Παπανδρέου για κάνναβη: “Η απαγόρευση παρέδωσε την αγορά στη μαφία”
Διαβάζεται σε 4'
Σκληρή κριτική από τον Γιώργο Παπανδρέου στις ρυθμίσεις για την χρήση της κάνναβης που έφερε η κυβέρνηση στη Βουλή.
- 17 Ιουλίου 2026 18:17
Στις ρυθμίσεις που αφορούν στους ελέγχους για την κάνναβη και είναι ενταγμένες στο νομοσχέδιο για τον Προσωπικό Βοηθό των ΑμεΑ, αναφέρθηκε σε παρέμβασή του στην επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων ο πρώην πρωθυπουργός, Γιώργος Α. Παπανδρέου την Παρασκευή.
“Είναι χρήσιμες οι ρυθμίσεις που αντιμετωπίζουν τα νοθευμένα και «ψεκασμένα» προϊόντα, τα συνθετικά κανναβινοειδή, την ανεξέλεγκτη διάθεση ουσιών άγνωστης σύνθεσης. Ορθώς προβλέπουν ελέγχους. Όμως το κεφάλαιο παραμένει εγκλωβισμένο στην ίδια παλιά, αποτυχημένη λογική: περισσότερες απαγορεύσεις, ευρύτερες ποινικές διατάξεις, αυστηρότερες κυρώσεις. Δεν αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος” τόνισε ο βουλευτής Αχαΐας του ΠΑΣΟΚ.
Όπως είπε, το ερώτημα δεν είναι αν εγκρίνουμε τη χρήση, αλλά ποιος ελέγχει την αγορά.. “Η απάντηση σήμερα είναι ξεκάθαρη. Τα παράνομα δίκτυα καθορίζουν τι πωλείται, πόσο ισχυρό είναι, με τι νοθεύεται, σε ποιον πωλείται – ακόμα και σε ανήλικους – και σε ποια τιμή. Αυτά εισπράττουν τα κέρδη. Αυτά ξεπλένουν το μαύρο χρήμα. Η απαγόρευση δεν εξαφάνισε την αγορά. Την παρέδωσε στη μαφία” υποστήριξε ο κ. Παπανδρέου.
Για τις, δε, προβλέψεις του νομοσχεδίου, είπε ότι “δεν προστατεύει τον χρήστη από την ποινική δίωξη. Δεν διαχωρίζει τον χρήστη από τον διακινητή. Δεν δημιουργεί νόμιμη, ελεγχόμενη εναλλακτική. Δεν αφαιρεί ούτε ένα ευρώ από το οργανωμένο έγκλημα”.
Συγκεκριμένα, είπε για την “αδικία του ισχύοντος πλαισίου” ότι το άρθρο 29 του ν. 4139/2013 εξακολουθεί να τιμωρεί με φυλάκιση έως πέντε μήνες την κατοχή, χρήση ή καλλιέργεια κάνναβης αποκλειστικά για προσωπική χρήση: “Μικρή” ποινή, θα πείτε. Δεν είναι μικρή για τον δεκαεννιάχρονο που συλλαμβάνεται. Δεν είναι μικρή για την οικογένειά του. Προσαγωγή, δακτυλοσκόπηση, δικηγόροι, δικαστήριο, στιγματισμός, φόβος για το μέλλον. Ακόμη κι αν δεν υπάρξει καταδίκη, η ίδια η διαδικασία είναι η τιμωρία. Και η βαθιά αντίφαση: ο περιστασιακός χρήστης μπορεί να μείνει ατιμώρητος· ο συστηματικός είναι πιο εκτεθειμένος σε βαρύτερες τιμωρίες.
Τιμωρούμε δηλαδή αυστηρότερα ακριβώς εκείνον που χρειάζεται περισσότερο υποστήριξη και υπηρεσίες υγείας.Ένα ζήτημα κοινωνικό, ψυχολογικό, υγειονομικό – το αντιμετωπίζουμε αστυνομικά. Είναι αυτή πολιτική δημόσιας υγείας;” αναρωτήθηκε ο κ. Παπανδρέου.
Σύμφωνα με το βουλευτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το άρθρο 84 “συμπεριλαμβάνει ακόμη και την «αγορά» μη επιτρεπόμενων προϊόντων και παραπέμπει στις ποινές του άρθρου 20 του νόμου περί ναρκωτικών. Το άρθρο 89 παραπέμπει, γενικόλογα, στο ίδιο άρθρο. Όμως το άρθρο 20 προβλέπει κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ ετών και χρηματική ποινή έως 300.000 ευρώ. Ρωτώ λοιπόν ευθέως την κυβέρνηση: Θέλετε να δημιουργήσετε τον κίνδυνο ένας αγοραστής να αντιμετωπιστεί ως διακινητής; Θέλετε μια παράβαση επισήμανσης σε προϊόν CBD από ένα νόμιμο κατάστημα να οδηγεί σε μεταχείριση αντίστοιχη με εκείνη οργανωμένου εγκληματικού δικτύου; Η ίδια ποινή για ριζικά διαφορετικές συμπεριφορές είναι κατάλυση της αναλογικότητας. Είναι κάκιστη νομοθέτηση” επισήμανε ο κ. Παπανδρέου.
Σημείωσε, επίσης, ότι “καμία ουσία δεν είναι ακίνδυνη, ούτε η κάνναβη, ούτε το αλκοόλ και ο καπνός που πωλούνται νόμιμα. Οι πραγματικοί κίνδυνοι της κάνναβης είναι η έναρξη σε μικρή ηλικία, η καθημερινή, μακροχρόνια χρήση, τα προϊόντα υψηλής περιεκτικότητας σε THC, η οδήγηση υπό την επήρεια, τα νοθευμένα με συνθετικές ουσίες προϊόντα και «για ακριβώς αυτούς τους λόγους απαιτείται ρύθμιση: Γιατί στην παράνομη αγορά δεν υπάρχει εργαστηριακός έλεγχος. Δεν υπάρχει ετικέτα. Δεν υπάρχει γνωστή περιεκτικότητα. Δεν υπάρχει έλεγχος ηλικίας.Δεν υπάρχει ανάκληση παρτίδας. Δεν υπάρχει υπεύθυνος παραγωγός”.
Η απαγόρευση, τόνισε ο πρώην πρωθυπουργό «δεν καταργεί τον κίνδυνο. Καταργεί τη δυνατότητα της Πολιτείας να τον ελέγξει. Και η ψευδαίσθηση ότι η αστυνομία θα ελέγξει την αγορά καταρρέει μπροστά σε ένα γεγονός: ναρκωτικά διακινούνται ακόμη και μέσα στις φυλακές».
Ακολούθως σημείωσε ότι “η απαγόρευση δημιουργεί την επαφή με τους παράνομους διακινητές, και άρα και την ευκαιρία του διακινητή να του πλασάρει σκληρό ναρκωτικό” ενώ “η νόμιμη, ελεγχόμενη διάθεση σπάει αυτή τη σύνδεση. Απομακρύνει τον χρήστη από τον διακινητή. Αφαιρεί πελατεία και έσοδα από τη μαφία. Γι’ αυτό, άλλωστε, η μαφία είναι ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της απαγόρευσης. Από την αποποινικοποίηση χάνει – και χάνει πολλά. [. . .] Και όπου υπάρχουν τέτοια κέρδη, υπάρχει – αποδεδειγμένα, όχι θεωρητικά – διαφθορά: από τον αστυνομικό, στον δικαστή, θα προσθέσω και στον πολιτικό. [. . .] Τα ισχυρότερα δίκτυα διακινητών έχουν συμφέρον να κυνηγηθεί η κάνναβης. Και να την αντικαταστήσουν με άλλα πιο κερδοφόρα, πιο επικίνδυνα και πιο εθιστικά”.