Ακροδεξιά: Γιατί οι δικαστικές απαγορεύσεις δεν αρκούν
Διαβάζεται σε 6'
H δημοκρατία δεν αρκεί να εφησυχάζει, ούτε να εξαντλεί μεγαλοθύμως τα όρια ανοχής της ως αδρανής παρατηρήτρια. Οφείλει πολλά περισσότερα.
- 24 Σεπτεμβρίου 2026 06:46
Λίγες μόνο μέρες πριν την έναρξη των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, χίλιοι πεντακόσιοι και πλέον από τους σημαντικότερους οικονομολόγους και επιδραστικότερους ακαδημαϊκούς του πλανήτη επιμένουν, σε ανοιχτή επιστολή τους ότι οι ακραίες ανισότητες συνιστούν αναστρέψιμη πολιτική επιλογή.
Ο Daron Acemoglu, ο Joseph Stiglitz, ο Thomas Piketty, η Mariana Mazzucato, η Jayati Ghosh είναι μερικοί μόνο από εκείνους που συμφωνούν κατηγορηματικά ότι «η ακραία συγκέντρωση εσόδων και πλούτου οδηγούν σε αντιδημοκρατική συγκέντρωση υπερεξουσιών, ενώ υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στις κοινωνίες μας καταργώντας τις πολιτικές συναινέσεις». Στο ίδιο πνεύμα, ο Olivier De Schutter, ειδικός εισηγητής στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, στο πεδίο της ακραίας φτώχειας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αναδεικνύει τη διασύνδεση μεταξύ διευρυνόμενων ανισοτήτων, οικολογικής κρίσης και αναδυόμενων ακροδεξιών πολιτικών ρευμάτων.
Τα παραπάνω μοιάζουν χρήσιμα για την ερμηνεία του εγχώριου πολιτικού τοπίου, όπως αυτό διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Οι μνήμες από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, τα τάγματα εφόδου και την ποινικής απαξίας δράση των καταδικασμένων μελών της Χρυσής Αυγής είναι πρόσφατες. Δυστυχώς, όμως όχι αρκούντως αποτρεπτικές αν κρίνει κανείς από την απήχηση που φαίνεται να διατηρούν σε ενεργά κοινωνικά υποσύνολα.
Είναι γεγονός ότι τα σημεία στα οποία εστιάζει, ο δημόσιος διάλογος, μετά την πρόσφατη αποφυλάκιση του Η. Κασιδιάρη, του πλέον αναγνωρίσιμου στελέχους της Χρυσής Αυγής, ανατέμνουν εξαντλητικά την τεχνική διάσταση του νομικού ζητήματος. Πλην απέχουν αισθητά τόσο από τη διάγνωση των πολιτικών αιτίων, όσο και – κυρίως – από την κατανόηση των επίμονων ερεισμάτων που το ακροδεξιό μόρφωμα εξακολουθεί να διαθέτει στην κοινωνία. Χωρίς καθόλου να υποτιμάται η νομική διάσταση της υπόθεσης, η κρισιμότητά της ωστόσο, γίνεται πλήρως αντιληπτή, μόνο όταν επισκοπηθεί υπό την οπτική των ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Η πρόσφατη επικράτηση του ακροδεξιού AfD στις γερμανικές περιφερειακές εκλογές του ομόσπονδου κρατιδίου Σαξονία – Άνχαλτ, η σταθερή πρόταξη του Rassemblement National ενόψει των επικείμενων προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, η παγιωμένη δυναμική συγγενών ιδεολογιών στις χώρες του Visegrad, ακόμα και η προοδευτική εμπέδωση της τραμπικής αντίληψης ως εξαγώγιμης διακυβερνητικής μεθόδου, συνιστούν μερικές μόνο υπομνήσεις της φοράς του ανέμου στο ανάδρομο πρώτο τεταρτημόριο του 21ου αιώνα.
Κι ενώ είναι θεμιτή η ενεργοποίηση των θεσμικών αντανακλαστικών της πολιτείας – των νομικών περιορισμών περιλαμβανομένων -, οι δικαστικές απαγορεύσεις τόσο επί της αρχής, όσο και εκ του αποτελέσματος, είναι φανερό ότι δεν αρκούν. Δεν είναι μόνο η αμφίβολη συμβατότητα τέτοιων ρυθμίσεων με τη δημοκρατική αρχή και τη συνταγματική προστασία των κομμάτων, ούτε η ενάντια ιστορική εμπειρία, όποτε και όπου ο νομοθέτης ή τα δικαστικά όργανα επιχείρησαν να ανασχέσουν την κεκτημένη ταχύτητα ακροδεξιών μορφωμάτων.
Ο κίνδυνος συνίσταται κυρίως, στην πραγματολογική μετατόπιση του προβλήματος και στην επιλεκτική παρείσφρηση ρωγμών στο φιλελεύθερο δόγμα της ανεκτικής δημοκρατίας. Πρωτίστως, επειδή η θυματοποίηση των αυτοπροσδιοριζόμενων ως διωκόμενων ισοδυναμεί με άλλοθι και πρώτης τάξεως καύσιμη ύλη για τη συλλήβδην εκ μέρους τους αμφισβήτηση, του συντεταγμένου θεσμικού οικοδομήματος.
Όσο η ακροδεξιά, μεταφασιστική, μεταναζιστική – ή όπως αλλιώς οριοθετεί κανείς το φαινόμενο – στροφή δεν συνδέεται αιτιωδώς με τα παράγωγα κοινωνικά δεδομένα που την τροφοδοτούν, η συζήτηση θα στερείται πολιτικού βάθους και επιστημονικής εντιμότητας. Θα παραμένει δε, οριστικά αποκομμένη από την προοπτική επεξεργασίας ρεαλιστικών εναλλακτικών για ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στον προορισμό της πολιτικής ως συλλογικής διεκδίκησης για κοινωνική ευημερία. Με άλλα λόγια, η απολυτοποίηση της οικονομίας και των αγορών, η εμβάθυνση των ανισοτήτων, ο κοινωνικός δαρβινισμός και λοιπά νομοτελειακά επακόλουθα δυσχεραίνουν σημαντικά την αποκαθήλωση των φορέων του ακροδεξιού μεσσιανισμού.
Η αποδυνάμωση του κανονιστικού περιεχομένου των κοινωνικών δικαιωμάτων ως συνέπεια της πρόταξης της οικονομίας έναντι της πολιτικής, σε συνδυασμό με τον φετιχισμό της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε βάρος του κοινωνικού συμβολαίου, αλλοιώνει την ουσία καθαυτή της δημοκρατίας. Και τούτο, διότι οδηγεί στην περιθωριοποίηση τα πιο ευάλωτα μέλη του κοινωνικού συνόλου – εκείνα δηλαδή, που δεν διαθέτουν δεξιότητες προσαρμογής, οικονομικές εφεδρείες ή άλλους υποστηρικτικούς μηχανισμούς επιβίωσης -.
Ο αποκλεισμός από τις συμμετοχικές διαδικασίες του δημοκρατικού γίγνεσθαι καθιστά διαχρονικά τους κοινωνικούς παρίες προνομιακό ακροατήριο όλων όσοι επαγγέλλονται αντισυστημικές ανατροπές και κατάλυση των θεσμών. Στη λειτουργία των αστικών θεσμών άλλωστε αποδίδεται, η αναπαραγωγή της κοινωνικής και οικονομικής ισχύος που γιγαντώνει τους επιτήδειους ολιγάρχες. Και για τον λόγο αυτό, οι εγγενείς ευαλωτότητες των περιθωριοποιημένων θα εγγυώνται την προθυμία και την εξακολουθητική διαθεσιμότητά τους για ρήξη με το οικοδόμημα της αστικής δημοκρατίας.
Η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους με εκθετικούς ρυθμούς, ήδη από την εποχή των μνημονίων, οδήγησε στην αντιπαροχική κανονικοποίηση και στην παραπλανητική μετωνυμική ταύτιση της πολιτικής υπευθυνότητας με μέτρα παρατεταμένης λιτότητας. Η συντηρητικοποίηση του προγραμματικού λόγου των προοδευτικών κομμάτων αποστέρησε την κοινωνική πλειονότητα όχι μόνο από την υλική καταβολή παροχών, αλλά ακόμα και από τη δυναμική και την ελπίδα της διεκδίκησής τους. Η υποχώρηση αναδιανεμητικών πολιτικών με στόχο την προοδευτική άμβλυνση των ανισοτήτων και την ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας, απλώς επικυρώνει τα ταξικά αδιέξοδα, ενώ στεγανοποιεί τελεσίδικα κάθε ενδεχόμενο διάρρηξής τους. Η δε επικράτηση εμβαλωματικών επιδοματικών ενισχύσεων πλήττει ευθέως τον πυρήνα της αξιοπρέπειας ως αδιαπραγμάτευτης βιοτικής συνθήκης.
Η εφεκτικότητα του δημόσιου λόγου ακόμα και ως προς τη συνομολόγηση της ανάγκης για φορολόγηση του μεγάλου πλούτου δεν συνιστά απλώς άλλο ένα σύμπτωμα κοινωνικής ατολμίας. Η αφετηρία της δυσερμήνευτης αυτής αμηχανίας μάλλον προδίδει ένα είδος ηθικού πανικού στα όρια του προτεσταντικού δημοσιονομικού ευσεβισμού επ’ ωφελεία των ισχυρών. Και δεν είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι ίδιες συνειδήσεις διατηρούν απολύτως την ψυχραιμία τους ακόμα και όταν οι επίσημες στατιστικές επιβεβαιώνουν την αποστέρηση των μη προνομιούχων συχνά ακόμα και από τα στοιχειώδη της βιοτικής συνθήκης.
Πράγματι, η δημοκρατία δεν αρκεί να εφησυχάζει, ούτε να εξαντλεί μεγαλοθύμως τα όρια ανοχής της ως αδρανής παρατηρήτρια. Οφείλει πολλά περισσότερα. Και κυρίως οφείλει να παραμένει αδιαλείπτως μαχόμενη. Έχει σημασία ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ότι αποτελεσματικές αναδεικνύονται οι μάχες που διεξάγονται κυρίως, στον πολιτικό στίβο, εκεί όπου οι προτεραιότητες ιεραρχούνται με πλήρη ορατότητα της ταξικής ασυμμετρίας. Δεν ισχύει το ίδιο ομολογουμένως για τη δικαστική αυθεντία των ex cathedra ετυμηγοριών, ούτε για πολιτικές εξαγγελίες, απότοκες εργαστηριακών νομικών υπεραναλύσεων επί χάρτου.
Η Dr Αικατερίνα Παπανικολάου είναι Δικηγόρος και τ. Μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών