ΔΕΗ
ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΤΣΟΜΠΑΝΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI

ΤΟ ΚΟΤΟΠΟΥΛΟ ΠΟΥ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΟ ΠΙΑΤΟ ΜΑΣ ΑΛΛΑΖΕΙ: ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ

Η μεγαλύτερη επιχειρηματική συμφωνία των τελευταίων ετών στον κλάδο των πουλερικών δεν αφορά μόνο μια αλλαγή ιδιοκτησίας. Έρχεται σε μια περίοδο που η κατανάλωση κοτόπουλου αυξάνεται, η αγορά αναπτύσσεται και οι επιχειρήσεις αναζητούν τη θέση τους σε ένα περιβάλλον που αλλάζει.

Το κοτόπουλο παραμένει ένα από τα βασικότερα προϊόντα του ελληνικού τραπεζιού. Τα τελευταία χρόνια διατηρεί τη θέση του ανάμεσα στις πιο προσιτές επιλογές ζωικής πρωτεΐνης, ενώ η ελληνική πτηνοτροφία συγκαταλέγεται στους πλέον καθετοποιημένους κλάδους της αγροδιατροφής, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας ζήτησης.

Την ίδια στιγμή, όμως, πίσω από τα ψυγεία των σούπερ μάρκετ και τις καθημερινές αγορές των καταναλωτών εξελίσσεται μια σημαντική αναδιάταξη δυνάμεων. Η συμφωνία για τη σταδιακή απόκτηση του 70% της Νιτσιάκος από την ουκρανική MHP SE, με δυνατότητα αύξησης της συμμετοχής έως και στο 100% τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη επιχειρηματική εξέλιξη που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική πτηνοτροφία και άνοιξε μια ευρύτερη συζήτηση για την πορεία του κλάδου.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η συμφωνία δεν πραγματοποιείται σε μια αγορά που βρίσκεται σε ύφεση. Αντίθετα, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κατανάλωση κοτόπουλου εξακολουθεί να κινείται ανοδικά.

Σύμφωνα με στοιχεία της Circana, στο πρώτο πεντάμηνο του 2026 οι συνολικές πωλήσεις της κατηγορίας στα σούπερ μάρκετ αυξήθηκαν κατά 10,3% σε αξία, φθάνοντας τα 153,32 εκατ. ευρώ, ενώ σε όγκο ενισχύθηκαν κατά 9,5%, στα 27,74 εκατ. τεμάχια. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ότι το κοτόπουλο εξακολουθεί να ενισχύει τη θέση του στις επιλογές των καταναλωτών, την ώρα που ο επιχειρηματικός χάρτης του κλάδου αρχίζει να μεταβάλλεται.

Γιατί η πώληση της Νιτσιάκος προκάλεσε τόσο μεγάλη συζήτηση

Εκείνο που συζητήθηκε περισσότερο στην αγορά δεν ήταν μόνο η είσοδος ενός μεγάλου ευρωπαϊκού ομίλου στην ελληνική πτηνοτροφία. Ήταν κυρίως το γεγονός ότι η συμφωνία αφορούσε μια επιχείρηση που θεωρούνταν οικονομικά ισχυρή, με σημαντική παραγωγική βάση και πολυετή παρουσία στην ελληνική αγορά.

Η Νιτσιάκος δεν βρισκόταν σε κατάσταση οικονομικής πίεσης, ούτε υπήρχαν δημόσιες ενδείξεις που να προμήνυαν μια τέτοια εξέλιξη. Για αρκετούς ανθρώπους της αγοράς, το οικονομικό τίμημα φαίνεται ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ολοκλήρωση της συμφωνίας, ενώ άλλοι συνδέουν την εξέλιξη και με τη διαδοχή στις οικογενειακές επιχειρήσεις, μια διαδικασία που συχνά αποτελεί κρίσιμο σημείο για την επόμενη ημέρα μιας εταιρείας.

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του ιδρυτή της εταιρείας, Θεόδωρου Νιτσιάκου, τη διοίκηση ανέλαβαν τα τρία παιδιά της οικογένειας, τα οποία προχώρησαν σε εταιρική αναδιοργάνωση μέσω της δημιουργίας ξεχωριστών holding εταιρειών. Τότε είχαν αναπτυχθεί σενάρια περί πιθανής πώλησης, ωστόσο η διοίκηση είχε αποδώσει την απόφαση στην ανάγκη απλούστευσης της εταιρικής δομής και στην υποστήριξη μελλοντικών επενδύσεων στην πρωτογενή παραγωγή και την αναπαραγωγή κοτόπουλου.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΤΣΟΜΠΑΝΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI

Η αγορά μεγαλώνει, αλλά δεν κινούνται όλες οι κατηγορίες με τον ίδιο ρυθμό

Η θετική εικόνα της αγοράς δεν είναι ίδια σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων.

Το απλό κοτόπουλο κατέγραψε αύξηση 10,2% σε αξία και 9,3% σε όγκο, ενώ τη μεγαλύτερη ποσοστιαία άνοδο σημείωσαν τα κοκόρια, με τις πωλήσεις να αυξάνονται κατά 27,4% σε αξία και 27,7% σε όγκο.

Ανοδικά κινήθηκαν επίσης το επεξεργασμένο συσκευασμένο κοτόπουλο, το τεμαχισμένο συσκευασμένο και το τεμαχισμένο χύμα, καθώς και το ολόκληρο χύμα κοτόπουλο. Αντίθετα, πτώση κατέγραψαν το επεξεργασμένο χύμα, το ολόκληρο συσκευασμένο κοτόπουλο και τα αλλαντικά κοτόπουλου, ενώ στα κατεψυγμένα προϊόντα διαφοροποιημένη ήταν η εικόνα μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι, παρότι η συνολική αγορά εξακολουθεί να αναπτύσσεται, οι καταναλωτικές επιλογές μεταβάλλονται και οι επιμέρους κατηγορίες δεν ακολουθούν όλες την ίδια πορεία.

Πόσο συγκεντρωμένη είναι ήδη η ελληνική πτηνοτροφία

Η συζήτηση που άνοιξε μετά τη συμφωνία της MHP με τη Νιτσιάκος αφορά και τη δομή της ίδιας της αγοράς.

Σύμφωνα με στοιχεία της ICAP για το 2024, η Νιτσιάκος κατέχει περίπου το 29% της συνολικής παραγωγής, η Πίνδος το 25% και η Αμβροσιάδης το 19%. Με άλλα λόγια, τρεις επιχειρήσεις συγκεντρώνουν περισσότερο από το 70% της εγχώριας παραγωγής.

Σε επίπεδο αγοράς, η Πίνδος διατηρεί μερίδιο περίπου 20%-21%, η Νιτσιάκος 18%-19% και η Αμβροσιάδης περίπου 17%, ενώ ακολουθούν ο Συνεταιρισμός Άρτας και μικρότεροι παραγωγοί που δραστηριοποιούνται σε επιμέρους γεωγραφικές περιοχές.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ελληνική πτηνοτροφία ήταν ήδη ένας σχετικά συγκεντρωμένος κλάδος πριν από την είσοδο της MHP στη Νιτσιάκος, γεγονός που εξηγεί γιατί η συγκεκριμένη συμφωνία προκάλεσε τόσο έντονο ενδιαφέρον.

Οι πρώτες αντιδράσεις και η συζήτηση για την επόμενη ημέρα

Η πρώτη οργανωμένη αντίδραση ήρθε από την Πίνδο, η οποία επανέφερε δημόσια την πρόταση δημιουργίας ενός ισχυρότερου ελληνικού συνεταιριστικού σχήματος.

Η διοίκηση του συνεταιρισμού υποστήριξε ότι η είσοδος της MHP δεν αποτελεί άμεση απειλή για την ελληνική παραγωγή, καθώς οι παραγωγικές δραστηριότητες της Νιτσιάκος παραμένουν στη χώρα. Παράλληλα, τόνισε ότι οι εξελίξεις καθιστούν ακόμη πιο σημαντική την ανάπτυξη συνεργειών μεταξύ ελληνικών συνεταιριστικών σχημάτων, τόσο στην παραγωγή όσο και στις προμήθειες και στην αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας.

Στο ίδιο πλαίσιο, η Πίνδος επανέφερε δημόσια την πρόταση συνεργασίας προς τον Αγροτικό Πτηνοτροφικό Συνεταιρισμό Άρτας, ενώ ταυτόχρονα διευρύνει τη στρατηγική της προς ανεξάρτητους πτηνοτρόφους, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να ενταχθούν αρχικά ως συνεργαζόμενοι παραγωγοί και στη συνέχεια ως μέλη του συνεταιρισμού.

Η απάντηση της Άρτας ήταν διαφορετική. Ο συνεταιρισμός ξεκαθάρισε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει επίσημη πρόταση συνεργασίας, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι δεν έχει ανάγκη από συγχωνεύσεις ή άλλες μορφές συνεργασίας.

Σύμφωνα με τη διοίκησή του, το 2025 ολοκληρώθηκε με κύκλο εργασιών κοντά στα 100 εκατ. ευρώ και κερδοφορία περίπου 6 εκατ. ευρώ, ενώ από το 2019 έως σήμερα η παραγωγική δραστηριότητα έχει αυξηθεί κατά περίπου 50% και ο τραπεζικός δανεισμός έχει περιοριστεί σημαντικά. Με ανακοίνωσή του, ο συνεταιρισμός δήλωσε επίσης ότι δεν προσανατολίζεται σε οποιαδήποτε συγχώνευση, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο προσφυγής στη Δικαιοσύνη για τη διασπορά, όπως αναφέρει, αναληθών ειδήσεων.

Ένας κλάδος που μπαίνει σε νέα φάση

Η συζήτηση που άνοιξε μετά τη συμφωνία ξεπερνά πλέον τα όρια μιας επιχειρηματικής εξαγοράς.

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η είσοδος ενός μεγάλου ευρωπαϊκού ομίλου σε έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες παραγωγούς μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό σε επίπεδο παραγωγής, επενδύσεων και εξαγωγών, ενώ ταυτόχρονα επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο νέων συνεργασιών ή εξαγορών τα επόμενα χρόνια.

Το αν η συγκεκριμένη συμφωνία θα αποτελέσει μεμονωμένο γεγονός ή την αρχή ενός νέου κύκλου ανακατατάξεων μένει να φανεί. Εκείνο που είναι ήδη σαφές είναι ότι σε έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της ελληνικής αγροδιατροφής οι ισορροπίες μεταβάλλονται, την ώρα που το κοτόπουλο εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές επιλογές του Έλληνα καταναλωτή.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα