Διάγγελμα Τραμπ: Πυρά κατά της Κίνας για “τη μεγαλύτερη πειρατεία εκλογικών δεδομένων στην ιστορία”

Διαβάζεται σε 5'
Διάγγελμα Τραμπ: Πυρά κατά της Κίνας για “τη μεγαλύτερη πειρατεία εκλογικών δεδομένων στην ιστορία”
Διάγγελμα του Ντόναλντ Τραμπ AP Photo Seth Wenig

Ο Τραμπ κατηγόρησε εκ νέου την Κίνα για «τη μεγαλύτερη πειρατεία εκλογικών δεδομένων στην ιστορία», κατά τη διάρκεια της ομιλίας του. Διέψευσε κατηγορηματικά το Πεκίνο.

Σε μια περίοδο εξαιρετικά εύθραυστης ισορροπίας μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε βαρύτατες κατηγορίες εναντίον της Κίνας, κάνοντας λόγο για τη «μεγαλύτερη πειρατεία εκλογικών δεδομένων στην ιστορία».

Η 25λεπτη ομιλία του, η οποία μεταδόθηκε σε ώρα υψηλής τηλεθέασης, αν και δύο από τα τρία μεγάλα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα και το CNN επέλεξαν να μην την αναμεταδώσουν ζωντανά, έρχεται να ρίξει βαριά σκιά στις διπλωματικές προετοιμασίες για την επικείμενη επίσκεψη του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο.

Οι κατηγορίες Τραμπ και ο αποχαρακτηρισμός εγγράφων

Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ο Τραμπ υποστήριξε ότι το Πεκίνο «απέκτησε παράνομα» τουλάχιστον 220 εκατομμύρια φακέλους Αμερικανών ψηφοφόρων.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών άρχισαν να συγκεντρώνουν στοιχεία ήδη από το 2020, αποκαλύπτοντας ότι δεδομένα δεκάδων εκατομμυρίων ψηφοφόρων σε 18 πολιτείες είχαν αγοραστεί, κλαπεί ή παραβιαστεί από την Κίνα.

Παράλληλα, ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος ανακοίνωσε ότι έδωσε εντολή να αποχαρακτηριστούν διαβαθμισμένα έγγραφα των μυστικών υπηρεσιών που, όπως ισχυρίζεται, αποδεικνύουν «σοκαριστικές ευαλωτότητες» του αμερικανικού εκλογικού συστήματος.

Σημειώνεται ότι ο Ντόναλντ Τραμπ διατείνεται εδώ και χρόνια, χωρίς να έχει παρουσιάσει ποτέ κάποια πειστική απόδειξη, ότι του «έκλεψαν» τη νίκη στις προεδρικές εκλογές του 2020.

Παρά τους ισχυρισμούς του για εκτεταμένη νοθεία, ανεξάρτητοι ειδικοί, ινστιτούτα και η αμερικανική δικαιοσύνη έχουν αποφανθεί κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη για παρατυπίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα.

Τι αποκαλύπτουν πραγματικά τα έγγραφα

Παρά τις δραματικές εξαγγελίες του Τραμπ, η ανάλυση των εγγράφων που αποχαρακτηρίστηκαν έδειξε ότι όχι μόνο δεν τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του, αλλά συχνά αποδεικνύουν το αντίθετο ή είναι εντελώς άσχετα με τις αμερικανικές υποδομές:

  • Ένα από τα έγγραφα της CIA που συντάχθηκε πρόσφατα, αφορούσε τις εκλογές στη Βενεζουέλα και όχι στις ΗΠΑ.
  • Ένα άλλο έγγραφο ανέφερε ρητά, «Εκτιμούμε ότι τα συστήματα καταμέτρησης ψήφων θα ήταν δύσκολο να χειραγωγηθούν σε αρκετά μεγάλη κλίμακα ώστε να τεθεί σε κίνδυνο το εκλογικό αποτέλεσμα».
  • Ένα τρίτο έγγραφο της CIA σημείωνε ότι, αν και Κινέζοι πράκτορες είχαν στοχοποιήσει την προεκλογική εκστρατεία του Μπάιντεν, το Πεκίνο «δεν έχει επί του παρόντος πρόθεση να παρέμβει κρυφά για να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών».

«Οι δήθεν “βόμβες” του Τραμπ για την Κίνα είναι εντελώς ψευδείς», δήλωσε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας.

«Η αλήθεια είναι ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών μας συμφώνησαν ομόφωνα ότι η Κίνα δεν προσπάθησε καν να αλλάξει ούτε μία ψήφο στις εκλογές του 2020».

Η κατηγορηματική διάψευση του Πεκίνου

Η αντίδραση της Κίνας υπήρξε άμεση και έντονη, διαψεύδοντας κατηγορηματικά τις κατηγορίες περί απόκτησης εκατομμυρίων δεδομένων και προσπάθειας επηρεασμού της εκλογικής διαδικασίας.

Σε δήλωσή του προς το CNN, εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στην Ουάσινγκτον ανέφερε:

«Η Κίνα ανέκαθεν τηρούσε απαρέγκλιτα την αρχή της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών. Οι αμερικανικές εκλογές αποτελούν εσωτερική υπόθεση των ΗΠΑ και το αποτέλεσμά τους καθορίζεται αποκλειστικά από την ψήφο του αμερικανικού λαού. Η Κίνα δεν έχει αναμειχθεί ποτέ και δεν πρόκειται να αναμειχθεί στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ».

Η κινεζική πλευρά έχει επανειλημμένα απορρίψει ανάλογες κατηγορίες για πολιτική παρέμβαση που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς από άλλες δυτικές χώρες, όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς και η Βρετανία, κατηγορώντας με τη σειρά της την Ουάσινγκτον για συστηματική παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις.

Διπλωματικοί τριγμοί ενόψει της συνάντησης κορυφής

Οι νέες αυτές καταγγελίες απειλούν να τινάξουν στον αέρα την εύθραυστη σταθερότητα που είχε επιτευχθεί πρόσφατα μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Οι διμερείς σχέσεις είχαν καταβαραθρωθεί τον προηγούμενο χρόνο, εξαιτίας των κλιμακούμενων διαφωνιών για το εμπόριο, τους δασμούς και τους περιορισμούς στις εξαγωγές τεχνολογικών αγαθών στρατηγικής σημασίας.

Μια προσωρινή ισορροπία είχε αποκατασταθεί μετά τη συνάντηση των Τραμπ και Σι στη Νότια Κορέα το περασμένο φθινόπωρο, η οποία επισφραγίστηκε με την ιστορική επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο τον περασμένο Μάιο, την πρώτη επίσκεψη Αμερικανού ηγέτη στην Κίνα εδώ και εννέα χρόνια.

Κατά τη διάρκεια εκείνης της επίσκεψης, οι δύο πλευρές είχαν χαιρετίσει μια νέα εποχή «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας», με τον Τραμπ να απευθύνει επίσημη πρόσκληση στον Σι Τζινπίνγκ για επίσημη επίσκεψη στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο.

Ωστόσο, οι τελευταίες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου ρίχνουν πλέον βαριά σκιά πάνω από τις προετοιμασίες του Πεκίνου για το ταξίδι του Σι, το οποίο θεωρείτο το επόμενο κρίσιμο βήμα για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομικών δυνάμεων του πλανήτη.

Η σιωπή για το Ιράν

Παρά την κατακόρυφη κλιμάκωση των εχθροπραξιών στο Ιράν μετά την κατάρρευση της εκεχειρίας, ο Τραμπ μετά βίας αναφέρθηκε στον πόλεμο, αποφεύγοντας να παρουσιάσει κάποια στρατηγική για τη συνέχεια.

«Έχουμε τον ισχυρότερο και πιο ισχυρό στρατό μακράν στον κόσμο. Τον έχτισα κατά την πρώτη μου θητεία και, δυστυχώς, είμαστε αναγκασμένοι να τον χρησιμοποιήσουμε τώρα», δήλωσε από το East Room του Λευκού Οίκου.

Πρόσθεσε δε πως οι ΗΠΑ «κερδίζουν κατά κράτος στο Ιράν και θα δείτε τους καρπούς αυτών των προσπαθειών πολύ, πολύ σύντομα». Αυτή ήταν η μοναδική αναφορά του προέδρου στη σύγκρουση, την ίδια ώρα που ο αμερικανικός στρατός πραγματοποιούσε αεροπορικές επιδρομές για έκτη συνεχόμενη νύχτα.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Τραμπ εξετάζει την επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν, την ίδια ώρα που η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται εξαιρετικά σκεπτική.  Νέα δημοσκόπηση των Washington Post-Ipsos αποκαλύπτει ότι μόλις το 29% των Αμερικανών εγκρίνει τους χειρισμούς του Τραμπ στο Ιράν, εν μέσω ανησυχιών για την άνοδο των τιμών στα καύσιμα και το κόστος ζωής.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα