Παραστατίδης: Η εκπαίδευση δεν είναι δαπάνη αλλά δημόσια επένδυση ευημερίας

Διαβάζεται σε 5'
Παραστατίδης: Η εκπαίδευση δεν είναι δαπάνη αλλά δημόσια επένδυση ευημερίας
Ο Στέφανος Παραστατίδης INTIME

Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Στέφανος Παραστατίδης γράφει στο NEWS 24/7 για τον θεσμό της εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Η συζήτηση για την ανάπτυξη στην Ελλάδα επιστρέφει διαρκώς στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα, στην καινοτομία και στη λειτουργία των θεσμών. Πολύ σπανιότερα, όμως, ξεκινά από τον θεσμό που συνδέεται άμεσα με όλα τα παραπάνω, αυτό της εκπαίδευσης, που στην Ελλάδα υποβιβάζουμε σταθερά.

Στο πολύ γνωστό έργο τους για την ανάπτυξη και την ευημερία, ο Ντάρον Ατζέμογλου και ο Τζέιμς Ρόμπινσον έχουν υπογραμμίσει τη σημασία των θεσμών. Οι οικονομίες δεν αναπτύσσονται μόνο επειδή διαθέτουν κεφάλαια ή φυσικούς πόρους, αλλά αναπτύσσονται όταν οι θεσμοί τους επιτρέπουν στους πολίτες να αποκτούν δεξιότητες, να συμμετέχουν στην παραγωγή, να καινοτομούν και να βελτιώνουν τη θέση τους.

Η εκπαίδευση είναι ίσως ο πιο κρίσιμος από αυτούς τους θεσμούς. Δεν καθορίζει μόνο τι γνωρίζει ένας νέος άνθρωπος. Καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας, την ποιότητα της εργασίας, την παραγωγικότητα, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τελικά την ίδια την αναπτυξιακή δυναμική μιας χώρας.

Γι’ αυτό και δεν γίνεται να μιλάμε σοβαρά για ανάπτυξη στην Ελλάδα χωρίς να μιλήσουμε για την κατάσταση της εκπαίδευσης. Και δεν γίνεται να μιλάμε για την εκπαίδευση χωρίς να μιλήσουμε για τους πόρους που της διαθέτουμε.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ στο Education at a Glance 2025: Greece είναι δύσκολο να αγνοηθούν. Η Ελλάδα επενδύει στην εκπαίδευση, από την πρωτοβάθμια έως την τριτοβάθμια, το 3,9% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 4,7%. Η διαφορά των 0,8 ποσοστιαίων μονάδων αντανακλά τη χαμηλότερη θέση που έχει η εκπαίδευση στις πραγματικές προτεραιότητες του κράτους. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν εξετάσουμε τη δαπάνη ανά μαθητή. Στην πρωτοβάθμια, τη δευτεροβάθμια και τη μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια εκπαίδευση, η Ελλάδα διαθέτει 6.420 δολάρια ανά μαθητή σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης, δηλαδή βρίσκεται έτσι στο χαμηλότερο τμήμα της κατάταξης των χωρών που εξετάζει ο ΟΟΣΑ.

Δεν πρόκειται μόνο για τη σημερινή εικόνα, αφού μεταξύ 2015 και 2022, το μερίδιο του δημόσιου προϋπολογισμού που κατευθυνόταν στην εκπαίδευση μειώθηκε στην Ελλάδα από 6,2% σε 5,9%. Την ίδια περίοδο, η δαπάνη ανά μαθητή αυξήθηκε μόνο οριακά, από 6.256 σε 6.370 δολάρια. Ακόμη και εκεί όπου καταγράφεται αύξηση της χρηματοδότησης, η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά. Στην προσχολική εκπαίδευση, η δημόσια δαπάνη ανά παιδί αυξήθηκε κατά 4,4% από το 2015, όταν η μέση αύξηση στον ΟΟΣΑ ήταν 24%.

Η υποχρηματοδότηση δεν είναι ουδέτερη και δεν επιβαρύνει όλους το ίδιο. Όταν το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να προσφέρει επαρκή υποστήριξη, σύγχρονες υποδομές, ολοήμερες υπηρεσίες, ενισχυτική διδασκαλία ή ποιοτική προσχολική εκπαίδευση, το κενό καλούνται να καλύψουν οι οικογένειες. Όσες έχουν τη δυνατότητα αγοράζουν πρόσθετες εκπαιδευτικές υπηρεσίες, ενώ όσες δεν την έχουν εξαρτώνται αποκλειστικά από ένα σύστημα με περιορισμένους πόρους. Δηλαδή, δεν δουλεύει κανένα σύστημα κοινωνικής κινητικότητας μέσα από τον ίδιο το θεσμό, μοχλός που είναι από τους σημαντικότερους για την μείωση των ανισοτήτων.

Η ίδια έκθεση δείχνει ότι το κράτος καλύπτει στην Ελλάδα το 78,3% της χρηματοδότησης της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και μετα-δευτεροβάθμιας μη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έναντι 90,1% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Η απόσταση είναι σχεδόν 12 ποσοστιαίες μονάδες, και αυτό είναι ένα ουσιαστικό ζήτημα ανισότητας. Όσο μικρότερη είναι η δημόσια κάλυψη, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο ρόλος του οικογενειακού εισοδήματος. Και όσο περισσότερο εξαρτάται η εκπαιδευτική πορεία ενός παιδιού από τους πόρους της οικογένειάς του, τόσο λιγότερο λειτουργεί η εκπαίδευση ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας.

Φυσικά, υπάρχει και η ανισότητα που αφορά τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Οι πραγματικές αποδοχές των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας στην Ελλάδα είναι 31% χαμηλότερες από τις αποδοχές άλλων εργαζομένων πλήρους απασχόλησης με τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στον ΟΟΣΑ η αντίστοιχη διαφορά είναι 17%.

Την τελευταία δεκαετία οι πραγματικές αποδοχές των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας αυξήθηκαν κατά 14,6% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Στην Ελλάδα η αύξηση ήταν μόλις 1,4%. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να είναι καλύτερο από τους ανθρώπους που το υπηρετούν. Όταν η κοινωνία ζητά από τους εκπαιδευτικούς να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες, να ενσωματώσουν νέες τεχνολογίες, να αντιμετωπίσουν σύνθετα κοινωνικά προβλήματα και να στηρίξουν παιδιά με διαφορετικές ανάγκες, δεν μπορεί ταυτόχρονα να τους τοποθετεί μισθολογικά τόσο χαμηλότερα από άλλους εργαζομένους με αντίστοιχα προσόντα.

Έχει σημασία λοιπόν να αλλάξουμε όχι απλώς σύστημα, αλλά εκπαιδευτικό μοντέλο και όραμα. Στη δημόσια συζήτηση χρησιμοποιούμε συνήθως τον όρο «εκπαιδευτικές δαπάνες». Είναι ένας όρος που οδηγεί εύκολα σε λάθος συμπεράσματα, καθώς η εκπαίδευση δεν είναι απλώς ένα κόστος που πρέπει να περιοριστεί. Είναι δημόσια επένδυση.

Επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην παραγωγικότητα, στην κοινωνική συνοχή και στην ικανότητα της οικονομίας να προσαρμοστεί στις τεχνολογικές αλλαγές. Επένδυση που μειώνει το κόστος της ανεργίας, της χαμηλής εξειδίκευσης και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Επένδυση που δημιουργεί αποδόσεις όχι μόνο για τον πολίτη, αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας.

Η αύξηση των πόρων από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζονται αξιολόγηση, διαφάνεια, καλύτερη διοίκηση και σαφείς προτεραιότητες. Αλλά η ανάγκη για καλύτερη αξιοποίηση των πόρων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη διατήρηση της υποχρηματοδότησης.

Δεν υπάρχει σοβαρή αναπτυξιακή στρατηγική που να θεωρεί την εκπαίδευση δευτερεύον ζήτημα. Και δεν υπάρχει πραγματική ισότητα ευκαιριών όταν η ποιότητα της εκπαίδευσης εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας. Η Ελλάδα χρειάζεται να σταματήσει να βλέπει την εκπαίδευση ως λογαριασμό του προϋπολογισμού. Πρέπει να τη δει ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή, μία από τις σημαντικότερες δημόσιες επενδύσεις και έναν βασικό μοχλό μακροχρόνιας ανάπτυξης.

*Ο Στέφανος Παραστατίδης είναι βουλευτής Κιλκίς και υπεύθυνος ΚΤΕ Παιδείας του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Στέφανος Παραστατίδης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα