για μια νομοθεσία που προστατεύει όσους αποφασίζουν να κόψουν τους δεσμούς τους με το έγκλημα”.
“Πρόκειται για έναν απολύτως ορθό νόμο”, σχολίασε ο Σαλβατόρε Βέλα, προϊστάμενος της εισαγγελίας της Τζέλα στη Σικελία, ενός από τα ιστορικά προπύργια των εγκληματικών οργανώσεων στο νησί. “Αναγνωρίζει ότι η καταπολέμηση της Μαφίας δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα αστυνόμευσης, αλλά πρωτίστως ζήτημα παιδείας, κουλτούρας και κοινωνικού περιβάλλοντος”.
Ασφαλώς, οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες. “Φοβάμαι ότι υπάρχει κίνδυνος να παραμείνει σε μεγάλο βαθμό γράμμα κενό”, προειδοποίησε ο Βέλα, επισημαίνοντας ότι ο νέος νόμος εναποθέτει το βάρος της εξασφάλισης ασφαλούς στέγασης, οικονομικής αρωγής και νέων ταυτοτήτων στην ήδη υποστελεχωμένη και επιβαρυμένη κεντρική υπηρεσία προστασίας του κράτους. “Χωρίς πρόσθετους πόρους, προσωπικό και εξειδικευμένη υποστήριξη, το εγχείρημα θα δυσκολευτεί να αποδώσει, ειδικά σε μια περίοδο που οι τοπικές κοινωνικές υπηρεσίες της Ιταλίας βρίσκονται ήδη στα όρια των δυνατοτήτων τους”.