Πέρα από τα εθνικά αφηγήματα: Ο βιασμός ως όπλο πολέμου στην Κύπρο του 1974 

Διαβάζεται σε 14'
Πέρα από τα εθνικά αφηγήματα: Ο βιασμός ως όπλο πολέμου στην Κύπρο του 1974 
Paul Panayiotou/Alamy/Visualhellas.gr

Η Ερευνήτρια και Πολιτική Επιστήμονας Άντρεα Κώστα γράφει στο NEWS 24/7 για το ζήτημα των Κυπρίων γυναικών που υπέστησαν βιασμούς το 1974, το οποίο «άνοιξε» μόλις πριν από λίγα χρόνια.

Ο μαύρος Ιούλης της Κύπρου. Μεγαλώνοντας ακούσαμε πολλά για αυτόν τον μαύρο Ιούλη του 1974. Είτε από εκπομπές, αφιερώματα, εκδηλώσεις, είτε από εμπειρίες από το οικείο μας περιβάλλον.

Μικρές τότε, συχνά εντοπίζαμε ένα νεύμα στις αλληλοεπιδράσεις που είχαμε γύρω μας σχετικά με τα γεγονότα του 1974 και τα όσα εκτυλίχθηκαν στην Κύπρο. Αυτό το γνώριμο νεύμα συνήθως προερχόμενο από τη γιαγιά, τη θεία, ή την γειτόνισσα που πέρασε από το σπίτι για τον καφέ. Ένα νεύμα που κάποτε συνοδευόταν με μια ψιθυριστή συζήτηση που έκαναν οι γυναίκες κρυφά μεταξύ τους. Ένα νεύμα, ένας ψίθυρος και σιωπή. Γρήγορα, συνοπτικά. Να μην ακούσει κανείς. Να μην ακούσει κανείς ότι υπήρξαν γυναίκες που υπέστησαν βιασμούς και θηριωδίες κατά την Τούρκικη εισβολή το 1974. Να κρύψουμε την ντροπή. Πολλές γενιές κουβάλησαν αυτή την ντροπή, λες και η ντροπή βαραίνει το θύμα, τον μάρτυρα, την οικογένεια, κι όχι τους θύτες και τους συνεργούς. Αλλά αυτό έπρεπε να γίνει, να σωπάσουμε, γιατί αυτό επέβαλλε η κοινωνία. Λες και δεν είχε γίνει τίποτα.

Μεγαλώνοντας, όμως, πολλές από εμάς άκουσαν. «Επειράξαν την οι Τούρτζοι, μετά εκρούσαν την για να φαίνεται, τζι εμείς εξέραμε το στο χωρκό». [Απόδοση στα Ελληνικά: «Την πείραξαν οι Τούρκοι, μετά την έκαψαν ώστε να φαίνεται, να έχει σημάδι πάνω της, κι εμείς το ξέραμε στο χωριό». Η φράση «την πείραξαν» χρησιμοποιείται όταν γίνεται αναφορά για βιασμό στην κυπριακή διάλεκτο]. 

Η αποσιωποίηση των βιασμών του 1974 συνέβη σε πολλαπλά επίπεδα.

Πρώτα, σε κοινωνικό επίπεδο. Η ίδια η κοινωνία περιθωριοποίησε τα θύματα και απέκρυψε τα γεγονότα. Πολλές γυναίκες βίωσαν τη φρίκη του βιασμού και της σεξουαλικής βίας και δεν μίλησαν ποτέ υπό τον φόβο του στιγματισμού και της περιθωριοποίησης. Άλλες πάλι, μετακόμισαν, άλλες εγκατέλειψαν την Κύπρο, γιατί μπορεί να μην είχαν μιλήσει οι ίδιες αλλά ο κόσμος ήξερε και αυτό ήταν αρκετό ώστε να τις επανατραυματίζει συνεχώς. Άλλες τις έδιωξε η ίδια η οικογένεια τους.

Δεύτερον, σε επίπεδο πολιτείας. Το κυρίαρχο συντηρητικό πολιτικό αφήγημα στην Κύπρο δεν ασχολήθηκε με τις γυναίκες θύματα βιασμού του 1974. Άλλωστε, για να γινόταν κάτι τέτοιο θα έπρεπε να υπάρξει και παραδοχή για όλες τις Κύπριες γυναίκες, θύματα βιασμών του 1974, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες. Θα έπρεπε επίσης να αλλάξει το αφήγημα που έχουμε συνηθίσει γύρω από του πολέμους. Το αφήγημα εκείνο που μιλάει για ένδοξες νίκες, στρατούς και ήρωες. Θα έπρεπε επίσης, να αλλάξει το αφήγημα περί προσδιορισμού της ύπαρξης της γυναίκας του 1974. Δηλαδή, της κόρης του αγνοούμενου, της μάνας του αγνοούμενου, της μάνας του στρατιώτη. Μιας ύπαρξης που αναγνωριζόταν μόνο σε συνάρτηση με την ύπαρξη και την ιστορία ενός άντρα.

Το ζήτημα των Κυπρίων γυναικών βιασθεισών του 1974, «άνοιξε» περίπου 40 χρόνια μετά από το 1974. Το 2015 έπειτα από παρέμβαση της Σκεύης Κουκουμά, τότε Γενικής Γραμματέα του Γυναικείου Κινήματος της ΠΟΓΟ (Παγκύπρια Ομοσπονδία Γυναικείων Οργανώσεων), και τότε βουλεύτριας του ΑΚΕΛ και προέδρου της Επιτροπής Προσφύγων της Βουλής. Η καθοριστική συμβολή της κας. Κουκουμά βοήθησε να δοθεί φως σε αρκετά από αυτά που ξέρουμε σήμερα.

Γενιές ολόκληρες αποσιωπήθηκαν

Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1976, κάνει αναφορά σε επαναλαμβανόμενους βιασμούς κοριτσιών και γυναικών από 12 έως 74 ετών. Οι φρικαλεότητες που περιγράφονται είναι συνταρακτικές. Γυναίκες και κορίτσια συχνά τοποθετούνταν σε ξεχωριστά δωμάτια σε άδεια κτίρια, όπου τις βίαζαν επανειλημμένα.

«Μας βάλανε σε αίθουσα του σχολείου στη Βώνη, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Εκεί έμπαιναν όποτε ήθελαν, διάλεγαν και μας πήγαιναν για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους επιθυμίες. Δεν έβγαινα να πάρω συσσίτιο. Φορούσα συνέχεια τα ρούχα της γιαγιάς για να φαίνομαι γριά αλλά έβλεπαν το πρόσωπο. Έβγαινα έξω μόνο όταν πήγαινα τουαλέτα. Ήμουν συνέχεια τυλιγμένη με ένα πάπλωμα και καθόντουσαν όλα τα πιτσιρίκια από πάνω μου για να μην με τραβάνε συνέχεια και να με βιάζουν οι Τούρκοι. Αυτό κράτησε τρεις μήνες, πριν έρθει ο Ερυθρός Σταυρός». [Μαρτυρία θύματος. Δημοσιεύθηκε από το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, 2016.]

Το συγκεκριμένο περιστατικό συνέβη στο στρατόπεδο κράτησης γυναικοπαίδων που είχε συσταθεί από τον τουρκικό στρατό στο κατεχόμενο χωριό Βώνη, στην επαρχία Λευκωσίας. Αντίστοιχα στρατόπεδα είχαν δημιουργηθεί σε χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου, Βιτσάδα, Μαραθόβουνο και Γύψου. Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, αντίστοιχα εγκλήματα είχαν πραγματοποιηθεί και στα συγκεκριμένα στρατόπεδα κράτησης.

Πολλά ήταν, βέβαια, τα παραδείγματα, που μπορεί να μην περιορίζονταν μόνο σε στρατόπεδα κράτησης. Η ίδια Έκθεση κάνει λόγο για θύματα που εξωθήθηκαν στην πορνεία από τον τουρκικό στρατό, για γυναίκες που τις βίασαν μπροστά στα μέλη της οικογένειας τους, ή ακόμη και μπροστά στα παιδιά τους. Ανάμεσα στα θύματα περιλαμβάνονταν έγκυοι, παιδιά, γυναίκες με αναπηρία.

Η συμφωνία για κατάπαυση του πυρός της 16ης Αυγούστου του 1974 οδήγησε στη σταδιακή απελευθέρωση των γυναικών που ήταν στα συγκεκριμένα στρατόπεδα. Η απελευθέρωση διήρκησε μέχρι και τα μέσα του Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Όσοι και όσες απελευθερώθηκαν εκείνο το διάστημα κλήθηκαν να δώσουν καταθέσεις στον Ερυθρό Σταυρό. Οι καταθέσεις για τα θύματα βιασμού συνοδεύονταν πάντα με το αίσθημα της ντροπής, γεγονός που συνοδευόταν παράλληλα και με τον αποκλεισμό των γυναικών από την ίδια την κοινωνία, από τις οικογένειες τους, το χωριό τους. Ως εκ τούτου, πολλές ήταν εκείνες που δεν μίλησαν για τα όσα είχαν υποστεί.

Αρκετές από τις μαρτυρίες προέρχονται από γιατρούς, κυρίως γυναικολόγους, που περιέθαλπαν τις γυναίκες. Οι ίδιοι περιγράφουν πως τις τοποθέτησαν σε ξεχωριστό δωμάτιο στο Γυναικολογικό Τμήμα και ματαίως προσπαθούσαν να τους συμπαρασταθούν. Οι μαρτυρίες των γιατρών κάνουν λόγο για θύματα «με τραυματισμούς στα γυναικεία όργανα, για ακατάπαυστη αιμορραγία ή και παρά φύσιν βιασμών». Ο Δρ. Αντρέας Κλεάνθους, Γυναικολόγος Μαιευτήρας, χαρακτηριστικά αναφέρει για μια γυναίκα που φώναζε: «Να πεθάνω, να πεθάνω, τέτοιο κακό ο Θεός να μην το δείξει».

Η υποκρισία της Εκκλησίας: Η σιωπηρή συγκατάθεση στις μαζικές αμβλώσεις

Μια άλλη αθέατη πτυχή αυτής της τραγωδίας ήταν οι εκατοντάδες αμβλώσεις που διενεργήθηκαν μαζικά κατά την εποχή. Οι αμβλώσεις την εποχή εκείνη απαγορεύονταν δια νόμου. Χρειάστηκε να τροποποιηθεί το σχετικό άρθρο του ποινικού κώδικα ώστε να μπορέσουν οι γυναίκες να διακόψουν την εγκυμοσύνη που προέκυψε έπειτα από βιασμό. Η τροποποίηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 15 Νοεμβρίου του 1974.

«Μπορεί να τερματιστεί η κύηση κατόπιν πιστοποιήσεως της αρμόδιας αστυνομικής αρχής βεβαιωμένης υπό ιατρικής πιστοποιήσεως οσάκις το τοιούτον είναι εφικτόν, ότι η εγκυμοσύνη προεκλήθη κατόπιν βιασμού».

Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, πως η νομοθεσία σημείωνε ότι ο ενδεχόμενος μη τερματισμός της κύησης θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρό κλονισμό στην κοινωνική θέση τόσο της εγκύου όσο και του οικογενειακού της περιβάλλοντος. Γεγονός που επιβεβαιώνει τον στιγματισμό και τον επανατραυματισμό που δέχονταν τα θύματα βιασμού στο κοινωνικό περιβάλλον. Παράλληλα, η στάση της Εκκλησίας βέβαια είναι άκρως ενδιαφέρουσα καθότι συναίνεσε με την σιωπηλή στάση της στη συγκεκριμένη απόφαση που αφορούσε τη διαχείριση των μαζικών αμβλώσεων, παρά το γεγονός ότι η Εκκλησία διαχρονικά είναι ενάντια στις αμβλώσεις.

Πολλές αμβλώσεις έγιναν σε ιδιωτικές κλινικές, αρκετές στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, άλλες στα νοσοκομεία των Βρετανικών Βάσεων σε Δεκέλεια και Ακρωτήρι, ενώ παράλληλα υπήρχε συγκεκριμένο λεωφορείο το οποίο μετέφερε τις γυναίκες στους ειδικά διαμορφωμένους χώρους για να προχωρήσουν σε άμβλωση. Μαρτυρίες, επίσης, λένε πως πριν την περίοδο των μαζικών αμβλώσεων, ο Ερυθρός Σταυρός πήγαινε στα χωριά και μοίραζε στις γυναίκες χάπια διακοπής της κύησης ή ακόμη και αντισυλληπτικά. Γεγονός που φανερώνει πως οι βιασμοί και οι φρικαλεότητες ήταν ήδη γνωστά.

Οι καταθέσεις των Ελληνοκυπρίων γυναικών

Πολλά απ’ τα θύματα κλήθηκαν και κατέθεσαν τότε στις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τον όρο της απολύτου εμπιστευτικότητας τα όσα βίωσαν. Οι καταθέσεις αυτές λαμβάνονταν από το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Το Δεκέμβριο του 1974 κρίθηκε σωστό να αξιοποιηθούν αυτές οι καταθέσεις σε μια ενιαία έκδοση προστατεύοντας τις ταυτότητες των θυμάτων. Ο τότε Ανώτερος Αστυνόμος της ΚΥΠ, Παναγιώτης Μαχλουζαρίδης, παραλαμβάνει αντίγραφα αυτών των καταθέσεων και το 1975 κυκλοφορεί το βιβλίο υπό τον τίτλο «Οι Τουρκικές Ομότητες στην Κύπρο». Η παραδοξότητα, ωστόσο, βρίσκεται στο ότι δεν υπάρχει κάποια ενημέρωση, ή πληροφορία στη δημόσια σφαίρα, σχετικά με το εάν υπήρξε οποιαδήποτε συγκατάθεση από τα ίδια τα θύματα σχετικά με τη δημοσιοποίηση των ιστοριών τους. Ιστορίες και εγκλήματα που ειπώθηκαν κατά τη διάρκεια καταθέσεων.

Μέρος αυτών των καταθέσεων για τους βιασμούς περιλήφθηκαν στις πρώτες διακρατικές προσφυγές της Κύπρου κατά τις Τουρκίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Την ίδια στιγμή που τα θύματα των βιασμών αφέθηκαν μόνα χωρίς οποιαδήποτε στήριξη.

Οι «ατιμασμένες»: Θυματοποίηση και επανατραυματισμός

«Πέρα από το να μου διηγηθούν, να μου περιγράψουν τι συνέβη, πώς είχαν συλληφθεί, πού είχαν μετακινηθεί, πού τις είχαν πάει, πώς έγινε η κακοποίηση, ένα μεγάλο μέρος των θεμάτων που μου έλεγαν ήταν το πώς τις αντιμετώπισε μετά η κοινωνία», αναφέρει η κα. Κουκουμά σε συνέντευξη της. Η κοινωνία της Κύπρου απέκλεισε αυτές τις γυναίκες απαξιώνοντας τες και απομονώνοντας τες.

Πολλές γυναίκες δεν επανήλθαν ποτέ, ούτε ψυχικά, ούτε σωματικά, ούτε πνευματικά. Πολλές δεν είχαν τη στήριξη που χρειάζονταν. Πολλές τις έδιωξαν οι οικογένειες τους, πολλές όμως έφυγαν από μόνες τους στο εξωτερικό. Πολλές υπέφεραν ακόμη και μετά, που έπρεπε να παντρευτούν για να εξαλείψουν τη ρετσινιά από πάνω τους, με τη συναίνεση και προτροπή των ίδιων των οικογενειών τους. Να κτίσουν μια «κανονική» ζωή, με σύζυγο, παιδιά, μια όμορφη και χαρούμενη οικογένεια. Χρειαζόταν άλλωστε αυτό το πέπλο «κανονικότητας».

Ήταν τόσο μεγάλη και επιτακτική η ανάγκη που πολλές εξαναγκάστηκαν σε κολπορραφή, ώστε να μην καταλάβει η οικογένεια του εν δυνάμει συζύγου τους πως η ίδια δεν ήταν παρθένα. Όλα αυτά βεβαίως προς υπεράσπιση ενός υποκριτικού ηθικού αφηγήματος.

«Μια υποχρέωση που δεν είχαμε πράξει»

Το 2015 με πρωτοβουλία της κας. Κουκουμά και με τη συμβολή της αείμνηστης Υπουργού Ζέτας Αιμιλιανίδη, τα θύματα αναγνωρίστηκαν ως παθούσες της εισβολής. Δεκάδες θύματα πλέον λαμβάνουν οικονομική και ψυχολογική στήριξη από το κράτος μέσα από διακριτικές και εμπιστευτικές διαδικασίες. Βέβαια αυτό δεν υπήρξε εξ αρχής, καθότι προϋπήρχαν μεγάλες δυσκολίες μέχρι να επιτευχθεί ένας σωστός χειρισμός των συγκεκριμένων περιστατικών.

Στην αρχική εφαρμογή του συγκεκριμένου επιδόματος ζητήθηκαν μέχρι και αποδείξεις από τα ίδια τα θύματα, κάτι το οποίο άλλαξε μετά από δημόσια καταγγελία και παρέμβαση της κας. Σκεύης Κουκουμά. Σήμερα, οι γυναίκες θύματα βιασμού του 1974 που λαμβάνουν το συγκεκριμένο επίδομα από το κράτος υπολογίζονται κάπου στις 80. Την ίδια ώρα που τα θύματα βιασμού υπολογίζονται σήμερα από τριψήφιους αριθμούς μέχρι χιλιάδες, χωρίς όμως να υπάρχει ακριβής ένδειξη.

Η στήριξη αυτή δεν μπορεί να αναιρέσει τα τραυματικά βιώματα σε καμία περίπτωση, ούτε όμως και να απαλύνει τον πόνο. Αυτό που είναι σημαντικό να σημειωθεί είναι πως, έστω και συμβολικά, η πολιτεία επιτέλους αναγνώρισε αυτές τις γυναίκες, τους έδωσε χώρο και άκουσε τις ιστορίες τους, ενώ έστω και ετεροχρονισμένα προσπαθεί να τις στηρίξει ώστε να αρχίσουν να ζουν με αξιοπρέπεια.

Τουρκοκύπριες θύματα βιασμών: Η αξιολόγηση της βαρύτητας του τραύματος

Μια ελληνοκύπρια θύμα βιασμού από τον Τούρκικο στρατό, κατά τη μαρτυρία της αναφέρει: «Πήγαν να μου κόψουν το στήθος μου, γιατί το 1963 έκαναν το ίδιο στην αδερφή ενός Τουρκοκυπρίου στην Πάφο».

Μια άλλη απόκρυφη πτυχή της ιστορίας των κυπρίων βιασθεισών του 1974, είναι οι Τουρκοκύπριες γυναίκες θύματα βιασμών και κακοποιήσεων, τόσο κατά το 1974 όσο και νωρίτερα. Παρατηρείται μια εργαλειοποίηση των γυναικών θυμάτων του βιασμού, ένθεν και ένθεν. Αυτή η εργαλειοποίηση προκύπτει από την ανάγκη διατήρησης του αφηγήματος της κάθε «πλευράς». Οι βιασμοί και οι εγκληματικές ενέργειες κατά των γυναικών, είτε κατά της Ελληνοκυπριακής κοινότητας είτε κατά της Τουρκοκυπριακής, χρησιμοποιούνται ώστε να ενδυναμωθεί το αφήγημα πως Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι είναι αδύνατον να ζουν μαζί.

Αυτό επιβεβαιώνεται από τις διώξεις και τις επιθέσεις που δέχθηκαν Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες γυναίκες που τόλμησαν να μιλήσουν για τις φρικαλεότητες που έπραξαν εξτρεμιστικά στοιχεία και από τη δική τους κοινότητα, έναντι των γυναικών της άλλης κοινότητας.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Ντογούς Ντεριά, Τουρκοκύπρια, η οποία μίλησε στη ψευδοβουλή για τους βιασμούς και τις φρικαλεότητες του Τουρκικού Στρατού έναντι των Ελληνοκυπρίων γυναικών. Έπειτα ακολούθησαν απειλές και επιθέσεις κατά της ίδιας.

Τα στοιχεία που έχουμε για τους βιασμούς των Τουρκοκυπρίων είναι ελάχιστα. Αυτό προκύπτει κυρίως από μαρτυρίες που υπάρχουν, στις οποίες γίνεται αναφορά στη θανάτωση των θυμάτων μετά από τους βιασμούς. Τέτοιες περιπτώσεις αφορούν τους 126 αμάχους των Τουρκοκυπριακών χωριών της Μεσαορίας, Αλόας, Μαράθας, και Σανταλάρη που δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ από Ελληνοκύπριους παρακρατικούς τη 14η Αυγούστου 1974.

Επίσης, στα αρχεία της ΔΕΑ (Διερευνητική Επιτροπή για Αγνοουμένους) περιλαμβάνεται άλλη μια καταγγελία που αφορά στη γυναίκα του Τουρκοκύπριου δασκάλου του χωριού της Τόχνης. Στην Τόχνη στις 22 Ιουλίου, συνελήφθησαν Τουρκοκύπριοι με σκοπό να ανακριθούν για ενδεχόμενη απόκρυψη οπλισμού. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο δάσκαλος της Τόχνης, η σύζυγος του οποίου, σύμφωνα με δύο μαρτυρίες ενώπιων της ΔΕΑ, έπεσε θύμα κακοποίησης λίγες μέρες μετά, από τους ίδιους Ελληνοκύπριους που είχαν συλλάβει το σύζυγο της.

Η υποκρισία σχετικά με τις Τουρκοκύπριες θύματα βιασμού, συνεχίζεται μέχρι και σήμερα καθότι δεν έχουν συμπεριληφθεί στο ψήφισμα για την αναγνώριση των επιπτώσεων που είχαν οι γυναίκες από τα γεγονότα του 1974, καθώς και την αναγνώριση των εγκλημάτων σεξουαλικής βίας που διαπράχθηκαν σε βάρος τους, παρά το γεγονός ότι ως ψήφισμα αποτελεί σημαντικό βήμα για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και της ιστορικής αλήθειας.

Η φρίκη του πολέμου: Η ανάγκη επαναπροσδιορισμού των αξιών μας

Στο Ντοκιμαντέρ της Μελίνας Μερκούρη «Κύπρος 1975: Διάλογοι με τη Μελίνα Μερκούρη», σε διάλογο που είχε με θύμα βιασμού, ρωτάει το θύμα «και τώρα; Τι ελπίζεις τώρα;» Το θύμα απαντάει «τι ελπίζω; Δόξα σοι ο Θεός». Κάπως έτσι, σε μια φράση, συμπυκνώνεται ολόκληρη η επιβολή της κοινωνίας στα σώματα των γυναικών. Μιας κοινωνίας που τις αναγκάζει να σωπαίνουν και να υπομένουν. Μιας κοινωνίας που μεγαλώνει τις γυναίκες, τις συμμορφώνει σε συγκεκριμένες νόρμες καθωσπρεπισμού, απ’ τις οποίες όχι μόνο δεν δικαιούνται να αποκλίνουν, αλλά οφείλουν να παραγνωρίζουν τα τραύματα που έχουν υποστεί και να λένε «Δόξα σοι ο Θεός».

Από την άλλη, το ίδιο το κοινωνικοοικονομικό σύστημα, είναι προγραμματισμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε, μαζί με αυτές τις κοινωνικές νόρμες, να παράγει εθνικές διενέξεις και πολέμους. Θύματα αυτών των πολέμων, ο απλός κόσμος. Διπλά στιγματισμένες οι γυναίκες καθότι ο βιασμός χρησιμοποιείται ως όπλο πολέμου και ως εργαλείο πλήξης του αντιπάλου. Η γυναικεία ανθρώπινη ύπαρξη παύει να αναγνωρίζεται και χρησιμοποιείται ως εργαλείο με πολεμικούς όρους. Ως εργαλείο που θα πλήξει τον αντίπαλο και θα ενισχύσει τον αντιμαχόμενο.

Την ίδια στιγμή που έχουμε τη γνώση, την πληροφορία και τα δεδομένα μπροστά μας, οι πόλεμοι και οι γενοκτονίες εξακολουθούν να ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Σήμερα, το ποσοστό των γυναικών που έχουν σκοτωθεί σε ένοπλες συγκρούσεις έχει διπλασιαστεί από τα προηγούμενα χρόνια. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά σεξουαλικής βίας που σχετίζονται με συγκρούσεις (όπως βιασμοί, καταναγκαστική πορνεία και εμπορία ανθρώπων) έχουν αυξηθεί ανησυχητικά, αποτελώντας ένα συστηματικό εργαλείο τρόμου και εκκαθάρισης.

Περίπου 500 γυναίκες και κορίτσια πεθαίνουν καθημερινά σε χώρες που πλήττονται από συγκρούσεις λόγω επιπλοκών κατά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό, εξαιτίας της κατάρρευσης των δομών υγείας. Παρ’ όλ’ αυτά, οι γυναίκες εξακολουθούν να αποκλείονται συστηματικά από τις ειρηνευτικές διαδικασίες, αποτελώντας ένα πολύ μικρό ποσοστό των διαπραγματευτών παγκοσμίως, παρά το γεγονός ότι οι ίδιες επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος των κρίσεων αυτών.

*Η Άντρεα Κώστα είναι Ερευνήτρια, Πολιτική Επιστήμονας, Υποψήφια Διδακτώρισσα Πολιτικών Επιστημών και Μέλος Γενικού Συμβουλίου Γυναικείου Κινήματος ΠΟΓΟ.

Σχετικό Άρθρο

Δείτε το ντοκιμαντέρ του NEWS 24/7 “Κύπρος 1974-2024: Οι Άνθρωποι που δεν ξέχασαν”

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα