Το μοναδικό λάθος που έχει αποφύγει ο Τραμπ στο Ιράν
Διαβάζεται σε 7'
Τα μπρος πίσω του Τραμπ στο Ιράν δεν αναιρούν οτι υπάρχει ένα λάθος που δεν έχει κάνει και θα αποδειχθεί κρίσιμο για την προεδρία του.
- 04 Αυγούστου 2026 21:49
Αν ο Ντόναλντ Τραμπ δεν βρει έναν τρόπο να απεγκλωβιστεί από το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει με το Ιράν, η ιστορία μπορεί τελικά να καταγράψει την επιλογή του να διεξαγάγει πόλεμο ως ένα σφάλμα που θα σφραγίσει την προεδρία του.
Μέχρι στιγμής, πάντως, έχει αποφύγει ένα ολέθριο λάθος: τη μαζική κλιμάκωση της σύγκρουσης πέρα από τα όρια που μπορεί ο ίδιος να ελέγξει.
Η ιστορία διδάσκει ότι όσοι πρόεδροι εντείνουν τις πολεμικές επιχειρήσεις αναζητώντας μια έξοδο ή προσπαθώντας να διασώσουν το κύρος τους και τη φήμη της Αμερικής, -όπως στην περίπτωση του Βιετνάμ, του Ιράκ και του Αφγανιστάν- καταλήγουν σε λάθος δρόμο.
Για άλλη μια φορά, ο Τραμπ βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι σε έναν πόλεμο που τροφοδοτείται από την άρνηση του Ιράν να παραδοθεί ή να προσέλθει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.
Αν η διπλωματία συνεχίσει να αποτυγχάνει, είναι διατεθειμένος να παρατείνει επ’ αόριστον την ατελέσφορη εκστρατεία αεροπορικών επιδρομών, εύθραυστων εκεχειριών και θαλάσσιων αποκλεισμών που συντηρούν τη διαμάχη χωρίς να δίνουν τέλος; Ή μήπως θα εντείνει την επίθεση αίροντας τους περιορισμούς που ο ίδιος έθεσε, ξεπερνώντας τους καθαρά στρατιωτικούς στόχους για να πλήξει ιρανικές υποδομές και πολιτικούς στόχους — διαβαίνοντας έτσι τον Ρουβίκωνα με τη χρήση επίγειων δυνάμεων σε περιορισμένες επιχειρήσεις;
Η τρίτη επιλογή είναι εξαιρετικά επώδυνη: να αποδεχθεί ότι το συμφέρον του ίδιου και των ΗΠΑ επιβάλλει να περιορίσουν τις απώλειές τους και να αποχωρήσουν από τη σύγκρουση, αφήνοντας τους κύριους στόχους τους ανεκπλήρωτους.
Κάθε ένα από αυτά τα ενδεχόμενα συνεπάγεται μη δημοφιλείς πολιτικές και στρατηγικές συνέπειες. Αυτό εξηγεί γιατί παραμένει εγκλωβισμένος σε έναν πόλεμο που δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να κερδίσει ούτε να χάσει. Ενδεικτικό του αμερικανικού αδιεξόδου είναι το γεγονός ότι το Πεντάγωνο ζήτησε από ομάδα στρατιωτικών αναλυτών νέες ιδέες για τον τρόπο τιμωρίας του Ιράν, σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του CNN.
Οι τελευταίες “κενές” απειλές
«Η ιρανική ηγεσία είναι απίστευτα διπρόσωπη!» έγραψε ο Τραμπ στο Truth Social τη Δευτέρα, απηχώντας ειρωνικά τα παράπονα της καταπιεστικής Ισλαμικής Δημοκρατίας για τη διπλωματία καταναγκασμού που ασκεί ο ίδιος. Μέχρι το απόγευμα, είχε επιστρέψει στις απειλές. «Αυτή είναι η τελευταία τους ευκαιρία να υπογράψουν μια καλή συμφωνία», δήλωσε από το Οβάλ Γραφείο.
Ωστόσο, η προειδοποίησή του ότι το Ιράν αντιμετωπίζει τον κίνδυνο «αποκεφαλισμού» γεννά ένα εύλογο ερώτημα: Τι θα πράξει αν τον αγνοήσουν ξανά;
Μια θεαματική κλιμάκωση αποτελεί τεράστιο ρίσκο, καθώς δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι βομβαρδισμοί μπορούν να εξαναγκάσουν την Τεχεράνη να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το Ιράν πιθανότατα θα απαντούσε σε ενδεχόμενα πλήγματα στις υποδομές του —γέφυρες και εργοστάσια ενέργειας— βάζοντας φωτιά σε αντίστοιχους στόχους στο έδαφος των Αράβων συμμάχων των ΗΠΑ στον Κόλπο, εκτινάσσοντας το οικονομικό κόστος του πολέμου. Περιφερειακοί ηγέτες φαίνεται πως έθεσαν αυτό ακριβώς το σενάριο στον Τραμπ το Σαββατοκύριακο. «Ήμασταν έτοιμοι. Αλλά μας τηλεφώνησαν. Τηλεφώνησε η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ, το Κατάρ», ανέφερε ο ίδιος.
Θεωρητικά, ο Τραμπ θα μπορούσε να επιστρατεύσει το Αμερικανικό Ναυτικό για να ανοίξει με τη βία τα Στενά του Ορμούζ. Όμως αυτό θα εξέθετε τα αμερικανικά πλοία σε πυραύλους και drones. Παράλληλα, οι χερσαίες επιχειρήσεις στο νησί Χαργκ —τον κύριο κόμβο εξαγωγής πετρελαίου— ή για την απώθηση των ιρανικών δυνάμεων από τα στενά, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε λουτρό αίματος.
Η εμπειρία των τελευταίων 60 ετών δείχνει ότι το ρίσκο αυξάνεται εκθετικά μόλις ένας αεροπορικός πόλεμος μετατραπεί σε χερσαίο. Η εικόνα της σύγκρουσης αλλάζει δραματικά στην κοινή γνώμη της Αμερικής. Το πολιτικό κόστος εκτοξεύεται καθώς αυξάνονται οι απώλειες —κάτι που ο Τραμπ δεν μπορεί να αντέξει λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Επιπλέον, όταν στρατιώτες χάνουν τη ζωή τους στην προσπάθεια εφαρμογής μιας στρατηγικής εξόδου, οι θυσίες τους παραδόξως παρατείνουν τη σύγκρουση, καθώς επικρατεί η αντίληψη ότι δεν πρέπει να πάνε χαμένες.
Πολλοί προκάτοχοί του βρέθηκαν σε παρόμοια διλήμματα. Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες των πολέμων στο Βιετνάμ, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη σημερινή κρίση με το Ιράν, όλες αυτές οι συγκρούσεις εγκλωβίστηκαν στην ίδια εξίσωση: «διατήρηση ενός προβληματικού status quo, κλιμάκωση ή αποχώρηση».
Και κανένας πρόεδρος δεν θέλει να μείνει στην ιστορία ως αυτός που έχασε έναν πόλεμο.
Η εμπειρία του Τζόνσον και του Μπους
Το 1965, ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον πάλευε με την επέκταση του Πολέμου του Βιετνάμ, τον οποίο είχε κληρονομήσει από τον δολοφονηθέντα Τζον Φ. Κένεντι. «Ξεκινήσαμε τους βομβαρδισμούς, ξεπεράσαμε αυτό το εμπόδιο», έλεγε στον Υπουργό Άμυνας Ρόμπερτ Μακναμάρα, σε μια αποστροφή που θυμίζει τη σημερινή στάση του Τραμπ. «Δεν νομίζω ότι υπάρχει χειρότερο πράγμα από την ήττα. Αλλά δεν βλέπω και κανέναν τρόπο να κερδίσουμε».
Παρ’ όλα αυτά, ο Τζόνσον ενέκρινε την Επιχείρηση Rolling Thunder, διεύρυνε τους βομβαρδισμούς στο Βόρειο Βιετνάμ και έστειλε δεκάδες χιλιάδες νέους Αμερικανούς στην κόλαση της μάχης. Αγνόησε τις προειδοποιήσεις του υφυπουργού Εξωτερικών Τζορτζ Μπολ, ο οποίος σημείωνε σε υπόμνημά του ότι από τη στιγμή που οι ΗΠΑ θα είχαν θύματα, θα παγιδεύονταν σε μια «σχεδόν μη αναστρέψιμη πορεία» και θα υφίσταντο «εθνική ταπείνωση» αν αποχωρούσαν χωρίς να επιτύχουν τους στόχους τους.
Ο Μπολ, προβλέποντας το αδιέξοδο, υποστήριζε ότι η παγκόσμια ηγετική εικόνα των ΗΠΑ θα πληγεί καίρια αν συνεχιστεί ο πόλεμος, ενώ μια «προσεκτικά σχεδιασμένη συμβιβαστική λύση» θα προσέφερε διέξοδο.
Ο πόλεμος αυτός κατέστρεψε τις ελπίδες του Τζόνσον για επανεκλογή. Ο Ρίτσαρντ Νίξον, που τον διαδέχθηκε το 1968, είχε ήδη συνειδητοποιήσει μαζί με τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας Χένρι Κίσινγκερ ότι η νίκη ήταν ανέφικτη. Παρ’ όλα αυτά συνέχισαν τις επιχειρήσεις, επιδιώκοντας να διαμορφώσουν όρους αποχώρησης που δεν θα θύμιζαν ήττα — μια ματαίωση που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 20.000 Αμερικανούς μέχρι την τελική αποχώρηση.
Πάνω από τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τα λάθη στο Ιράκ, προειδοποιούσε το 2007 ότι «μια ενδεχόμενη αποτυχία θα ήταν καταστροφική για τις ΗΠΑ», ανακοινώνοντας την αποστολή νέων στρατευμάτων. Αν και η τακτική αυτή περιόρισε πρόσκαιρα την εξέγερση, το ερώτημα αν οι απώλειες δικαιολογούνταν παραμένει ανοιχτό, δεδομένης της μετέπειτα πλήρους αποχώρησης των ΗΠΑ.
Αλλά και ο Μπαράκ Ομπάμα, που εξελέγη υποσχόμενος τον τερματισμό των «ατέρμονων πολέμων», προχώρησε το 2009 σε αύξηση των δυνάμεων στο Αφγανιστάν για να ανακόψει τους Ταλιμπάν. Θέλοντας να αποφύγει την παγίδα της διαρκούς εμπλοκής, έθεσε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αποχώρησης — μια απόφαση που, κατά τους επικριτές του, επέτρεψε στους αντιπάλους των ΗΠΑ απλώς να περιμένουν την εξάντληση του χρόνου.
Οι αποτυχίες αυτές διαμόρφωσαν τη ρητορική του Τραμπ, ο οποίος το 2016 ανέβηκε στην εξουσία καταγγέλλοντας τους «πολέμους χωρίς τέλος και χωρίς νίκη». Ωστόσο, κατά την πρώτη του θητεία, ενέκρινε και ο ίδιος την ενίσχυση των δυνάμεων στο Αφγανιστάν, για να μεταθέσει αργότερα την ευθύνη στον Υπουργό Άμυνας Τζέιμς Μάτις.
Σήμερα, ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με την ίδια σκληρή πραγματικότητα που ο ίδιος είχε περιγράψει το 2017: «Σε όλη μου τη ζωή άκουγα ότι οι αποφάσεις φαίνονται πολύ διαφορετικές όταν βρίσκεσαι πίσω από το γραφείο στο Οβάλ Γραφείο».
Ο πόλεμος με το Ιράν δεν είναι η κληρονομιά κάποιου προκατόχου του. Είναι δικός του. Και η εξέλιξή του θα καθορίσει τόσο τη δική του υστεροφημία όσο και τις τύχες αμέτρητων ανθρώπων.