Phenomen Berlin

ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΕΙΔΑΜΕ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ – ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΟΣΚΑΡ ΜΕΤΑ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Ξεχωρίζουμε τις 10 καλύτερες ταινίες που είδαμε φέτος στο Λίντο, και ρίχνουμε μια πρώιμη ματιά στις οσκαρικές κούρσες που καθορίζονται από τη φετινή Βενετία, από τον Τζον Μάλκοβιτς ως τον Ρόμπερτ Πάτινσον.

Η αίσθηση φτάνοντας στο φετινό φεστιβάλ Βενετίας ήταν πως τα πράγματα θα ήταν κάπως… περιορισμένα, για να το θέσουμε κομψά. Ένα πρόγραμμα αρκετά μαζεμένο, με πάρα πολλές μεγάλες ταινίες που περιμέναμε τελικά να απουσιάζουν για διάφορους λόγους, τα στούντιο να κρατάνε τους περισσότερους σταρ μακριά από το Λίντο και το πρόγραμμα να είναι γεμάτο αβέβαια στοιχήματα και ταινίες που δεν περιμέναμε πως κάποτε πράγματι να βλέπαμε. (DAU;!;!!)

Όμως πολλά από αυτά τα στοιχήματα βγήκαν. Οι λίγοι σταρ που ήταν εκεί επιβεβαίωσαν και το γιατί είναι σταρ, και τις οσκαρικές τους βλέψεις. Οι αγνές εκπλήξεις δεν έλειψαν. Αρκετά ντοκιμαντέρ μας συγκλόνισαν. Και η δημιουργική τόλμη ήταν και πάλι εκεί.

Στην πορεία κοντέψαμε να γονατίσουμε από ένα συνδυασμό θερμοπληξίας και ναυτίας (ο καύσωνας, η υγρασία και τα πήγαινε-έλα με το βαπορέτο κάνουν θαύματα για τα σώματα που έχουν ήδη διανύσει μερικά χιλιόμετρα) αλλά είχαμε την ευκαιρία να δούμε μερικές από τις ταινίες της χρονιάς και να συνομιλήσουμε με μερικούς αληθινούς ήρωές μας, από τον Βέρνερ Χέρτσογκ μέχρι τον Νικ Νόλτε, να ακούσουμε με προσοχή τα όσα είχαν να μας πουν καλλιτέχνες όπως ο Λι Τσανγκ-ντονγκ κι ο Ρόμπερτ Πάτινσον, αλλά και να κουβεντιάσουμε με συνομιλητές-τυφώνες όπως ο μοναδικός Σλαβόι Ζίζεκ.

Τι κρατάμε στο τέλος;

Οσκαρικά, υπάρχουν κάποιες βεβαιότητες πλέον, καθώς και κάποια πολύ δυνατά στοιχήματα.

Αρχικά, ο Τζον Μάλκοβιτς ίσως και να είναι το νέο φαβορί για το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου. Οι τελευταίες ταινίες του Μάρτιν ΜακΝτόνα (Τρεις Πινακίδες, Τα Πνεύματα του Ινισέριν) έχουν βγάλει πολλά ερμηνευτικά βραβεία και οσκαρικές υποψηφιότητες, κι εδώ ο Μάλκοβιτς (ένας έτσι κι αλλιώς πολύ σεβαστός ηθοποιός με δεκαετίες συνεχούς δουλειάς στο Χόλιγουντ) έχει όλη την ταινία πάνω του.

Κέρδισε το βραβείο ερμηνείας της Βενετίας κι αυτό μπορεί να είναι όση ώθηση χρειάζεται κανείς με μια τέτοια ερμηνεία. Όπως και με κάποιες περιπτώσεις πρόσφατου παρελθόντος, σαν την Έμμα Στόουν του La La Land ή την Ολίβια Κόλμαν της Ευνοούμενης, εδώ ο Μάλκοβιτς είναι πολύ πιθανό να πάρει την φόρα αυτής της πρεμιέρας και βράβευσης και να την μετουσιώσει σε Όσκαρ.

Φυσικά η ίδια η ταινία, το Wild Horse Nine, είναι επίσης πολύ πιθανό να παίξει δυναμικά. Αφορά τον αμερικάνικο παρεμβατισμό στη Λατινική Αμερική, είναι τρομερά καλογραμμένη και καλοπαιγμένη και μπορούμε άνετα να τη δούμε να κινείται στις 8-9 υποψηφιότητες, ανάλογη δηλαδή επίδοση με το Ινισέριν.

Το Primetime με τον Ρόμπερτ Πάτινσον και το Ink του Ντάνι Μπόιλ μπήκαν στο φεστιβάλ με ερωτηματικά και μάλλον χρειάζονταν μια πολύ πιο ορμητικά θερμή υποδοχή για να μπουν στην οσκαρική κουβέντα. Για το Primetime πάντως δεν αποκλείουμε εντελώς το ενδεχόμενο ο Πάτινσον να προταθεί, έχοντας εξαιρετικά θετικές κριτικές για την ερμηνεία του. Η χρονιά που έχει είναι σοκαριστικά καλή (The Drama, Οδύσσεια, Primetime – τι άλλο να κάνει;) και πολύ πιθανό η βιομηχανία να θέλει να τον επιβραβεύσει κάπου. Αλλά ίσως όλη η ενέργεια αυτή διοχετευθεί υπέρ της Οδύσσειας και κάποια πιθανή υποψηφιότητα Β’ Ρόλου.

Στο χώρο των διεθνών παραγωγών, το Netflix μπορεί να έχει κάτι πολύ δυνατό στα χέρια του με το Possible Love του Λι Τσανγκ-ντονγκ, ένα ταξικό / ρομαντικό δράμα που πήρε τις πιο ισχυρές κριτικές στη Βενετία κι είναι βέβαιο πως θα παίξει πολύ δυνατά τους επόμενους μήνες σε βραβεία και ετήσιες λίστες. Αν το Netflix παίξει σωστά τα χαρτιά του, μπορεί η ταινία (που κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στη Βενετία κι είναι η πρόταση της Κορέας για τα Όσκαρ) να κάνει κάποια εμφάνιση τύπου Drive My Car: Ένα πλούσιο, απαιτητικό αλλά όχι απρόσιτο φιλμ, που έχει δυνατότητες να εμφανιστεί και σε 2-3 μεγάλες κατηγορίες εκτός του Διεθνούς Φιλμ.

Φυσικά θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το Woman Unknown, το δανέζικο έργο που έκανε τη μεγάλη έκπληξη και κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι αλλά και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας (κάτι στα όρια του μη επιτρεπτού από τους κανονισμούς του φεστιβάλ!) και έχει οπωσδήποτε τη δυνατότητα να μιλήσει στους πιο παραδοσιακούς θεατές-μέλη της Ακαδημίας.

Ενώ μεγάλη είσοδο έκανε και το ΝΑΖΑ, το ντοκιμαντέρ από 2 εκ των ήδη βραβευμένων με Όσκαρ συν-σκηνοθετών του Καμιά Άλλη Γη, το οποίο κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής και έγινε η ξεκάθαρα πιο πολυσυζητημένη ταινία του φεστιβάλ: Μέσα από μαρτυρίες ισραηλινών στρατιωτών σχηματίζεται αναλυτικά η εικόνα των συστημάτων και της τεχνολογίας στην εν εξελίξει γενοκτονία της Γάζας. Το ντοκιμαντέρ έχει δημιουργήσει θύελλα αντιδράσεων εντός του Ισραήλ και θα αποτελέσει οπωσδήποτε μια πολύ μεγάλη ευκαιρία για πολλά μέλη της Ακαδημίας να πάρουν θέση. (Ό,τι κι αν σημαίνει κάτι τέτοιο πλέον εν έτει 2026, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.)

Με αυτά σαν δεδομένα, ξεχωρίζουμε τις ταινίες που μας εντυπωσίασαν ή που μας έμειναν περισσότερο από το φετινό, 83ο φεστιβάλ Βενετίας. Δεν ήταν το πλουσιότερο φεστιβάλ που έχουμε δει στη ζωή μας, αλλά ταινίες που σημάδεψαν το ‘26, τις είχε.

Possible Love

Possible Love (L to R) Zo In-sung as Sang-woo, Jeon Do-yeon as Mi-ok in Possible Love Cr. Joo Jae-bum/Netflix © 2026

Στην ταινία του μεγάλου κορεάτη δημιουργού Λι Τσανγκ-ντονγκ (η πρώτη του ταινία μετά το αριστουργηματικό Παιχνίδι με τη Φωτιά το 2018), ακολουθούμε δύο παντρεμένα ζευγάρια. Η Μι-οκ κι ο Χο-σέοκ παλεύουν να τα βγάλουν πέρα μετά την απόλυση του Χο-σέοκ ύστερα από μια απεργία που εξελίχθηκε βίαια.

Η Μι-οκ (στο ρόλο η Τζέον Ντο-γιέον που είχε κερδίσει βραβείο ερμηνείας στις Κάννες για το Secret Sunshine του ίδιου σκηνοθέτη πριν σχεδόν 20 χρόνια) προσπαθεί να ισορροπήσει κατανόηση και αποδοχή με επιθυμίες και όνειρα που μοιάζουν να ξεπήδησαν από «ένα βιβλίο που δεν έχει καν διαβάσει». Ο Χο-σέον είναι ένας άντρας πικραμένος, άλλοτε στη σιωπή κι άλλοτε στον θυμό. Το ζευγάρι γνωρίζεται με τους Σανγκ-γου και Γιε-τζι, ένα άλλο παντρεμένο ζευγάρι που όμως βρίσκεται εμφατικά στην άλλη πλευρά του ταξικού χάσματος. Η Γιε-τζι είναι σκηνοθέτρια που θέλει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για τις απολύσεις στην περιοχή, που έχουν οδηγήσει σε κάποιες τραγικές συνέπειες.

Πάνω σε αυτή τη δυναμική, ο Λι Τσανγκ-ντονγκ συνθέτει ένα δράμα-κέντημα εξερευνώντας επιθυμίες και σκληρές πραγματικότητες μέσα από την αλληλεπίδραση αυτού του κουαρτέτου συναρπαστικών και πολυσύνθετων χαρακτήρων. Σε αυτή την υπόκωφη (μη) σύγκρουση, όλοι θα αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα των όσων θέλουν απέναντι σε αυτά που έχουν. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σαρωτικό είτε αφορά ένα συγκλονιστικό ξέσπασμα παγιδευμένο μέσα σε όρια τοίχων και οθονών, είτε αφορά δύο σώματα που φέρνουν όλη την ταξική και ψυχολογική τους φόρτιση σε ένα κυνηγητό έξω στη φύση. Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (κάτι σαν ασημένιο μετάλλιο) στο φεστιβάλ Βενετίας.

Αναλυτικό κείμενο για το Possible Love.

Bucking Fastard

Gateway to Orkney LLC

Η αγαπημένη μου ταινία του φετινού Διαγωνιστικού και ίσως εκείνη που είναι δυσκολότερο να εξηγήσει κανείς. Το νέο φιλμ του πάντα απρόβλεπτου και σταθερά θεοπάλαβου (δημιουργικά μιλώντας) Βέρνερ Χέρτσογκ, ακολουθεί τις δίδυμες αδελφές Τζιν και Τζόαν Χόλμπρουκ σε αναζήτηση της αληθινής αγάπης.

Είναι μια αγνά τρελή και ξέφρενη δημιουργία, που σε όλη της τη διάρκεια συνεχώς μετασχηματίζεται σε κάτι νέο και σταθερά απρόβλεπτο, σα να ακολουθεί την αρχική συνθήκη με έναν τρόπο εντελώς ενστικτώδη και συνειρμικό – σαν όνειρο. Αρχικά τοποθετούμαστε στο χώρο ενός δικαστηρίου κι η ταινία μοιάζει σαν μικρού μήκους σουρεαλιστική δικαστική δραμεντί. Οι δύο αδερφές να έχουν δεχτεί περιοριστικά μέτρα από τον γείτονά τους, Γκάρετ (στο ρόλο ένας Ορλάντο Μπλουμ που μοιάζει συνεχώς ανάμεσα στην έκπληξη και την πονηριά) ο οποίος θέλει να τον αφήσουν στην ησυχία του, αλλά εκείνες ξέρουν την αλήθεια: Ο μεταξύ τους έρωτας είναι τέλειος κι ο Γκάρετ τις θέλει, στην πραγματικότητα!

Από εκείνο το σημείο, αν προσπαθούσε κανείς να υποπτευθεί πώς θα έμοιαζαν τα τελευταία 30 λεπτά της ταινίας, και δοκίμαζε χίλιες φορές να το πετύχει, θα έπεφτε χίλιες φορές μίλια μακριά από την πραγματικότητα. Το σενάριο του Χέρτσογκ μοιάζει με ελεύθερη γραφή, σα να διερωτάται και το ίδιο τι μπορεί να συνέβαινε μετά, καθώς οι δίδυμες συνέχιζαν την αναζήτηση της αληθινής αγάπης;

Η κάμερά του κινείται με εξίσου μεγάλη αίσθηση ελευθερίας, ειδικά στην μαγευτική τελευταία πράξη του φιλμ όπου η δράση τοποθετείται μέσα σε ένα αποστομωτικά όμορφο, περιορισμένο σκηνικό που όμως μοιάζει – χάρη στην ελεύθερη κίνηση της κάμερας αλλά και τις ελεύθερες ερμηνείες των δύο ηρωίδων – να μην τελειώνει ποτέ, να μην έχει όρια, να φτάνει όσο μακριά τολμάς να το φανταστείς να φτάνει.

Οι Ρούνι και Κέιτ Μάρα δίνουν μια εντυπωσιακή συγχρονισμένη ερμηνεία ως δίδυμες που λένε τα πάντα ταυτόχρονα κι αισθάνονται τα πάντα μαζί, αλλά στις επιμέρους εκφράσεις και την ενέργειά τους μπορείς να διακρίνεις ψήγματα ξεχωριστών προσωπικοτήτων. Θα τολμήσουν να εκφραστούν σε ανεξαρτησία η μία της άλλης; Θα μπορέσουν να βρουν τον εαυτό τους σε έναν κόσμο που μοιάζει να μην έχει τη φαντασία να τις χωρέσει; Θα καταφέρουν να σκάψουν ένα τούνελ για την αγάπη;

Ο Χέρτσογκ κι οι αδελφές Μάρα κινούνται άφοβα, απρόβλεπα, με γνώμονα μια πυξίδα καθαρά συναισθηματική, αγκαλιάζοντας με χαρά και ενθουσιασμό το παράλογο και αναζητώντας πάντοτε την προσωπικό στίγμα ακόμα και μέσα από μια σχέση απόλυτης συνύπαρξης και αλληλοεξάρτησης. (Όταν κάποια στιγμή οι δυο τους τολμήσουν να απευθυνθούν η μία στην άλλη, θα είναι σα να έχεις βιώσει κάτι σεισμικό.) Η εντυπωσιακότερη πράξη κινηματογραφικής ελευθερίας που έχουμε δει τελευταία – αν επιτρέψεις στην ταινία να σε συνεπάρει, στο τέλος θα νιώσεις σα να πετάς.

Ink

Anthony Dickenson STUDIOCANAL SAS

Το Ink καλύπτει έναν χρόνο στα τέλη των ‘60s, όταν ο αυστραλός μεγιστάνας Ρούπερτ Μέρντοχ αγόρασε τη Sun και θέλησε να τη μετατρέψει σε mainstream θωρηκτό της βρετανικής δημοσιογραφικής σκηνής. Για να φέρει σε πέρας το σχέδιό του, στρατολογεί τον Λάρι Λαμπ, έναν ταλαντούχο δημοσιογράφο της Daily Mail στον οποίο δίνει τα κλειδιά της νέας Sun με σαφή αποστολή: Να την φέρει 1η σε πωλήσεις.

Ο Ντάνι Μπόιλ, ένας από τους πιο δυναμικούς στιλίστες του παγκόσμιου σινεμά ήδη από τα πρώτα του φιλμ όπως το Trainspotting ή η Παραλία, έδειξε πρόσφατα τρομερά ανανεωμένος δημιουργικά. Γύρισε το ζόμπι σίκουελ 28 Χρόνια Μετά, με μια φόρμα ψηφιακού κολάζ που έδωσε στην ταινία του μια εντυπωσιακή αιχμή, ζωντάνια, αλλά και την αίσθηση ενός μυθοπλαστικού essay πάνω στην επιβίωση αλλά και την μετα-Brexit απομόνωση.

Στα χέρια του ανανεωμένου αυτού Μπόιλ, το Ink δεν μοιάζει ποτέ με συμβατική βιογραφική ταινία, και οριακά ούτε καν με ταινία εποχής. Δεν χρησιμοποιεί ποτέ προφανείς χρονο-σελιδοδείκτες των ‘60s, επιλέγοντας να εστιάσει τις στιλιστικές του παρεμβάσεις σε απόλυτη υπηρεσία της ιστορίας και της θεματικής του. Αφηγείται στην ουσία την ιστορία του πώς θεμελιώθηκαν τακτικές φτηνού σοκ και clickbait, φτηνής, ταμπλόιντ αισθητικής της εκμετάλλευσης, λέγοντας την ιστορία του με έναν αντίστοιχου επιθετικού αισθησιασμού τρόπο.

Είναι τολμηρή προσέγγιση αλλά και ειλικρινής: Ο Μπόιλ αναζητά τις ρίζες και τις συνθήκες ωρίμανσης ενός προβλήματος στον αληθινό κόσμο, χωρίς να βλέπει κανέναν ως χάρτινη φιγούρα (κάτι που δε βοηθά ποτέ σε καμία κατανόηση κανενός ζητήματος). Λέει την ιστορία μιας δημοσιογραφικής αυτοκρατορίας που χτίστηκε πάνω στον αφηγηματικό μαγνητισμό, μαγνητίζοντας με τη σειρά του τον θεατή.

Αναλυτικό κείμενο για το Ink.

My Undesirable Friends – Part 2: Exile

Valeria Ratnikova

Η ρωσίδα Τζούλια Λόκτεβ συνεχίζει με το δεύτερο μέρους του επικού βεριτέ ντοκιμαντέρ της πάνω στους ανθρώπους που στελέχωσαν το αντι-πουτινικό τηλεοπτικό δίκτυο TV Rain, του οποίου η διευθύντρια μας είχε μιλήσει παλιότερα στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Οι άνθρωποι του σταθμού χαρακτηρίστηκαν επίσημα ως «ξένοι πράκτορες» από το καθεστώς Πούτιν κι ήταν νομικά αναγκασμένοι να παραθέτουν αυτό το μήνυμα πριν από κάθε εκπομπή του δικτύου τους, ακόμα και στις λεζάντες των social ποσταρισμάτων τους.

Τελικά οι ρωσικές αρχές έκλεισαν το Rain λίγο μετά την εισβολή στην Ουκρανία και το πρώτο μέρος του ντοκιμαντέρ της Λόκτεβ (με τίτλο Last Air in Moscow) ολοκληρωνόταν με τους δημοσιογράφους να φεύγουν κακήν κακώς, μέσα σε μια νύχτα κι όποιος προλάβει, από τη Ρωσία, αφήνοντας πίσω σπίτια, ρούχα, οικογένειες, και ολόκληρες ζωές.

Το πολύωρο δεύτερο μέρος, Exile, συνεχίζει με την Λόκτεβ να ακολουθεί όλους τους κεντρικούς χαρακτήρες της καθώς βρίσκονται πλέον, όπως λέει κι ο τίτλος, σε εξορία. Προσπαθώντας να χτίσουν ξανά το Rain σε άλλες χώρες, να βρουν τα πατήματά τους σε τόπους διαφορετικούς από τους δικούς τους, και να θεμελιώσουν δίκτυα αντίστασης από απόσταση, αυτοί οι δημοσιογράφοι είναι οι τραγικές ηρωίδες και ήρωες χωρίς έδαφος κάτω από τα πόδια τους.

Η Λόκτεβ ακολουθεί και καταγράφει με τρομερή υπομονή, εστιάζοντας σε καθημερινές ρουτίνες και σε διαδικασίες, ώστε κανείς εκ των ηρωίδων και ηρώων να μην είναι απλώς «ένα άτομο που θα μας αφηγηθεί κάτι που συνέβη». Είναι τρισδιάστατοι χαρακτήρες σε ένα τρομακτικό δράμα που απλώνεται σε ένα σωρό χώρες και ηπείρους καθώς αληθινοί άνθρωποι χάνουν σε αληθινό χρόνο τα δεσμά με αυτή που κάποτε αποκαλούσαν πατρίδα τους.

Company

Company

Μια από τις πιο ήσυχες ταινίες του Διαγωνιστικού, πολύ χαμηλών τόνων δημιουργία, πέρασε σχετικά απαρατήρητη αλλά έχει ψυχή και ενδιαφέρον. Τοποθετείται σε μια νύχτα του χειμώνα του 1975, όταν μια μυστηριώδης γυναίκα φτάνει απροσκάλεστη σε μια εορταστική μάζωξη σε ένα σπίτι και εκεί ξεκινά να λέει την ιστορία της στους θαμώνες.

Λέει την ιστορία του Τομ, ενός ερημίτη (στο ρόλο ο Νικ Νόλτε, με συγκινητική πλέον ευθύτητα) που διέσωσε από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες μια γυναίκα στη διάρκεια μιας μεγάλης χιονοθύελλας στο Κολοράντο, περισσότερα από 20 χρόνια νωρίτερα. Για να περάσει η μακρά νύχτα, εκείνη η γυναίκα με τη σειρά της αφηγείται στον ερημίτη μια άλλη ιστορία, για ένα ζευγάρι που προσέφεραν χώρο στη φάρμα τους, σε έναν περιπλανώμενο νεαρό, την ώρα που μια σειρά φρικτών φόνων κάνουν τους πάντες στην περιοχή ανήσυχους.

Ακούγεται ίσως κάπως περίπλοκο, αλλά στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά απλό. Διηγήσεις μέσα σε διηγήσεις μέσα σε διηγήσεις, που όλες καταλήγουν σε έναν κοινό τόπο. Ιστορίες μέσα σε ιστορίες μέσα σε ιστορίες, καθώς η ίδια μας η ταυτότητα σχηματίζεται από τις αφηγήσεις κι από τον τρόπο που δοξασίες, γεγονότα και αναμνήσεις επιβιώσουν στόμα με στόμα.

Γυρισμένο με ελάχιστα μέσα, σε δυο σκηνικά, με αρκετούς ερασιτέχνες ηθοποιούς (ανάμεσά τους οι δυο γιοι του Κέισι Άφλεκ, που είναι ο σκηνοθέτης της ταινίας) και με την κάθε “ιστορία” να έχει τη δική της εβδομάδα γυρισμάτων, σε απόσταση μηνών από τις άλλες, το Company μοιάζει να περιλαμβάνει μέσα τους αιώνες, ιστορίες και Ιστορίες. Ένα φιλόδοξο προσωπικό φιλμ πάνω στη δύναμη της αφήγησης και στο πώς μας βοηθά να ανακτήσουμε τη δύναμη του εαυτού μας, και να κατανοήσουμε τον κόσμο (μας). Στο μέλλον, κόσμος θα το ανακαλύπτει τυχαία και θα εκπλήσσεται από αυτό.

Wild Horse Nine

Sam Rockwell and John Malkovich in WILD HORSE NINE. Photo by Searchlight Pictures/Diego Araya Corvalán, Courtesy of Searchlight Pictures. © 2026 Searchlight Pictures. All Rights Reserved.

Οι Ρόκγουελ και Μάλκοβιτς παίζουν δύο πράκτορες της CIA, και μάλιστα όχι τίποτα τυχαίους. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας ο Μάλκοβιτς προσπαθεί να θυμηθεί τις καθοριστικές στιγμές της καριέρας του και καταλήγει να βγάζει μια λίστα με μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αμερικανικού παρεμβατισμού στη δημοκρατία και στη σταθερότητα άλλων χωρών – αλλά και ένα κάποιο πολύ διάσημο περιστατικό εσωτερικής παρέμβασης της CIA, στο Ντάλας, το 1963.

Γύρω από αυτό το τελευταίο στήνεται και ένα μέρος της πλοκής που διατρέχει την ταινία, καθώς οι ανώτεροι του Μάλκοβιτς στη CIA ανησυχούν πως κάποια μυστικά της εκτέλεσης του Κένεντι μπορεί να διαρρεύσουν από τον γερασμένο πια πράκτορα. Έχει ξεφορτωθεί ένα μάτσο ηγέτες στην Αφρική και Λατινική Αμερική, «αλλά αν σκοτώσεις έναν λευκό τότε ξαφνικά όλοι τρελαίνονται», μονολογεί κάποια στιγμή ο Κρις του Μάλκοβιτς καθώς αναλογίζεται τη ζωή του και τα συντρίμμια που αφήνει πίσω.

Ο Κρις μαζί με τον Λι (Ρόκγουελ) βρίσκονται στη Νήσο του Πάσχα στη διάρκεια ενός «διαλείμματος» από την εν εξελίξει επιχείρηση της CIA στη Χιλή, με στόχο φυσικά την επικείμενη ανατροπή του Αλιέντε και εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1973. Εκεί, συναντούν και δύο επαναστατικές φοιτήτριες, την Μόνικα (η φοβερή Μαριάνα Ντι Γκιρολάμο του Έμα του Πάμπλο Λαραϊν) και την Αλίσια (Αϊλίν Σάλας), στις οποίες ο Κρις εμφανίζει την τάση να ομολογεί πολύ περισσότερα από αυτά που θα έπρεπε, για τις πράξεις της CIA.

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα μετά τα Πνεύματα του Ινισέριν επιστρέφει με γνώριμο τόνο και γνώριμους ρυθμούς. Όλα εξαιρετικά εκτελεσμένα, με μπόλικο θυμό, με έναν εντυπωσιακά καλό Τζον Μάλκοβιτς στον κεντρικό ρόλο, αλλά και μια δύσκολη ισορροπία στο πώς στήνεις μια στοχαστική ταινία γύρω από ένα τέτοιο τέρας, προσέχοντας να μην τον εξιλεώσεις, ούτε τον μετατρέψεις (έστω άθελά σου) σε ήρωα. Βραβείο ανδρικής ερμηνείας για τον Τζον Μάλκοβιτς.

Αναλυτικό κείμενο για το Wild Horse Nine.

They’re Here

Tim Evans

Η Λόρα Πόιτρας, που έχει κερδίσει έναν από τους πιο κουλ Χρυσούς Λέοντες των τελευταίων πολλών χρόνων στη Βενετία (για το σπουδαίο ντοκιμαντέρ Όλη η Ομορφιά και η Αιματοχυσία) επιστρέφει με ένα ακόμα εμπνευσμένο ντοκιμαντέρ, μικρού μήκους αυτή τη φορά. Μαζί με τη Ρέιτσελ Λόρεν Μιούλερ καταγράφουν τις πρόσφατες κινήσεις αντίστασης των κατοίκων της Μινεσότα όταν ο ICE στην ουσία κατέλαβε την περιοχή, κάνοντας κουμάντο και απαγάγοντας κατοίκους χωρίς να δίνει λογαριασμό. («Ό,τι κι αν κάνεις, μην τους αφήσεις να σε βάλουν σε αυτοκίνητο», όπως έλεγε κι ο Μάλκοβιτς στην Ντι Γκιρολάμο του Wild Horse Nine, κατά σύμπτωση.)

Οι Πόιτρας και Μιούλερ καταγράφουν τα γεγονότα με μια τρομερή αμεσότητα, αφήνοντας στην άκρη τις κάθε λογής επεξηγήσεις και αφηγηματικά στοιχεία, εστιάζοντας περισσότερο στην ωμή αίσθηση τρόμου και απόγνωσης. Καδράρουν τους πράκτορες του ICE σαν μια σχεδόν εξωγήινη, σίγουρα απόκοσμη, δύναμη κατοχής που εισβάλει και στοχεύει αδιάκριτα. Υπό αυτή την έννοια, αυτό το ντοκιμαντέρ μοιάζει περισσότερο με θρίλερ, και βιωματικό μάλιστα. Οι ανώνυμοι ήρωες προσπαθούν να επιβιώσουν, αλλά η απειλή ξεπετάγεται από κάθε γωνία. Είναι σίγουρα ένας εξαιρετικός τρόπος αποτύπωσης μιας φρικτής κατάστασης, από μια από τις πιο ανεκτίμητες σκηνοθέτριες του σύγχρονου πολιτικού σινεμά.

DAU

Phenomen Berlin

Το μεγάλο ρωσικό πείραμα του Ίλια Χρζανόφσκι ξεκίνησε ως μια ιδέα εμπνευσμένη από τις ζωές των σοβιετικών επιστημόνων που ανέπτυξαν την ατομική βόμβα, με τον Κουρεντζή να πρωταγωνιστεί ως Λεβ Λαντάου – τον DAU του τίτλου – αλλά στην πορεία να αποκτά δική του ζωή και να εξελίσσεται σε κάτι σαν παράλληλη, κινηματογραφική ανασύσταση της σοβιετικής Ιστορίας.

Αυτό που ξεκίνησε μια συμβατική βιογραφική ταινία, σταδιακά γιγαντώθηκε σε ένα αδιανόητου μεγέθους πολυμορφικό πρότζεκτ. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν το 2008(!) αλλά ήταν το 2009 που χτίστηκε το Ινστιντούτο, ένα τεράστιο σετ που λειτουργούσε από το πρωί ως το βράδυ, κάθε μέρα, φιλοξενώντας εκατοντάδες ανθρώπους σε κεντρικούς ρόλους οι οποίοι ζούσαν και αυτοσχεδίαζαν μέσα σε αυτό, “παίζοντας” σε μια λεπτομερή ανακατασκευή της σοβιετικής ζωής από τα ‘30s ως τα τέλη των ‘60s, με τις κάμερες να μπορούν να καταγράφουν ανά πάσα στιγμή.

Το τελικό φιλμ είναι μια παραδοξότητα: Περισσότερο μια θύελλα από στιγμές που ποτέ δε μοιάζουν συμβατικά κινηματογραφικές ως εικόνες. Ίσως χάρη στο πώς η όλη κατασκευή συνυπάρχει με την κίνηση “ρόλων” που πασχίζουν να κινηθούν ελεύθερα, σε μια ιστορία πάνω σε αυτή ακριβώς την πάλη. Και με την κάμερα να μοιάζει συχνά αβέβαιη για το αν είναι εκεί για να παρακολουθήσει χαρακτήρες, πλήθη, ή απλώς τον ίδιο τον χώρο, σαν χαμένη κι η ίδια μέσα σε μια ουτοπική ιδέα που μετεξελίσσεται σε μηχανή ελέγχου. Πολύ κατανοητά, το φιλμ τιμήθηκε με το Βραβείο Σκηνοθεσίας του φεστιβάλ Βενετίας για τον Ίλια Χρζανόφσκι.

Αναλυτικό κείμενο για το DAU.

Flesh Impact

Το They’re Here προβλήθηκε σε ένα ενιαίο block μαζί με το Flesh Impact της Προέδρου της Επιτροπής, Μάγκι Τζίλενχαλ, το οποίο φαντάζεται την Μέριλιν Μονρόε, πλέον 100 χρονών, να εμφανίζεται για μια οντισιόν και να διηγείται την ιστορία της ζωής της. Με τον γνωστό πλέον συναισθηματικά συγκεχυμένο τρόπο της Τζίλενχαλ (βλέπε και Η Νύφη, αλλά και την Χαμένη Κόρη), αυτή η Μέριλιν προσπαθεί να πάρει τον έλεγχο της εικόνας, την ιστορίας και του ονόματός της.

Η Έλεν Μπέρστιν (που τιμήθηκε από το φεστιβάλ για το σύνολο της καριέρας της) είναι συγκλονιστική στο ρόλο: Απογοήτευση, αλλά και πείσμα, και θυμός, αλλά και ζωή, αναβλύζουν μέσα από τη στατική της ερμηνεία καθώς θυμάται στιγμιότυπα εμβληματικά της Μέριλιν-περσόνα (στα φλάσμπακ την Μέριλιν παίζει η Ντακότα Τζόνσον), επιχειρώντας να τα επανατοποθετήσει σε ένα πλαίσιο ανθρώπινο, αληθινό. Ή, πώς νιώθει η γυναίκα που οι πάντες νομίζουν ότι ξέρουν πώς είναι να κοιμάσαι μαζί της.

Συγκινητικό, παθιασμένο, ένα υπέροχο μικρού μήκους φιλμ που είναι απολύτως συνεπές με την κοσμοθεωρία και την αισθητική προσέγγιση της Τζίλενχαλ – ταυτόχρονα ως δημιουργού αλλά και ως ερμηνεύτριας.

Μια Μέρα στη Ζωή της Τζο: Κεφάλαιο Φαίδρα

Avion Films

Μετά το θαυμάσιο ντεμπούτο της, Σελήνη, 66 Ερωτήσεις, η Ζακλίν Λέντζου επιστρέφει με μια δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία ακόμα πιο άφοβη – στη φόρμα και στο περιεχόμενό της. Ακολουθεί μια μέρα στη ζωή της Τζο (το κεφάλαιο Φαίδρα!), μια μελαγχολική έφηβη που μοιάζει να είναι συνδεδεμένη με ένα πεδίο ύπαρξης πέρα από το υλικό, το γήινο. Η ταινία ξεκινά με ψιθύρους που έρχονται από Κάπου Αλλού, σα να κοιτάνε τη Τζο – και τις ζωές μας γενικά – από εκεί έξω, εκεί ψηλά. Είναι όνειρα, ή εμείς είμαστε τα όνειρά τους;

Η μέρα εκείνη για τη Τζο είναι συνηθισμένη αλλά και εντελώς ασυνήθιστη, όπως ίσως κάθε μέρα. Το πρωί χάνει το σχολικό. Στο διάλειμμα φιλιέται με το αγόρι της, που δεν έχει ιδέα πως να φιλάει. Αργότερα, το απόγευμα, συναντιέται με φίλους, και με φίλους φίλων, σε μια πλατεία. Στο ενδιάμεσο, έχει συμβεί κάτι συγκλονιστικό: Στη διάρκεια του μαθήματος μουσικής, η Τζο ακούει το τραγούδι της Φαίδρας. Με μια φωνή αγγελική, σαν συνδεδεμένη κι αυτή με το εξώτερο, με τους αγγέλους και τις ψυχές, να τραγουδάει ένα κομμάτι που «δε νομίζω να το έχει το Spotify», σαν κάτι που προσγειώθηκε στη Γη από κάπου αλλού.

Η Τζο δακρύζει και δεν καταλαβαίνει γιατί. Πολύ ταιριαστό, γιατί το ίδιο συνέβη και σε εμένα. Στη σκηνή που η Τζο αφουγκράζεται αυτό τον ήχο, αυτή τη φωνή, αλλά και αργότερα, όταν μαζί με τη Φαίδρα περπατούν στους χώρους του σχολείου, αγγίζοντας μουσικά όργανα μέσα από θολά, εκτός focus πλάνα που ενισχύουν την ονειρικότητα της ανακάλυψης, ή μιας νέας σύνδεσης. Το σινεμά της Λέντζου πάντα είχε αυτή την ικανότητα, να μοιάζει με οπτικοακουστικό scrapbook αγγιγμάτων, αναμνήσεων, ήχων – όλα συνθέτοντας μια αφήγηση έντονης συναισθηματικότητας, μια τρυφερότητα που δε μπορείς να πετύχεις με υπολογισμούς και με λόγια.

(Στον ρόλο της Τζο η Εβίτα Ανδριοπούλου έχει μια εντυπωσιακά φυσική παρουσία. Πιστεύεις κάθε κομμάτι διαλόγου, κάθε κίνησή της, κάθε αισθητική έκφραση της ηρωίδας της ως αληθινή. Κάτι πάρα πολύ σημαντικό σε μια ταινία που είναι όλη χτισμένη πάνω στην αίσθηση του βιώματος και στον τρόπο που άνθρωποι και σώματα καταλαμβάνουν τον χώρο τους.)

Το φιλμ είναι εμπνευσμένο σύμφωνα και με τα λόγια της ίδιας της Λέντζου, από την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. «Το γεγονός ότι δεν γνώριζα τίποτα για εκείνον πέρα ​​από την ηλικία και τον τρόπο θανάτου του, κι όμως ένιωθα, και εξακολουθώ να νιώθω, κοντά του, λειτούργησε σαν μια εσωτερική αφύπνιση, μια πρόσκληση να εξερευνήσω την ψυχή, τη ζωή, τον θάνατο, τον εαυτό και τις ψευδαισθήσεις του», λέει η σκηνοθέτρια. «Ο Αλέξης ήταν, είναι και θα είναι για πάντα παρών μέσα από την απουσία του, σκοτωμένος αλλά όχι νεκρός, αφήνοντας χώρο για μια ταινία που υποβάλλει με τρόπο μυστηριακό την ιδέα ότι ίσως υπάρχει ένα φως που δεν σβήνει ποτέ», εξηγεί.

Η συγκεκριμένη σύνδεση συμβαίνει με τρόπο αφαιρετικό, υπαρξιακό, και με λιγότερο ευθέως πολιτικούς όρους, κάτι που μπορεί να σοκάρει και να ξενίσει. Είναι ένα ακόμα δείγμα του πόσο δημιουργικά άφοβη είναι η Λέντζου, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση ομολογώ έμεινα εμβρόντητος.

Ακόμα κι έτσι, το πόσο πλήρως υποστηρίζει τις αισθητικές και αφηγηματικές επιλογές της είναι εντυπωσιακό: Σε σημεία, η ταινία αποχωρεί μακριά από τα ήδη δοκιμασμένα στοιχεία αφής και συναισθήματος, τολμώντας να μεταβεί σε ένα στοχαστικό επίπεδο που μου έφερε στο μυαλό κάτι από Twin Peaks: The Return – εκεί όπου το υλικό και το πνευματικό συνυπάρχουν στην οθόνη με τρόπο αγνό, χειροπιαστό, συγκινητικό και όπου η σωτηρία μιας ψυχής μπορεί να φέρει το σύμπαν ανάποδα.

Το κινηματογραφικό κολάζ σωμάτων, συνειδήσεων, ήχων και χρωμάτων στα χέρια της Λέντζου αποκτά μια στόφα γνήσια προσωπική που σχεδόν κάμπτει τις ενστάσεις. Εν τέλει, δε μας έκανε την παραμικρή εντύπωση που τιμήθηκε με το βραβείο Σκηνοθεσίας του τμήματος των Οριζόντων. Ίσως μάλιστα αυτό που κάνει εντύπωση είναι (ειδικά βάσει αποτελέσματος) το πώς δεν τόλμησε το φεστιβάλ να το χωρέσει σε ένα Διαγωνιστικό όπου οι μισές ταινίες πέρασαν απαρατήρητες κι από το οποίο έλειψε τελικά κυρίως αυτό: η τόλμη.

Woman Unknown

Andrejs Strokins

Η ιστορία τοποθετείται μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν στο σπίτι ενός ευκατάστατου βιομήχανου, η νταντά πρόκειται να παντρευτεί το αφεντικό της. Όμως το όνειρο για μια τακτοποιημένη ζωή απειλείται όταν η τυχαία συνάντηση με έναν παλιό γνωστό κινδυνεύει να φέρει στο φως ένα τεράστιο, ένοχο μυστικό της.

Πρόκειται για κλασική υφής κεντρο-ευρωπαϊκό σινεμά, με αρκετά ακίνητα πλάνα και σιωπές, με χαρακτήρες σαν παγιδευμένους μέσα στο ακριβές staging των κάδρων και των χώρων. Πίσω όμως από το στυλ, η ελ-Τούκι δημιουργεί έναν κόσμο με νοηματικό πλούτο, χωρίς να εγκλωβίζει ποτέ την αφήγησή της σε κάποια μονοσήμαντη διαδρομή ηθικής ή τιμωρίας.

Αντιθέτως, πλάθει έναν κεντρικό γυναικείο χαρακτήρα που κουβαλά μυστικά και μια αδιαμφισβήτητη ενοχή, που όμως η ταινία θέτει σε ένα ενδιαφέρον context. Δε θα γίνουμε συγκεκριμένοι ώστε να μην χαλάσουμε την πλοκή της ταινίας, αλλά θα πούμε απλά πως τίθεται το ερώτημα του συνιστά (συν)ενοχή, καθώς και το τι είναι κάθε άτομο ικανό να κάνει προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωση. Χρυσό Λιοντάρι και βραβείο γυναικείας ερμηνείας για την Ματίλντε Αρσέλ.

Συνέντευξη με τη Μέι ελ-Τούκι και αναλυτικό κείμενο για το Woman Unknown.

Furies

Στη διάρκεια της οικονομικής κατάρρευσης του Λιβάνου, οι τράπεζες πάγωσαν όλους τους λογαριασμούς εν μια νυκτί, παγιδεύοντας όλες τις οικονομίες των πολιτών. Σε αυτό το κοινωνικό context, η Μάρο, μια γυναίκα που μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί, προσπαθεί να αποκτήσει πρόσβαση στα χρήματά της ώστε να μπορέσει να πληρώσει για μια εγχείρηση που θα σώσει τη ζωή της αδερφής της, Ντάλια.

Όταν η τράπεζα αρνείται το αίτημά της, οι δυο αδελφές σχεδιάζουν μια ολονύχτια ληστεία ώστε να πάρουν πίσω αυτά που τους ανήκους. Στρατολογούν έναν πρώην στρατιωτικό για να τις βοηθήσει με το σχέδιό τους, όμως αυτό θα έχει ένα ντόμινο συνεπειών σε μια πόλη που βρίσκεται ήδη στα όριά της.

Ορμώμενος από μια αληθινή (και συνεχιζόμενη) κατάσταση, ο Ράμι Κοντέι σκηνοθετεί ένα απολαυστικό heist movie που βάζει όλη την πίκρα και την κοινωνικοπολιτική απόγνωση μέσα στα γρανάζια μιας απολύτως κινηματογραφικής περιπέτειας γεμάτη σασπένς, χιούμορ, θυμό και φοβερούς χαρακτήρες. Πέρασα φανταστικά.

Μπόνους: NAZA

Δύο από τα μέλη της κολεκτίβας του βραβευμένου με Όσκαρ ντοκιμαντέρ Καμία Άλλη Γη (τα δύο άτομα από το Ισραήλ, δηλαδή ο Γιούβαλ Άμπραχαμ κι η Ρέιτσελ Σορ) επιστρέφουν με νέο ντοκιμαντέρ φέτος, το οποίο πλέον ασχολείται ευθέως με την εξελισσόμενη γενοκτονία.

Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ από τη Βενετία, όπου η ταινία προβλήθηκε προκαλώντας ένα κυριολεκτικά 25λεπτο standing ovation, το ΝΑΖΑ καταγράφει συνομιλίες-ομολογίες από ισραηλινούς στρατιώτες σε σκεπές του Τελ Αβίβ, καθώς μέλη του ισραηλινού στρατιωτικού μηχανισμού εξηγούν αναλυτικά τους τρόπους με τους οποίους συντελείται η μαζική εκκαθάριση στη Γάζα. Τιμήθηκε με το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο φεστιβάλ Βενετίας.

Αναλυτικό κείμενο για το ΝΑΖΑ.

Info:

Το 83ο φεστιβάλ Βενετίας διεξήχθη 2-12 Σεπτεμβρίου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα