Μπορεί το πιο κοινό φάρμακο για τον διαβήτη να επιμηκύνει τον χρόνο ζωής;
Διαβάζεται σε 5'
Μπορεί ένα φθηνό και ευρέως χρησιμοποιούμενο φάρμακο για τον διαβήτη να επιβραδύνει τη γήρανση; Η μελέτη TAME επιχειρεί να δώσει την απάντηση.
- 16 Σεπτεμβρίου 2026 06:08
Η μετφορμίνη, ένα από τα παλαιότερα και ευρύτερα χρησιμοποιούμενα φάρμακα για την αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2, βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της έρευνας για τη μακροζωία. Το ερώτημα που επιχειρούν τώρα να απαντήσουν οι επιστήμονες είναι αν το συγκεκριμένο φάρμακο μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο από το να ρυθμίζει το σάκχαρο: αν δηλαδή μπορεί να επιβραδύνει τη βιολογική γήρανση.
Αυτός είναι ο στόχος της μελέτης Targeting Aging with Metformin (TAME), την οποία συντονίζει η μη κερδοσκοπική American Federation for Aging Research (AFAR).
Πρόκειται για μια μεγάλη, πολυκεντρική κλινική δοκιμή, η οποία προβλέπεται να πραγματοποιηθεί σε 14 κορυφαία ερευνητικά ιδρύματα των ΗΠΑ και να περιλάβει 3.000 άτομα ηλικίας από 65 έως 79 ετών, τα οποία δεν πάσχουν από διαβήτη.
Οι συμμετέχοντες θα χωριστούν τυχαία σε δύο ομάδες. Οι μισοί θα λαμβάνουν καθημερινά 1.500 mg μετφορμίνης και οι υπόλοιποι εικονικό φάρμακο, χωρίς ούτε οι ίδιοι ούτε οι ερευνητές να γνωρίζουν ποιος ανήκει σε ποια ομάδα.
Εφόσον εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση, η μελέτη θα διαρκέσει συνολικά έξι χρόνια. Στόχος της δεν είναι απλώς να διαπιστωθεί αν η μετφορμίνη παρατείνει τη ζωή, αλλά κυρίως αν μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση πολλών ασθενειών που συνδέονται με τη γήρανση.
Σε κάθε περίπτωση, η χρήση της μετφορμίνης με στόχο τη μακροζωία εξακολουθεί να θεωρείται χρήση εκτός εγκεκριμένων ενδείξεων και δεν έχει εγκριθεί από τον FDA ως αντιγηραντική θεραπεία.
Το επιστημονικό ενδιαφέρον γύρω από τη μελέτη TAME και τη δυνατότητα της μετφορμίνης να επηρεάσει τη διαδικασία της γήρανσης παρουσιάζεται σε ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Aging.
Πώς μπορεί η μετφορμίνη να επηρεάζει τη γήρανση
Η μετφορμίνη αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής για τον διαβήτη τύπου 2. Είναι φθηνή, χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες και το προφίλ ασφάλειάς της είναι καλά μελετημένο.
Η δράση της βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και στη μείωση της παραγωγής γλυκόζης από το ήπαρ. Παράλληλα, ενεργοποιεί έναν σημαντικό κυτταρικό μηχανισμό, την AMPK, ο οποίος συμμετέχει στη ρύθμιση της ενεργειακής ισορροπίας και του μεταβολισμού.
Το ενδιαφέρον των επιστημόνων ενισχύθηκε και από μελέτη του 2024, που δημοσιεύθηκε στο Cell από ερευνητές της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, η χορήγηση μετφορμίνης επί 40 μήνες φάνηκε να επιβραδύνει τη γήρανση στον εγκέφαλο αρσενικών πιθήκων κατά περίπου έξι χρόνια.
Οι ερευνητές εξετάζουν αρκετούς πιθανούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να εξηγήσουν μια τέτοια δράση. Η μετφορμίνη ενδέχεται, για παράδειγμα, να βελτιώνει τη λειτουργία των μιτοχονδρίων και να ενισχύει την αυτοφαγία, τη φυσική διαδικασία με την οποία τα κύτταρα απομακρύνουν ή ανακυκλώνουν φθαρμένα συστατικά τους.
Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να επηρεάζει το μικροβίωμα του εντέρου, αυξάνοντας ορισμένα ωφέλιμα βακτήρια και περιορίζοντας τη φλεγμονή. Εξετάζεται επίσης η πιθανότητα να δρα πάνω σε επιγενετικούς μηχανισμούς, επηρεάζοντας δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται συγκεκριμένα γονίδια.
Ο David Cutler, γιατρός οικογενειακής ιατρικής στο Providence Saint John’s Health Center στη Σάντα Μόνικα, εξηγεί ότι «η μετφορμίνη δρα σε βιοχημικό και κυτταρικό επίπεδο, επηρεάζοντας τη λειτουργία των μιτοχονδρίων, τη φλεγμονή, τη δράση της ινσουλίνης και επιγενετικούς παράγοντες».
Κατά τον ίδιο, αυτοί οι μηχανισμοί θα μπορούσαν, τουλάχιστον θεωρητικά, να έχουν σημαντικές επιδράσεις στη διαδικασία της γήρανσης.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Diogo Barardo, επιστήμονας με ειδίκευση στη μακροζωία και διευθυντής Έρευνας και Ανάπτυξης στη NOVOS, επισημαίνει ότι η μετφορμίνη φαίνεται να δρα σε διαφορετικούς μηχανισμούς που συνδέονται μεταξύ τους και σχετίζονται με τη γήρανση.
Όπως εξηγεί, ένας από αυτούς αφορά την AMPK και την πρωτεΐνη mTOR, η οποία συμμετέχει στη ρύθμιση της κυτταρικής ανάπτυξης και της παραγωγής πρωτεϊνών.
«Σε πειραματικές συνθήκες, η μετφορμίνη μπορεί να ενεργοποιεί την AMPK και να περιορίζει τη σηματοδότηση της mTOR, ενισχύοντας ενδεχομένως διαδικασίες συντήρησης των κυττάρων, όπως η αυτοφαγία», αναφέρει.
Ταυτόχρονα, μελέτες σε ανθρώπους έχουν καταγράψει μεταβολές στο μικροβίωμα του εντέρου και σε ορισμένα προϊόντα του μεταβολισμού. Ο Barardo, ωστόσο, προειδοποιεί ότι οι ενδείξεις αυτές δεν ισοδυναμούν με απόδειξη ότι η μετφορμίνη παρατείνει τη ζωή.
Γιατί δεν μπορούμε ακόμη να μιλάμε για «φάρμακο κατά της γήρανσης»
Παρά το αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον, τα στοιχεία παραμένουν περιορισμένα. Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας για τη σχέση της μετφορμίνης με τη μακροζωία βασίζεται μέχρι σήμερα είτε σε παρατηρητικές μελέτες είτε σε πειράματα σε ζώα.
«Υπάρχει μια βάσιμη και ολοένα πιο ενδιαφέρουσα υπόθεση ότι η μετφορμίνη μπορεί να επιβραδύνει ορισμένες πλευρές της βιολογικής γήρανσης, όμως τα δεδομένα δεν είναι ακόμη αρκετά ισχυρά ώστε να πούμε ότι παρατείνει τη ζωή στους ανθρώπους», σημειώνει ο Cutler.
Αντίστοιχα, ο Barardo υπογραμμίζει ότι «το να επηρεάζει ένα φάρμακο έναν μηχανισμό που σχετίζεται με τη γήρανση δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί πως επιβραδύνει τη γήρανση ενός ανθρώπου».
Υπάρχουν, βέβαια, δεδομένα που δείχνουν ότι οι άνθρωποι με διαβήτη οι οποίοι λαμβάνουν μετφορμίνη έχουν καλύτερα αποτελέσματα σε ορισμένους δείκτες υγείας που συνδέονται με την ηλικία, όπως τα εμφράγματα, τα εγκεφαλικά επεισόδια, η καρδιακή ανεπάρκεια και η θνησιμότητα.
Το βασικό ερώτημα παραμένει, όμως, αναπάντητο: οφείλονται αυτά τα οφέλη στη ρύθμιση του διαβήτη ή σε κάποια ανεξάρτητη δράση της μετφορμίνης πάνω στους μηχανισμούς της γήρανσης;
Για να δοθεί ασφαλής απάντηση απαιτούνται μεγάλες, προοπτικές και τυχαιοποιημένες μελέτες, όπως ακριβώς σχεδιάζεται να είναι η TAME. Οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συγκρίνονται με ομάδα που λαμβάνει placebo και ούτε οι ίδιοι ούτε οι ερευνητές.