H AstraZeneca “χτυπάει” τη Bristol Myers Squibb με τον καρκίνο στο επίκεντρο
Διαβάζεται σε 5'
Η AstraZeneca πραγματοποιεί συνομιλίες με την Bristol Myers Squibb για εξαγορά ύψους 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τη μεγαλύτερη στην ιστορία της φαρμακευτικής βιομηχανίας (αν ολοκληρωθεί).
- 03 Αυγούστου 2026 17:15
Η μεγαλύτερη φαρμακευτική εταιρεία της Βρετανίας, η AstraZeneca, φέρεται να βρίσκεται σε συζητήσεις για την εξαγορά της αμερικανικής ανταγωνίστριάς της Bristol Myers Squibb, σε μια συμφωνία που θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν φαρμακευτικό όμιλο αξίας σχεδόν 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η AstraZeneca είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εισηγμένη εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο, με χρηματιστηριακή αξία σχεδόν 196 δισεκατομμυρίων λιρών. Η BMS, με έδρα το Πρίνστον του Νιου Τζέρσεϊ και γνωστή για τις έρευνές της για τη θεραπεία του καρκίνου, αξίζει 133 δισεκατομμύρια δολάρια. Μια συγχώνευση θα ήταν μια από τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές συμφωνίες που έχουν γίνει ποτέ και θα δημιουργούσε την τέταρτη μεγαλύτερη φαρμακοβιομηχανία στον κόσμο με βάση τη χρηματιστηριακή αξία μετά τις Eli Lilly, Johnson & Johnson και AbbVie (που επενδύει σε νέα ανοσολογικά φάρμακα).
Οι συνομιλίες δημοσιοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους Financial Times. Η AstraZeneca αρνήθηκε να σχολιάσει και η BMS δεν απάντησε αμέσως σε αιτήματα για σχολιασμό μετά από σχετική ερώτηση των FT για τις πληροφορίες που ήρθαν στη δημοσιότητα.
Όπως γράφει ο Guardian, οι μετοχές της AstraZeneca υποχώρησαν περισσότερο από 7%, φτάνοντας στο χαμηλό των 116,46 λιρών στις αρχές των συναλλαγών στο Λονδίνο, καθώς οι επενδυτές αντέδρασαν στην είδηση των συνομιλιών. Οι μετοχές της BMS σημείωσαν από την άλλη άνοδο της τάξης του 8% στις προσυνεδριακές συναλλαγές στη Νέα Υόρκη.
“Η BMS δυσκολεύεται από το 2023 και ορισμένοι μέτοχοι της Astra θα αναρωτηθούν για την ανάγκη να μπει η εταιρεία σε τόσο ακριβές συγχωνεύσεις και εξαγορές, όταν οι μετοχές της τα πάνε τόσο καλά” ανέφερε ο Chris Beauchamp, επικεφαλής αναλυτής αγοράς στην επενδυτική πλατφόρμα IG μιλώντας στον Guardian.
Η αλήθεια είναι πως υπό την ηγεσία του CEO Pascal Soriot, η AstraZeneca έχει τετραπλασιάσει την αξία της τα τελευταία 14 χρόνια και καταγράφει εντυπωσιακά οικονομικά αποτελέσματα. Ο Soriot ανέλαβε τα ηνία της εταιρείας το 2012 και λίγο αργότερα απέκρουσε την απόπειρα εξαγοράς της AstraZeneca από την Pfizer, μια υπόθεση που είχε προκαλέσει ακόμη και την παρέμβαση της βρετανικής κυβέρνησης λόγω των ανησυχιών για την απώλεια ενός στρατηγικής σημασίας βρετανικού ομίλου.
Από την άλλη, οι δύο εταιρείες έχουν άμεσα ανταγωνιστικά αντικαρκινικά φάρμακα στην ανοσο-ογκολογία. Αυτό σημαίνει ότι οι αντιμονοπωλιακές αρχές (FTC) θα απαιτήσουν την πώληση κερδοφόρων φαρμάκων για να εγκρίνουν τη συμφωνία, μειώνοντας την ενδεχόμενη αξία του deal. Πιο συγκεκριμένα, οι εταιρείες ανταγωνίζονται στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα με το Opdivo της BMS και το Imfinzi της AstraZeneca. Το Opdivo απέφερε 10,05 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως το 2025, ενώ το Imfinzi 6,06 δισεκατομμύρια δολάρια αντιστοίχως.
“Με βάση τη σημαντική αλληλοεπικάλυψη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, πιστεύουμε ότι είναι λιγότερο πιθανό να υλοποιηθεί μια συμφωνία”, ανακοίνωσε η BMO Capital Markets την Κυριακή το βράδυ. “Εξετάζοντας το εμπορικό χαρτοφυλάκιο τόσο της Bristol όσο και της AstraZeneca, παρατηρούμε αρκετούς τομείς επικάλυψης που θα μπορούσαν να μειώσουν τις πιθανότητες μιας επιτυχημένης συγχώνευσης”, συνέχισε. Η AstraZeneca είναι πιθανό να αντιμετωπίσει πολιτικό έλεγχο και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, σχετικά με την πιθανότητα να χρησιμοποιήσει τη συμφωνία για να μετεγκατασταθεί στις ΗΠΑ.
Η BMS δεν είναι άγνωστη στον τομέα των μεγάλων συμφωνιών. Η εταιρεία εξαγόρασε την Celgene το 2019 για 74 δισεκατομμύρια δολάρια. Για να ολοκληρωθεί αυτή η συμφωνία, η BMS έλαβε εντολή να εκποιήσει το φάρμακο Otezla για την ψωρίαση. Αυτή τη στιγμή η BMS εμφανίζει μεγάλη δομική πίεση στο χαρτοφυλάκιό της μέσα από την απώλεια της αποκλειστικότητας παλαιών φαρμάκων.
Σε περίπτωση πάντως που γίνει η εξαγορά, τότε οι δύο γίγαντες θα συνεργαστούν επιστημονικά και παραγωγικά για τις θεραπείες κατά του καρκίνου, ενώ αναμένεται να μεγιστοποιήσουν και τα σχετικά τους κέρδη. Η συνδυασμένη εταιρεία εκτιμάται πως μπορεί να αποφέρει 100 δισεκατομμύρια δολάρια σε ετήσιες πωλήσεις μέσα από τον σχηματισμό του μεγαλύτερου χαρτοφυλακίου ογκολογίας στον κλάδο. Οι εταιρείες θα μπορούσαν επίσης να εξετάσουν τριπλές θεραπείες με ανοσο-ογκολογικά φάρμακα και συζεύγματα αντισωμάτων-φαρμάκων.
Η AstraZeneca έχει θέσει έναν φιλόδοξο στόχο ετήσιων εσόδων ύψους 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2030, σε σύγκριση με τα 58,7 δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα που σημείωσε πέρυσι. Κατέγραψε δε θεαματική άνοδο μετά την περίοδο του COVID-19, τόσο σε οικονομικά μεγέθη όσο και σε χρηματιστηριακή αξία, παρά το γεγονός ότι απέσυρε πλήρως το εμβόλιό της κατά του κορονοϊού. Το εμβόλιο COVID-19 διατέθηκε από την εταιρεία σε τιμή κόστους χωρίς κέρδος κατά τη διάρκεια της πανδημίας με την πραγματική άνοδό της να βασίζεται στα ογκολογικά της φάρμακα, στην εξαγορά της Alexion Pharmaceuticals έναντι 39 δισ. δολαρίων που έχει τεχνογνωσία για σπάνιες παθήσεις, αλλά και χάρη στα σκευάσματά της για τον διαβήτη και την καρδιά.
Είναι πάντως δεδομένο πως το εμβόλιο λειτούργησε ως η μεγαλύτερη και πιο άμεση παγκόσμια διαφήμιση στην ιστορία της AstraZeneca βάζοντάς τη σε απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις με αρχηγούς κρατών και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ καταξιώθηκε μέσω αυτού ως ένας από τους ελάχιστους οργανισμούς στον πλανήτη που μπορεί να συνδράμει σε μια παγκόσμια κρίση.
Η εταιρεία, με έδρα το Κέιμπριτζ της Αγγλίας, ιδρύθηκε το 1999 από τη συγχώνευση της σουηδικής εταιρείας Astra AB και της βρετανικής εταιρείας Zeneca Group. Η Zeneca είχε αποσχιστεί από την Imperial Chemical Industries (ICI) πέντε χρόνια νωρίτερα.