Νέες ταινίες: Τα μεγαλειώδη αντίγραφα στο “Γνήσιο Αντίγραφο” του Κιαροστάμι και τον “Παραχαράκτη”
Διαβάζεται σε 10'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 06 Αυγούστου 2026 06:19
Με 140.000 εισιτήρια άνοιξε ο ωραιότατος νέος Σπάιντερμαν και η “Καινούργια Μέρα” του, ξεπερνώντας –όπως συνέβη και διεθνώς– την προηγούμενη ταινία, “No Way Home”.
Γενικά παγκοσμίως η ταινία έχει σαρώσει καθώς άνοιξε με περισσότερα από $930 εκατομμύρια και το δεύτερο μεγαλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών. Μιλάμε για νούμερα προ-πανδημικών “Εκδικητών” εδώ, και σε καμία περίπτωση η ταινία δεν παίζει σαν κλασική υπερηρωική περιπέτεια – εξάλλου αυτές πλέον δεν δουλεύουν ιδιαίτερα στην Ελλάδα.
Κοντά παρέμεινε κι η “Οδύσσεια” όμως που δεν χάνει φόρα. Με 106.000 4ήμερα ξεπέρασε τα 610.000 εισιτήρια και τα δυσκολότερα πέρασαν. Τον υπόλοιπο Αύγουστο θα καλπάζει.
Πιο πίσω, αξίζει να σημειώσουμε την “Πρόσκληση” της Ολίβια Γουάιλντ, που αθόρυβα έχει φτάσει τα 50.000 εισιτήρια, μια μεγάλη επιτυχία που κινείται με αγνό word of mouth.
Αυτή την εβδομάδα η διανομή έπαιξε πάσο καθώς ο συνδυασμός Σπάιντερμαν και “Οδύσσειας” έχει όλες τις αίθουσες γεμάτες, αλλά υπάρχουν δυο νέες κυκλοφορίες (μία καινούρια και μία επανέκδοση) που αξίζει να ξεχωρίσουμε. Όπως πάντα, θυμίζουμε πως ταινίες δίχως προβολή ή δυνατότητα πρόσβασης για τους δημοσιογράφους, δεν συμπεριλαμβάνονται στη στήλη.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Γνήσιο Αντίγραφο
(“Certified Copy / Copie Conforme”, Αμπάς Κιαροστάμι, 1ω46λ)
★★★★★
Ένας μεσήλικος άγγλος συγγραφέας βρίσκεται στην Τοσκάνη για να προμοτάρει το νέο του βιβλίο κι εκεί συναντά μια γαλλίδα που εμπορεύεται αντίκες. Μαζί περπατάνε για την υπόλοιπη μέρα σε ένα κοντινό χωριό όπου, φαινομενικά, η σχέση τους αρχίζει ακατανόητα να αλλάζει.
Σε 25 λέξεις: Μικρού βεληνεκούς αλλά σπουδαίο στη φιλοσοφική του τοποθέτηση και στο πώς την εφαρμόζει με τα εργαλεία του σινεμά, το αριστούργημα του Κιαροστάμι στοχάζεται πάνω στην σημασία, την αξία και την ιστορική τοποθέτηση του αντιτύπου σε σχέση με το πρωτότυπο. Βραβείο ερμηνείας στις Κάννες για την Ζιλιέτ Μπινός. Μες στις 100 καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα.
Κριτική
Φαινομενικά πολύ μικρότερης εμβέλειας έργο του τεράστιου Αμπάς Κιαροστάμι, αυτή η παιχνιδιάρικη αναζήτηση σπάει τα όρια της αυστηρής μυθοπλασίας – όπως έτσι κι αλλιώς συμβαίνει σε όλο το έργο του ιρανού σκηνοθέτη – για να εξελιχθεί σε έναν φιλοσοφικό στοχασμό που μοιάζει σα να αναδιαμορφώνει τον εαυτό του και το σχήμα του καθώς προχωρά.
Η ταινία ξεκινά απλώνοντας άφοβα την αρχική της τοποθέτηση έχοντας τη σιγουριά πως δε θα εξαντληθεί εκεί, αλλά θα είναι μόνο η αρχή: Το αντίτυπο μπορεί να έχει αξία ίση, αν όχι και μεγαλύτερη, από το ίδιο του το πρωτότυπο, επιχειρηματολογεί o άγγλος συγγραφέας Τζέιμς Μίλερ (ο τραγουδιστής όπερας Γουίλιαμ Σίμελ πρωταγωνιστεί, σε ένα ρόλο που κάποια στιγμή συζητήθηκε και για τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο!) σε μια παρουσίαση του σχετικού βιβλίου του στην Τοσκάνη. (Το ίδιο λέει κι ο Πολ Γ.Σ. Άντερσον στο “Resident Evil: Retribution” αλλά αυτή είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση.)
Την παρουσίαση παρακολουθεί η ανώνυμη ηρωίδα της Ζιλιέτ Μπινός που, απασχολημένη με τον γιο της, φεύγει στα μισά της διάλεξης όμως στη συνέχεια συναντά τον συγγραφέα και ξεκινά μια περιπλάνηση μαζί του. Σε όλο το πρώτο μέρος του φιλμ ο Κιαροστάμι βάζει τους δυο ηθοποιούς του να συζητούν την όλη φιλοσοφική τοποθέτηση του έργου: Ακόμα κι η Μόνα Λίζα είναι ενός είδους αντίγραφο, υποστηρίζει ο Τζέιμς, καθώς αποτέλεσε αντιγραφή / διασκευή μιας αληθινής γυναίκας.
Λίγο αργότερα, η Μπινός τον προσκαλεί στο τοπικό μουσείο ενός χωριού στο οποίο βολτάρουν, για να δει ένα ιδιαίτερο έκθεμα – ένα αντίγραφο που, καθώς για αιώνες εθεωρείτο ορίτζιναλ, έχει χτίσει πλέον τη δική του Ιστορία ως αυτόνομο καλλιτεχνικό αντικείμενο. Όταν ανακαλύφθηκε το αληθινό πρωτότυπο, αυτό το αντίγραφο συνέχισε να παρουσιάζεται ως μουσειακό αντικείμενο. Μήπως μέσα από τις συνθήκες, την αλληλεπίδραση με τον κόσμο και τον χρόνο, δεν έγινε πιο σημαντικό από το ορίτζιναλ;
Όμως αυτό που κάνει την ταινία αληθινά ξεχωριστή είναι η κατά κάποιον τρόπο μετατόπιση που έρχεται από τη μέση και μετά. Στη διάρκεια της βόλτας τους, μια καφετζού υποθέτει πως οι δυο τους είναι παντρεμένοι και από εκείνο το σημείο και μετά, συμπεριφέρονται, έξαφνα, σα να είναι. Η Μπινός κι ο Σίμελ ξαφνικά είναι δύο ηθοποιοί που παίζουν χαρακτήρες που φέρονται ως ηθοποιοί. Ή, άνθρωποι που υποδύονται άλλους ανθρώπους, σαν κόπιες συμβατικών συμπεριφορών και κοινωνικών αρχετύπων.
Όλη τους η ενέργεια, η ένταση, η δραματική ώθηση ξαφνικά ενδυναμώνεται καθώς υποδύονται, έμπρακτα, δυο κόπιες. Εδώ, η θεωρητική προσέγγιση του πρώτου μισού της ταινίας μετατρέπεται σε μια πολύ πιο απρόσμενα χειροπιαστή εξερεύνηση του πώς, στην πρακτική μας καθημερινότητα, αντιλαμβανόμαστε αυτές τις ιδέες περί πρωτοτύπου και αντίγραφου – αναλαμβάνοντας ρόλους που κατανοούμε επειδή έχουν προϋπάρξει, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν φέρνουμε σε αυτούς μια φλογισμένη, οριακά επίπονη, αλήθεια και ειλικρίνεια.
Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, το “ζευγάρι” συναντά ανθρώπους και καταστάσεις που τεστάρουν τα όρια και τις αντοχές των διαφόρων εκφάνσεων του πρωτοτύπου και του αντιγράφου. Ένα νεαρό ζευγάρι παντρεύεται και θέλει πάση θυσία μια φωτογραφία (ένα αντίτυπο μιας ορίτζιναλ φευγαλέας στιγμής και όσης “αλήθειας” χωράει εκεί) με τη Μπινός και τον Σίμελ. Ένα μεγαλύτερης ηλικίας ζευγάρι συζητά μαζί τους την σημασία ενός αγάλματος σε μια πλατεία και το κατά πόσο αφαιρεί από τη δύναμη του το γεγονος ότι είναι αντίγραφο.
Στη διάρκεια αυτής της αλληλεπίδρασης, η ίδια η Μπινός καταθέτει μια πλαστή εκδοχή της ορίτζιναλ ανάλυσης της γυναίκας, προσπαθώντας μετά κόπων και βασάνων να δημιουργήσει εκ του αποτελέσματος το αρχικό της επιχείρημα – σα να θυμάσαι το συμπέρασμα μιας σκέψης σου αλλά να μη μπορείς να ανασυστήσεις τη συλλογιστική που οδήγησε σε αυτήν.
Κομβικής σημασίας σε όλη αυτή την αντιστροφή παίζει η σκηνή στο καφέ, όταν ο Σίμελ αφηγείται ένα περιστατικό που κάνει τη Μπινός να δακρύσει χωρίς να ξέρει το γιατί. Είναι μια στιγμή σε διάλογο με την ίδια την πραγματικότητα: Για να χτίσει την ταινία, ο Κιαροστάμι αφηγήθηκε αυτοσχεδιαστικά την πλοκή στην Μπινός σαν κάτι που συνέβη στον ίδιο και, επειδή την γνώριζε πολύ καλά, ήξερε πώς κάθε νέα στροφή της αφήγησης θα την έκανε να νιώσει συναισθηματική εμπλοκή – ακόμα και να κλάψει.
«Τον εμπιστεύτηκα. Και μετά μου είπε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν αληθινό! Κι αυτή είναι στην ουσία η ιστορία αυτής της ταινίας», είπε η Μπινός στο φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι. Ο δε Κιαροστάμι έχει ισχυριστεί πως «η ιστορία άρχισε να εξελίσσεται καθώς την έλεγε στη Μπινός κι έβλεπε τις αντιδράσεις της. Η ευαισθησία της, αυτό που ήξερα για την ψυχή της, έγιναν μέρος αυτού του πρότζεκτ».
Γνωρίζοντας όλη αυτή τη διαδικασία, η σκηνή στο καφέ μοιάζει (όπως εξηγείται εξαιρετικά και σε αυτό το κείμενο) σχεδόν να αντικατοπτρίζει την ίδια τη γέννηση της ταινίας, με τη Μπινός εδώ να παίζει μια ηρωίδα που αντιδρά συναισθηματικά σε αυτό που της λέει ένας μυθοπλαστικός χαρακτήρας, αλλά την ίδια στιγμή να αναπαράγει (αντιγράφει) τα αληθινά δάκρυα που έριξε όταν ο Κιαροστάμι της διηγήθηκε εκείνος κάτι παρόμοιο.
Πρόκειται για ένα κρυφά μεγαλειώδες έργο, μέσα στην μεγαλύτερη πιθανή απλότητα: Όσο περισσότερο μοιάζει να χάνει την εστίασή του, τόσο περισσότερο βρίσκει την ουσία του, εξερευνώντας την αρχική του τοποθέτηση σε διαφορετικές πτυχές, και ενώνοντας το θεωρητικό με το πρακτικό και το συναισθηματικό. Στο τέλος, το ζευγάρι βρίσκεται σε ένα δωμάτιο, να κάνει cosplay μια στιγμή ανάμνησης που ίσως κάποτε, κάποιοι να έζησαν σε αυτή την πόλη. Η οποία τώρα τους κοιτάζει, σαν ψεύτικη, μέσα από ένα μικρό παράθυρο – που από την οπτική μας γωνία, μοιάζει σαν πίνακας κρεμασμένος σε μουσείο. Από μια συγκεκριμένη απόσταση, από μια συγκεκριμένη γωνία, όλα είναι αληθινά.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Το “Γνήσιο Αντίγραφο” στις 100 καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα
Ο Παραχαράκτης
(“L’Affaire Bojarski / The Money Maker”, Ζαν-Πολ Σαλομέ, 2ω8λ)
★★½
Στη μεταπολεμική Γαλλία, ο Γιαν Μποζάρσκι, ένας νεαρός πολωνός πρόσφυγας, γίνεται ο μεγαλύτερος παραχαράκτης που έχει εμφανιστεί ποτέ, αποκτώντας το προσωνύμιο «ο Σεζάν του πλαστού χρήματος». Για περισσότερα από 15 χρόνια, χωρίς καν η οικογένειά του να το γνωρίζει, έφτιαχνε ψεύτικα χρήματα που έμοιαζαν πιο αληθινά κι από τα επίσημα χαρτονομίσματα. Κι έγινε έτσι εμμονή για τον Επιθεωρητή Ματέι, σε ένα κυνηγητό χρόνων που εξελίχθηκε σε μεγάλη μάχη.
Σε 25 λέξεις: Καλογυρισμένο ιστορικό δράμα από τον σκηνοθέτη της “Συνδικαλίστριας” με την Ιπέρ, με τον πάντα εξαιρετικό Ρέντα Κατέμπ στον κεντρικό ρόλο. Δεν προσφέρει κάτι πέρα από μια επιφανειακή ανάγνωση της ιστορίας, αλλά το κάνει με τρόπο ελκυστικό και στιβαρό.
Κριτική
Κλασικής υφής ιστορικό δράμα από τον σκηνοθέτη Ζαν-Πολ Σαλομέ που με ταινίες όπως τη “Συνδικαλίστρια” και η “Νονά της Νύχτας” έχει τελειοποιήσει το τίμιο φιλμ του 2μιση στα 5. Ταινίες που προσφέρουν μια στιβαρή διασκέδαση, δεν είναι ποτέ ανόητες ή ανούσιες, αλλά δεν κρύβουν και κάποια απρόσμενη συγκίνηση πέρα από αυτό που βλέπεις πάνω στην συσκευασία.
Δεν είναι κακό αυτό, ιδιαίτερα αν ξέρεις τι πας να δεις, οπότε και αυτού του βεληνεκούς οι ταινίες αποδεικνύονται εξαιρετική διασκέδαση. Εδώ, ο Ρεντά Κατέμπ (πάντα εξαιρετικός, τον είδαμε και στις “Υποσχέσεις” πρόσφατα, δίπλα στην Ιζαμπέλ Ιπέρ) παίζει μια χαρισματική φιγούρα της γαλλικής παρανομίας – έναν παραχαράκτη του οποίου η δουλειά χαρακτηρίζεται από τέτοια τεχνική τελειότητα που προσεγγίζει την τέχνη. Και τα καλύτερα κομμάτια του φιλμ είναι αυτά που εστιάζουν στο κυνηγητό του (τεχνικού ή μη) μεγαλείου από τον παραχαράκτη-καλλιτέχνη.
Είναι απίστευτο ότι αυτή η ταινία κυκλοφορεί στα σινεμά την ίδια μέρα με το “Γνήσιο Αντίγραφο” του Κιαροστάμι, καθώς εκείνο το φιλμ προσεγγίζει φιλοσοφικά αυτή ακριβώς την ιδέα, του κατά πόσο ένα αντίγραφο μπορεί να έχει ίδια ή ακόμα και μεγαλύτερη αξία από το πρωτότυπο. Μάλιστα το φινάλε του “Παραχαράκτη” έχει μια σχεδόν ίδια σκηνή στο “Γνήσιο Αντίγραφο”, απλώς η ταινία του Κιαροστάμι εμπλέκεται περισσότερο με αυτές τις ιδέες περί γνησιότητας και αυτόνομης αξίας του αντιτύπου.
Το παρόν φιλμ λοιπόν δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τέτοιους στοχασμούς, αφήνοντας αρκετό από το ζουμί της ιστορίας του, ανεκμετάλλευτο. Όμως είναι αρκετά ενδιαφέρον ακόμα και, σε ένα στοιχειώδες επίπεδο, να βλέπεις δύο φιγούρες σε ένα εμμονικό κυνηγητό ετών, καθώς ο επιθεωρητής προσπαθεί όχι μόνο να ξεσκεπάσει, αλλά και να καταλάβει τον αντίπαλό του.
Όχι να το κάνουμε να ακουστεί σαν καμιά “Ένταση” το έργο του Σαλομέ – και πάλι, δεν υπάρχουν εδώ οι ανάλογες φιλοσοφικές προεκτάσεις ή η ποιητικότητα της ταινίας του Μαν – αλλά τα επιμέρους συστατικά αρκούν για μια τιμιότατη διασκέδαση στα θερινά, με μια ταινία αξιόλογη, καλοπαιγμένη, στιβαρή, έστω κι αν κατά βάση είναι σε όλα της αναμενόμενη.