ΔΕΗ
Karol Jarek

ΛΩΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΑΣ: ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ

Η Ελένη Δημοπούλου και η Λωξάνδρα Λούκας είναι μητέρα και κόρη και πρωταγωνιστουν στις Τρωάδες που σκηνοθετεί η Ελένη Ευθυμίου – Ήπιαμε μαζί τους στην Κυψέλη έναν πρωινό καφέ.

Υπάρχει μια στιγμή στις «Τρωάδες» της Ελένης Ευθυμίου που συμπυκνώνει ίσως ολόκληρη την πολιτική και καλλιτεχνική πρόταση της παράστασης.

Η Λωξάνδρα Λούκας μπαίνει στην ορχήστρα της Επιδαύρου ως κήρυκας. Έχει να μεταφέρει στην Εκάβη μια από τις πιο σκληρές ειδήσεις της τραγωδίας: η κόρη της, η Πολυξένη, είναι νεκρή.
Προσπαθεί να το πει.

Οι λέξεις, όμως, δεν βγαίνουν με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να απαιτούμε από έναν ηθοποιό πάνω στη σκηνή. Ο λόγος της Λωξάνδρας Λούκας είναι ελλειπτικός, η άρθρωσή της ιδιαίτερη. Η Εκάβη της Λυδίας Φωτοπούλου δυσκολεύεται να καταλάβει. Ρωτά ξανά. Προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει αυτό που ακούει. Ίσως, ταυτόχρονα, να μη θέλει και να το καταλάβει, γιατί τότε θα πρέπει να αποδεχτεί ότι το παιδί της έχει πεθάνει.
Και η δυσκολία της επικοινωνίας γίνεται ξαφνικά η ίδια η δραματουργία.

Karol Jarek

Η Ελένη Ευθυμίου θα μπορούσε να έχει “προστατεύσει” τη σκηνή. Να έχει περιορίσει τον λόγο της Λωξάνδρας Λούκας, να τον έχει μοιράσει σε κάποιον άλλο ηθοποιό, να έχει βρει έναν τρόπο να γίνει πιο «καθαρός» για τον θεατή.
Επιλέγει το αντίθετο. Αφήνει τη Λωξάνδρα Λούκας να μιλήσει όπως μιλά. Και κάπως έτσι δημιουργείται, η δυνατότερη στιγμή ολόκληρης της παράστασης.

Γιατί στις συγκεκριμένες «Τρωάδες» η συμπερίληψη δεν βρίσκεται στις προθέσεις, στα δελτία Τύπου ή σε μια κοινωνικά ορθή χειρονομία. Βρίσκεται μέσα στη θεατρική γλώσσα. Η αναπηρία δεν καλύπτεται ούτε χρησιμοποιείται ως εύκολος μηχανισμός συγκίνησης. Αποκτά δραματουργικό χώρο και παράγει νόημα.
Αυτό είναι ίσως και το βαθύτερα πολιτικό στοιχείο της παράστασης.

Σε έναν κόσμο —και σε ένα θέατρο— που έχει μάθει να ορίζει ποια σώματα θεωρούνται «κανονικά», ποιες φωνές ακούγονται εύκολα και ποιος πρέπει να προσαρμοστεί σε ποιον, οι «Τρωάδες» αντιστρέφουν για λίγο τους όρους. Δεν ζητούν από κάθε σώμα και κάθε φωνή να χωρέσουν σε μια προκαθορισμένη θεατρική φόρμα. Επιτρέπουν στη φόρμα να μετακινηθεί για να χωρέσει τον άνθρωπο.

Η διαφορετικότητα, έτσι, δεν παρουσιάζεται ως «θέμα» της παράστασης. Γίνεται η ίδια η σκηνική της πραγματικότητα.

NEWS 24/7

Μία συζήτηση που ξεκίνησε από το θέατρο…

Από αυτή ακριβώς τη σκηνή ξεκίνησε ουσιαστικά και η συζήτησή μου με τη Λωξάνδρα Λούκας και τη μητέρα της, ηθοποιό και συνιδρύτρια των «Εν Δυνάμει», Ελένη Δημοπούλου. Τις συνάντησε στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου στην Κυψέλη ένα Σαββατιάτικο πρωινό, όταν πια βρίσκονταν στις τελικές πρόβες.

Ξεκινήσαμε να μιλάμε για το θέατρο, αλλά πολύ γρήγορα έγινε συζήτηση για κάτι μεγαλύτερο: ποιος έχει δικαίωμα να μιλά, πόσο χρόνο είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε για να ακούσουμε έναν άνθρωπο και τι σημαίνει πραγματικά προσβασιμότητα όταν το εμπόδιο δεν είναι μια σκάλα, αλλά η ίδια η επικοινωνία.

Γιατί, όπως θα μου πει λίγο αργότερα η Ελένη Δημοπούλου:
«Η προσβασιμότητα δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις ράμπες».

Η σχέση της Λωξάνδρας Λούκας με το θέατρο ξεκίνησε σχεδόν πριν προλάβει να το επιλέξει συνειδητά. Μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια ανθρώπων του θεάτρου: η μητέρα της, Ελένη Δημοπούλου, είναι ηθοποιός, ενώ ο πατέρας της εργάζεται ως σκηνογράφος και φωτιστής. Από πολύ μικρή βρισκόταν στις πρόβες, παρακολουθώντας την Ελένη Δημοπούλου μέσα σε έναν κόσμο που έμελλε να γίνει και δικός της.

Όταν η κουβέντα φτάνει στο ποιος από την οικογένεια είναι ηθοποιός, η Λωξάνδρα Λούκας δεν αφήνει περιθώριο για παρερμηνείες.
«Εγώ είμαι ηθοποιός!», λέει δυνατά.

Η Ελένη Δημοπούλου γελά και της υπενθυμίζει πως ηθοποιός είναι και η ίδια. Η Λωξάνδρα συμφωνεί, αλλά επανέρχεται αμέσως στη δική της ιδιότητα και μου λέει πως “κάνει θέατρο εδώ και πολλά χρόνια, αν και, όπως επιμένει παιχνιδιάρικα, παραμένει «πολύ μικρούλα»”.

Η ομάδα «Εν Δυνάμει», που δημιούργησε η μητέρα της, αποτελεί εδώ και χρόνια βασικό κομμάτι της ζωής της. Για τη Λωξάνδρα η δουλειά εκεί σημαίνει, όπως λέει, «πολλές πρόβες και παραστάσεις». Δεν κουράζεται — ή τουλάχιστον δηλώνει κατηγορηματικά πως δεν κουράζεται — και όταν τη ρωτώ τι αγαπά περισσότερο, τις πρόβες ή τις παραστάσεις, επιλέγει χωρίς δεύτερη σκέψη τις πρόβες.

Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου
Karol Jarek

Η απάντησή της έχει μια εξήγηση και η μητέρα της μου τη δίνει: “Αγαπάει πολύ τις πρόβες. Μου είχε πει κάποτε ότι της αρέσουν επειδή είμαστε όλοι μαζί. Μιλάμε, τρώμε, κάνουμε πρόβες. Υπάρχει περισσότερος χρόνος για επαφή και όλοι νιώθουμε πιο δεμένοι. Στην παράσταση μπαίνεις στη σκηνή και παίζεις”.

Για τη Λωξάνδρα, λοιπόν, το θέατρο φαίνεται να βρίσκεται εξίσου στη σκηνή και σε όσα συμβαίνουν πριν από αυτήν: στην παρέα, στην επανάληψη, στον χρόνο που περνά ένας θίασος μαζί.
Υπάρχει, βέβαια, και μια στιγμή της παράστασης που δεν θα αντάλλασσε εύκολα με τίποτα. “Μου αρέσει πολύ το χειροκρότημα στο τέλος” ομολογεί

Στις «Τρωάδες» η Λωξάνδρα υποδύεται την κήρυκα. Είναι εκείνη που καλείται να φέρει στην Εκάβη μία από τις πιο οδυνηρές ειδήσεις της παράστασης: ότι η κόρη της, η Πολυξένη, είναι νεκρή.
Για την ίδια, πάντως, η διαδικασία μοιάζει να μην έχει το βάρος που συχνά αποδίδουμε εμείς στις μεγάλες θεατρικές παραγωγές. Οι πρόβες είναι πολλές, όπως λέει, αλλά άγχος δεν υπάρχει.

Έχεις καθόλου τρακ πριν από την παράσταση; Τη ρωτώ και η Λωξάνδρα απαντά “Όχι, δεν έχω”.

Όταν τη ρωτώ για τον ρόλο της, η Λωξάνδρα τον περιγράφει με την ίδια αμεσότητα: “Είμαι η κήρυκας. Λέω στην Εκάβη ότι πέθανε η κόρη της”.

Πίσω, όμως, από αυτή τη φαινομενικά απλή σκηνή βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες δραματουργικές επιλογές της παράστασης.

Η Ελένη Δημοπούλου εξηγεί ότι η σκηνοθέτις Ελένη Ευθυμίου δεν προσπάθησε να κρύψει ή να εξομαλύνει τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο μιλά η Λωξάνδρα. Έκανε το ακριβώς αντίθετο: του έδωσε χώρο μέσα στην ίδια τη δραματουργία.

“Είναι μια πάρα πολύ ωραία σκηνή, την οποία η σκηνοθέτις έχει οργανώσει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Έχει ενσωματώσει την αναπηρία και έχει δημιουργήσει δραματουργικά χώρο γι’ αυτήν, χωρίς να αλλοιώνεται τίποτα από το έργο.
Η κήρυκας μπαίνει για να μεταφέρει μια απολύτως κρίσιμη πληροφορία. Έχει ανάγκη να την πει, όμως ο λόγος της δεν είναι πάντοτε εύκολα κατανοητός. Η Εκάβη προσπαθεί να αντιληφθεί τι της ανακοινώνει, αλλά δεν τα καταφέρνει αμέσως”  αναφέρει.

Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου
Κarol Jarek

Η διαμεσολάβηση και η αναπηρία

Για την Ελένη Δημοπούλου, αυτό που συμβαίνει πάνω στη σκηνή αντανακλά κάτι που η Λωξάνδρα έχει βιώσει πολλές φορές στην καθημερινότητά της.

Διευκρινίζει μάλιστα πως: “Η Εκάβη δυσκολεύεται πάρα πολύ να καταλάβει τι της λέει, όπως δυσκολεύονται συχνά και οι άνθρωποι που έχουν συναντήσει η Λωξάνδρα στη ζωή της. Χρειάζεται, λοιπόν, ένας διαμεσολαβητής, όπως διαμεσολαβώ κι εγώ πολλές φορές και στη διάρκεια αυτής της συνέντευξης.

Και εδώ η σκηνή αποκτά μια ακόμη πιο σύνθετη διάσταση. Στις «Τρωάδες», ο άνθρωπος που παρεμβαίνει ανάμεσα στην κήρυκα και την Εκάβη δεν λειτουργεί απλώς ως μεταφραστής. Αντί να κάνει την πληροφορία πιο καθαρή, προσπαθεί να αποκρύψει την αλήθεια για τον θάνατο της Πολυξένης.
Έτσι, η διαμεσολάβηση παύει να είναι μια ουδέτερη πράξη”.

Και συνεχίζει λέγοντας: “Αυτό συμβαίνει συχνά και στη ζωή της Λωξάνδρας. Μπορεί να έρθει με τη μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια και να μας πει: «Είδα έναν άνθρωπο να πέφτει στον δρόμο, τρέξτε», κι εμείς να μην αντιληφθούμε αμέσως τη σοβαρότητα όσων μας λέει. Μπορεί να γνωρίζει ακριβώς τι θέλει να επικοινωνήσει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το εκφράζει να μην αντιστοιχεί στους κώδικες που οι περισσότεροι έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε εύκολα”.

Karol Jarek

Και κάπου εκεί η συζήτησή μας ξεφεύγει λίγο από τα όρια της παράστασης και πηγαίνει στα άτομα με αναπηρία.

Για την Ελένη Δημοπούλου, η κοινωνία έχει κάνει σημαντικά βήματα στην προσβασιμότητα για αρκετές μορφές αναπηρίας. Υπάρχει η Ελληνική Νοηματική Γλώσσα, υπάρχουν εργαλεία ακουστικής και οπτικής προσβασιμότητας, υπάρχουν —έστω ανεπαρκείς ακόμη— υποδομές για ανθρώπους με κινητικές αναπηρίες.
Στη νοητική αναπηρία, όμως, θεωρεί ότι υπάρχει ένα μεγάλο κενό: η πρόσβαση στην ίδια την κατανόηση της πληροφορίας.

“Δεν υπάρχουν αντίστοιχες παροχές για τα άτομα με νοητική αναπηρία, ώστε να μπορούν να κατανοούν πλήρως όσα λέγονται. Δεν υπάρχει ουσιαστικά ένας θεσμοθετημένος τρόπος ερμηνείας και διαμεσολάβησης.
Και αυτή ακριβώς η ανάγκη γίνεται τελικά ένα από τα πιο ουσιαστικά θέματα τόσο της παράστασης όσο και της συζήτησής μας” τονίζει.

Και συνεχίζει: “Το ζήτημα της διαμεσολάβησης με έχει απασχολήσει πολύ. Ακόμη και στο θέατρο, μια παρατήρηση μπορεί να γίνει λεκτικά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο άλλος την κατάλαβε. Πρέπει να βρεις τον τρόπο να την αποδώσεις στη γλώσσα που μπορεί πραγματικά να κατανοήσει.

Στις πρόβες των «Τρωάδων» στο Εθνικό Θέατρο, όπως εξηγεί, υπήρξε παράλληλη στήριξη από τρεις ηθοποιούς και μία εμψυχώτρια. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν αυτονόητη από την αρχή. Χρειάστηκε χρόνος μέχρι όλοι να αντιληφθούν ότι η επικοινωνία δεν προϋποθέτει απλώς να απλοποιήσεις μια οδηγία, αλλά να βρεις έναν κοινό κώδικα”.

Karol Jarek

“Αν είχαμε απέναντί μας έναν Κινέζο που μιλούσε λίγα ελληνικά, θα προσαρμόζαμε αυτονόητα τον τρόπο με τον οποίο του μιλάμε. Στα άτομα με νοητική αναπηρία, όμως, αυτό πολλές φορές μας διαφεύγει”.

“Η Λωξάνδρα”, λέει, “μπορεί να παρακολουθεί μια συζήτηση για αρκετή ώρα και στο τέλος να τη ρωτήσει: «Τι είπε αυτή;» ή «Γιατί το λέμε αυτό;». Μπορεί επίσης να έχει μάθει ένα κείμενο, να το αποδίδει σωστά πάνω στη σκηνή και ταυτόχρονα να χρειάζεται να της εξηγηθεί τι ακριβώς σημαίνει μια φράση.
Μπορεί, για παράδειγμα, να με ρωτήσει τι σημαίνει «ούριος άνεμος». Για εμάς είναι μια αυτονόητη έκφραση. Εκείνη όμως θα ρωτήσει: «Γιατί το λέει αυτό; Τι θέλει να πει;».

Αυτό, για την ίδια, είναι ένα από τα πεδία στα οποία η κοινωνία εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω. Η προσβασιμότητα δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις ράμπες. Η κοινωνία απαιτεί γρήγορες απαντήσεις, ενώ η ουσιαστική επικοινωνία χρειάζεται χρόνο”.

“Η κοινωνία απαιτεί γρήγορες απαντήσεις, ενώ η ουσιαστική επικοινωνία χρειάζεται χρόνο”

Η συζήτηση για την προσβασιμότητα οδηγεί αναπόφευκτα στο ζήτημα της γλώσσας και, τελικά, του χρόνου.
Η Ελένη Δημοπούλου επισημαίνει ότι για αρκετές μορφές αναπηρίας έχουν αναπτυχθεί εργαλεία επικοινωνίας —όπως η οπτική και η ακουστική περιγραφή—, όμως υπάρχουν ακόμη μεγάλα κενά, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανθρώπους με νοητική αναπηρία.

Στους «Εν Δυνάμει», λέει, αυτό είναι κάτι που έχουν μάθει στην πράξη. “Κάνουμε πολλές ερωτήσεις, γιατί πρέπει να καταλάβουμε τι πραγματικά θέλει να πει ο άλλος. Η ανάγκη ενός ανθρώπου να επικοινωνήσει δεν σημαίνει πάντα ότι διαθέτει και τα γλωσσικά εργαλεία για να εκφράσει με ακρίβεια αυτό που σκέφτεται.
Η ανάγκη για άμεση απάντηση μπορεί, μάλιστα, να λειτουργήσει αντίστροφα. Αντί να βοηθά έναν άνθρωπο να εκφραστεί, μπορεί να τον αναγκάζει να πει το πρώτο πράγμα που θα του έρθει στο μυαλό, μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί στην απαίτηση της στιγμής”.

Karol Jarek

Η Ελένη Δημοπούλου φέρνει ως παράδειγμα τη Λωξάνδρα. Αν κάποιος τη ρωτήσει ποιο χρώμα της αρέσει, μπορεί να απαντήσει με το χρώμα που τυχαίνει να βλέπει εκείνη τη στιγμή μπροστά της. Όχι απαραίτητα επειδή αυτό είναι πράγματι το αγαπημένο της, αλλά επειδή έχει μάθει ότι πρέπει να δώσει γρήγορα μια απάντηση.

“Η κοινωνία τής έχει επιβάλει την ταχύτητα” εξηγεί. “Και μαζί την αίσθηση ότι δεν έχει μεγάλη σημασία τι θα πει, γιατί ο άλλος δεν πρόκειται να την ακούσει πραγματικά ούτε να εμβαθύνει. Θα τη ρωτήσει «κάνεις θέατρο;» και θα αρκεστεί στο «ναι, κάνω πολλά χρόνια»”.

Στην ομάδα «Εν Δυνάμει», η πολυετής σχέση μεταξύ των μελών επιτρέπει κάτι διαφορετικό. Η γνώση του άλλου γίνεται μέρος της επικοινωνίας. Αν κάποιος απαντήσει ότι του αρέσει το ψάρι ενώ οι άνθρωποι γύρω του γνωρίζουν ότι το απεχθάνεται, μπορούν να επιστρέψουν στην απάντηση και να του δώσουν χώρο να ξανασκεφτεί τι πραγματικά θέλει να πει.

“Το βασικότερο είναι ότι χρειάζονται χρόνο. Η επικοινωνία δεν μπορεί να γίνεται βιαστικά, μόνο και μόνο για να τελειώσει. Χρειάζεται επαφή. Ο χρόνος, βέβαια, που απαιτεί μια τέτοια ουσιαστική επικοινωνία δεν είναι εύκολο να βρεθεί στην καθημερινότητα. Εμείς, όμως, τον διεκδικούμε” λέει.

Στην ομάδα συμμετέχουν σήμερα άνθρωποι με και χωρίς αναπηρία. Τρία από τα μέλη έχουν σύνδρομο Down, ενώ συνολικά περίπου δώδεκα μέλη είναι άτομα με αναπηρία και άλλα τόσα ή περισσότερα χωρίς αναπηρία. Ο σταθερός πυρήνας της ομάδας αριθμεί περίπου είκοσι δύο ανθρώπους, ενώ σε μεγαλύτερες παραγωγές, όπως οι «Υπνοβάτες», ο αριθμός των ερμηνευτών πάνω στη σκηνή έχει φτάσει περίπου τους σαράντα.

Karol Jarek

“Η ουσία δε βρίσκεται στις… διαγνώσεις”

Για την Ελένη Δημοπούλου, όμως, η ουσία της ομάδας δεν βρίσκεται στη σύνθεσή της ούτε στις διαγνώσεις των μελών της.

“Εμείς δεν αναφερόμαστε ποτέ στη διάγνωση της αναπηρίας. Έχουμε μέλη με πολλές και διαφορετικές ικανότητες και αντιλήψεις. Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να συναντηθούν μέσα από ένα κοινό πεδίο. Και αυτό το πεδίο είναι η τέχνη”.

Η Ελένη Δημοπούλου λέει ότι, από την ίδρυση της ομάδας, πίστευε πως οι άνθρωποι δεν έρχονται πραγματικά κοντά επειδή απλώς θα πιουν έναν καφέ μαζί, θα πάνε μια βόλτα ή θα συμμετάσχουν σε μια πράξη φιλανθρωπίας. Χρειάζονται κάτι που να τους αφορά όλους και να τους δίνει έναν ουσιαστικό λόγο να συνυπάρξουν.

“Το πραγματικό κίνητρο είναι να βρούμε κάτι που μας ενώνει. Όχι απαραίτητα να συνδεθούμε άμεσα ο ένας με τον άλλον — γιατί αυτό μπορεί και να μη συμβεί ποτέ — αλλά να συνδεθούμε μέσα από ένα κοινό αντικείμενο, έναν χώρο και μια ατμόσφαιρα, ώστε να δημιουργήσουμε κάτι όλοι μαζί”.

Όταν τη ρωτώ αν αυτή η αρχική σκέψη λειτούργησε στην πράξη, η απάντησή της είναι απόλυτη.
“Βεβαίως. Στην πραγματικότητα, μόνο αυτό λειτούργησε”.

Περιγράφει μάλιστα τη λειτουργία των «Εν Δυνάμει» μέσα από μια εικόνα που είχε χρησιμοποιήσει ένα μέλος της ομάδας: “είναι σαν να πρέπει να διαθέτεις τρεις ή και τέσσερις διαφορετικούς εγκεφάλους ταυτόχρονα.
Ο ένας είναι στραμμένος στον εαυτό σου — στο πού βρίσκεσαι, τι κάνεις, πώς νιώθεις και τι συμβαίνει μέσα στην παράσταση. Ο δεύτερος βρίσκεται στον άνθρωπο που στέκεται δίπλα σου και μπορεί να σε χρειάζεται με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο για να μπορέσει και ο ίδιος να υπάρξει στη σκηνή. Ο τρίτος είναι στραμμένος προς το κοινό.

Και υπάρχει κι ένας τέταρτος. Ίσως αυτός να είναι ο σημαντικότερος για μένα. Είναι όλος ο κόσμος πίσω από τη σκηνή, αυτό που δεν βλέπει ποτέ ο θεατής. Ο θεατής παρακολουθεί μια παράσταση, αλλά πίσω από αυτήν υπάρχει μια δεύτερη παράσταση.

Η δεύτερη αυτή παράσταση αποτελείται από όλα όσα πρέπει να συμβούν μέχρι να φτάσει κάποιος στη σκηνή: να ετοιμαστεί, να φορέσει τα παπούτσια του, να φτιάξει τα μαλλιά του, να συγκεντρωθεί, να ενθαρρυνθεί. Και, κάποιες φορές, να ξεπεράσει τον φόβο της τελευταίας στιγμής”.

Karol Jarek

Αυτός ο αθέατος κόσμος γοητεύει την Ελένη Δημοπούλου εδώ και χρόνια. Όπως λέει, είχε πάντοτε την επιθυμία να γίνει ένα ντοκιμαντέρ για όσα συμβαίνουν πίσω από τις παραστάσεις των «Εν Δυνάμει». Και πλέον φαίνεται ότι αυτό το σχέδιο προχωρά, καθώς ο ελληνοϊρανός σκηνοθέτης Σιαμάκ Ετεμαντί παρακολουθεί την ομάδα εδώ και περισσότερα από τέσσερα χρόνια και ολοκληρώνει πια μια κινηματογραφική καταγραφή της πορείας της.

“Πατάμε πάνω σε κινούμενη άμμο”

“Έχω πάντα αγωνία για το πώς θα δεχτεί ο κόσμος αυτό που βλέπει, γιατί οι παραστάσεις μας είναι πολύ τολμηρές” εξομολογείται.
Στις πρεμιέρες, λέει, η ίδια και η Ελένη Ευθυμίου κάθονται συχνά χέρι χέρι, με την αίσθηση ότι το κοινό μπορεί είτε να αποδεχτεί αυτό που βλέπει είτε να το απορρίψει πλήρως.

Η τόλμη αυτή δεν αφορά μόνο την αισθητική των παραστάσεων. Αφορά πρωτίστως όσα επιλέγουν να φέρουν στη σκηνή: ένα γυμνό ανάπηρο σώμα, μια σκηνή με σεξουαλικό βοηθό, αλλά και αληθινές εμπειρίες απώλειας, φόβου και πένθους.

“Στους «Εν Δυνάμει» ζω κάτι που, στα πενήντα χρόνια μου στο θέατρο, δεν το έχω ζήσει αλλού. Πατάμε πάνω σε κινούμενη άμμο. Παίζουμε χωρίς το πάτωμα να είναι απολύτως σταθερό. Ούτε οι ίδιοι οι εαυτοί μας είναι πάντοτε σταθεροί. Βγαίνουμε στη σκηνή αναλαμβάνοντας ένα ρίσκο, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα” ομολογεί.

Ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα, όμως, είναι που η Ελένη Δημοπούλου θεωρεί πολύτιμη. Για τους νέους ηθοποιούς, ιδιαίτερα, οι «Εν Δυνάμει» λειτουργούν ως ένα είδος σχολείου όπου δεν αρκεί να γνωρίζεις καλά τον ρόλο σου. Πρέπει να είσαι διαρκώς παρών, διαθέσιμος και έτοιμος να προσαρμοστείς σε αυτό που συμβαίνει πραγματικά εκείνη τη στιγμή.

Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου
Karol Jarek

Η ομάδα δεν δημιουργεί μόνο παραστάσεις. Δημιουργεί, έστω προσωρινά, και έναν κοινό τρόπο ζωής

Οι «Εν Δυνάμει» έχουν σταθερή βάση τη Θεσσαλονίκη, αλλά η Ελένη Δημοπούλου ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται για ένα θεατρικό εργαστήρι με τη συνηθισμένη έννοια.

Είναι μια σταθερή ομάδα που υλοποιεί διαφορετικά πρότζεκτ. Η σύνθεσή της μεταβάλλεται με τον χρόνο. Σήμερα συμμετέχουν και επαγγελματίες ηθοποιοί που έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, αρκετοί από τους οποίους μπήκαν στην ομάδα σε μικρότερη ηλικία και εξελίχθηκαν μαζί της.

Κάθε νέο πρότζεκτ ανακοινώνεται ανοιχτά και μπορεί να προσελκύσει νέα μέλη. Κάποιες δουλειές διαρκούν ακόμη και δύο χρόνια, ενώ η δράση των «Εν Δυνάμει» δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο θέατρο, αλλά περιλαμβάνει και εικαστικά πρότζεκτ, όπως «Το έργο του Θεού».

Η Ελένη Δημοπούλου αναφέρει πως “η ομάδα λειτουργεί σαν ένα ανοιχτό σύστημα. Δεν μας απασχολεί η ηλικία ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό. Μας ενδιαφέρει να υπάρχει κοινό ενδιαφέρον και πραγματική διάθεση για τη δουλειά. Η τέχνη παραμένει στο κέντρο, αλλά κάθε παραγωγή οργανώνεται με βάση τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων που συμμετέχουν”.

Karol Jarek

Η συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο για τις «Τρωάδες» είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για να μπορέσει ένα μέρος της ομάδας να συμμετάσχει στην παραγωγή, χρειάστηκε να μετακομίσει για περίπου τρεις με τρεισήμισι μήνες.

“Και αυτή η μετακίνηση δεν αφορά μόνο τις πρόβες και τις παραστάσεις. Αφορά μια ολόκληρη καθημερινότητα που πρέπει να στηθεί από την αρχή”.

Και συνεχίζει: “Σε αυτή τη διαδικασία δεν συμμετέχουν οι γονείς. Είμαστε τέσσερα άτομα χωρίς αναπηρία και τέσσερα άτομα με αναπηρία. Ζούμε όλοι μαζί, νοικιάζουμε έναν μεγάλο χώρο, μαγειρεύουμε και τρώμε μαζί.
Έτσι, η λειτουργία των «Εν Δυνάμει» δεν σταματά όταν τελειώνει η πρόβα.  Η συνύπαρξη συνεχίζεται στο σπίτι, στο φαγητό, στην οργάνωση της ημέρας, στην ευθύνη που αναλαμβάνει ο ένας απέναντι στον άλλον.
Η ομάδα δεν δημιουργεί μόνο παραστάσεις. Δημιουργεί, έστω προσωρινά, και έναν κοινό τρόπο ζωής”.

Στη διάρκεια της παραμονής τους στην Αθήνα για τις «Τρωάδες», τα μέλη των «Εν Δυνάμει» με αναπηρία ζουν χωρίς τους γονείς τους. Για την Ελένη Δημοπούλου, αυτό δεν αποτελεί μια παράλληλη εκπαιδευτική άσκηση, αλλά μέρος της ίδιας της καθημερινότητας της ομάδας.

“Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια προσομοίωση κανονικότητας. Δεν θα ήταν φυσιολογικό να σε πηγαίνει η μητέρα σου κάθε μέρα στη δουλειά σου. Με την ίδια λογική, κι εδώ η καθημερινότητα οργανώνεται μέσα από την ομάδα και όχι μέσα από τους γονείς”.

Η κουβέντα οδηγείται έτσι σε μια ευρύτερη έννοια της κοινότητας. Στον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο η φροντίδα ενός ανθρώπου μπορεί να πάψει να θεωρείται αποκλειστική υπόθεση της οικογένειάς του.

Η ίδια θυμάται ότι μεγάλωσε με τη «γιαγιά της οικοδομής», την κυρία Ερμιόνη, μια γυναίκα που έμεινε μόνη και την οποία φρόντιζε ολόκληρη η πολυκατοικία. Σήμερα, λέει, μπορεί να ζούμε στον ίδιο όροφο με έναν άνθρωπο που έχει μείνει μόνος και να μην το αντιληφθούμε ποτέ.

“Αν υπάρχει κάτι που μου λείπει πραγματικά και βαθιά, είναι αυτή η έγνοια για τον διπλανό” λέει.
Και τότε χρησιμοποιεί μια εικόνα που μοιάζει να περιγράφει ολόκληρη τη φιλοσοφία των «Εν Δυνάμει».
“Μου λείπει η κοινή μπουγάδα στην ταράτσα. Να είναι απλωμένα μαζί τα ρούχα όλων και ο ένας να λέει στον άλλον: «Φύγε, θα τα μαζέψω εγώ»”.

Η Λωξάνδρα Λούκας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ακούει τη συζήτηση, παρεμβαίνει:
“Κι εμείς αυτό θέλουμε” λέει.

Η Ελένη Δημοπούλου λέει και αυτή: “Ναι, αυτό θέλουμε. Μια κοινή μπουγάδα σε μια ταράτσα, με τα ρούχα όλων μαζί. Αυτό ονειρεύομαι και προσπαθώ πολύ να το πετύχω”.

Η δημιουργία μιας τέτοιας κοινότητας, όμως, γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να κινητοποιούνται εύκολα από ένα μεγάλο και ελκυστικό καλλιτεχνικό πρότζεκτ, πολύ δυσκολότερα όμως δεσμεύονται σε μια μακροχρόνια διαδικασία χωρίς άμεσο ή εντυπωσιακό αντάλλαγμα.
“Δεν υπάρχει πια η ίδια μακροπρόθεσμη διαθεσιμότητα. Αν πεις σε κάποιον ότι μια παραγωγή στην Επίδαυρο απαιτεί δέσμευση τρεισήμισι ή τεσσάρων μηνών, οι περισσότεροι πανικοβάλλονται”.

Και κάπως έτσι, η «κοινή μπουγάδα» της Ελένης Δημοπούλου γίνεται κάτι περισσότερο από μια νοσταλγική εικόνα. Γίνεται μια ερώτηση για το πόσο χώρο, χρόνο και ευθύνη είμαστε σήμερα διατεθειμένοι να μοιραστούμε με τους άλλους.

Η συζήτηση επιστρέφει στις «Τρωάδες». Η Λωξάνδρα γνωρίζει καλά την υπόθεση, ξέρει ότι το έργο είναι του Ευριπίδη και, ανάμεσα στις ηρωίδες, ξεχωρίζει την Ανδρομάχη — τη μητέρα του μικρού Αστυάνακτα.
Η παράσταση, όπως εξηγεί η Ελένη Δημοπούλου, δεν αποτελεί μια απλή διασκευή του έργου, αλλά μια δραματουργική επεξεργασία που βασίζεται στη μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη και συνομιλεί και με τις «Τρωάδες» του Σενέκα.

“Δεν προσπαθούμε απλώς να μεταφέρουμε το έργο στο σήμερα. Αυτός ο πόλεμος είναι πάντοτε σημερινός. Δεν ανήκει ούτε στο χθες ούτε στο παρελθόν. Είναι διαρκώς παρών”.

Για την Ελένη Δημοπούλου, αυτή η διαρκής παρουσία του πολέμου δεν αποτελεί μια αφηρημένη διαπίστωση.
“Είμαι 68 ετών και δεν θυμάμαι καμία περίοδο της ζωής μου κατά την οποία, όταν μιλούσαμε για πόλεμο, να μην υπήρχε κάποιος πόλεμος σε εξέλιξη κάπου στον κόσμο. Δεν φαίνεται να είναι μια κατάσταση από την οποία μπορούμε εύκολα να ξεφύγουμε.

Και ο πόλεμος δεν είναι κάτι μακρινό ούτε για τη Λωξάνδρα Λούκας. Ένας στενός φίλος της ομάδας είναι Ιρανός και η μητέρα του χρειάστηκε πρόσφατα να έρθει στην Ελλάδα εξαιτίας του πολέμου με πληροφορεί η μητέρα της.

NEWS 24/7

Φοβάσαι τον πόλεμο Λωξάνδρα;
“Πάρα πολύ”, απαντά .
Γιατί;
“Γιατί δεν θέλω να πάθουμε κανένα κακό”.

Μέσα σε ένα έργο γεμάτο απώλεια, βία και ξεριζωμό, αυτό που αγαπά περισσότερο η Λωξάνδρα Λούκας δεν είναι κάποια από τις μεγάλες δραματικές σκηνές. Είναι ο Χορός.

Τι είναι ο Χορός για σένα;
“Είμαστε όλοι μαζί. Αυτό μου αρέσει”.

Η απάντηση μοιάζει απλή, αλλά επιστρέφει σε κάτι που η Λωξάνδρα Λούκας έχει ήδη πει από την αρχή της συζήτησής μας. Αυτό που αγαπά περισσότερο στο θέατρο δεν είναι μόνο η στιγμή της παράστασης. Είναι η συνύπαρξη, οι πρόβες, η αίσθηση ότι βρίσκεται μέσα σε ένα σύνολο.

Και ίσως γι’ αυτό ο Χορός των «Τρωάδων» της ταιριάζει τόσο πολύ: επειδή εκεί κανείς δεν υπάρχει μόνος.
Η αίσθηση του «μαζί» είναι αυτό που αγαπά περισσότερο η Λωξάνδρα Λούκας στον Χορό των «Τρωάδων».

Σου αρέσει αυτή η αίσθηση του “μαζί”;
“Ναι, γιατί χορεύουμε όλοι μαζί”.

Η Ελένη Δημοπούλου εξηγεί ότι στον Χορό κανείς δεν λειτουργεί ως μοναχικός πρωταγωνιστής. Η δύναμη βρίσκεται ακριβώς στη συλλογικότητα.

Η Λωξάνδρα Λούκας το λέει ακόμη πιο απλά:
“Έχει πολύ κέφι”.

Τι σας λέει η Ελένη Ευθυμίου;
“Να κάνουμε καλή πρόβα”.

Μια παράσταση που συνομιλεί με σαράντα χρόνια θεάτρου

Για την Ελένη Δημοπούλου, οι «Τρωάδες» έχουν και ένα έντονα προσωπικό βάρος, κυρίως λόγω της παρουσίας της Λυδίας Φωτοπούλου.
Θυμάται 40 χρόνια πριν να παρακολουθεί τη Λυδία Φωτοπούλου στα πρώτα της βήματα στο θέατρο. παίζοντας την Κασσάνδρα. Τώρα παίζει την Εκάβη.

Η Ελένη Δημοπούλου βρίσκεται στην ίδια σκηνή με τη Λυδία Φωτοπούλου και περιγράφει αυτή τη συνάντηση σαν μια παράξενη επιστροφή στον χρόνο. ‘Είναι πολύ ωραίο να δουλεύεις με ηθοποιούς που παρακολουθείς τόσα χρόνια και να βλέπεις από κοντά πώς εργάζονται, πώς αισθάνονται και πώς σκέφτονται. Αυτό είναι και ένα από τα προνόμια της ηλικίας: να παραμένεις ενεργός στο θέατρο και ταυτόχρονα να έχεις προλάβει να παρακολουθήσεις την πορεία ανθρώπων από τα πρώτα τους βήματα μέχρι σήμερα.

Η Θεσσαλονίκη, η Αθήνα και μια παλιά ανισορροπία

Η Ελένη Δημοπούλου παίζει θέατρο από τα δεκαεννέα της χρόνια και έχει συμμετάσχει, όπως λέει, σε περίπου εβδομήντα παραστάσεις. Για πολλά χρόνια υπήρξε μέλος της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης και του Θεάτρου Θεσσαλονίκης.

Η σχέση της με την αθηναϊκή σκηνή, όμως, υπήρξε πάντοτε μονόδρομη.
“Εμείς από τη Θεσσαλονίκη κατεβαίναμε συνέχεια στην Αθήνα για να δούμε θέατρο. Μπορεί την Κυριακή να βλέπαμε απογευματινή και βραδινή παράσταση και μετά να παίρναμε το τρένο για να γυρίσουμε στη Θεσσαλονίκη” λέει.

Έτσι, η Ελένη Δημοπούλου γνωρίζει πολύ καλά τη δουλειά πολλών ηθοποιών και σκηνοθετών με τους οποίους συνεργάζεται σήμερα. Το αντίστροφο, όμως, δεν ισχύει πάντοτε.

“Πολλοί από τους ηθοποιούς με τους οποίους παίζω σήμερα δεν με έχουν δει ποτέ στη σκηνή. Εγώ έχω παρακολουθήσει τις περισσότερες παραστάσεις τους και γνωρίζω την πορεία τους. Σε αυτή την ηλικία δεν είναι εύκολο να πρέπει να συστηθείς ξανά από την αρχή”.

Και αυτή η ανισορροπία, λέει, αποτελεί μια πραγματική πίκρα.
Η Ελένη Δημοπούλου αναγνωρίζει ότι και οι άνθρωποι του θεάτρου στη Θεσσαλονίκη θα μπορούσαν ίσως να κάνουν περισσότερα για να επικοινωνήσουν τη δουλειά τους προς την Αθήνα. Ωστόσο, επιμένει ότι η απόσταση αυτή εξακολουθεί να είναι υπαρκτή.

Και στο τέλος θέτει ένα ερώτημα που αφορά άμεσα και την πορεία των «Εν Δυνάμει»:
“Είμαι ηθοποιός στη Θεσσαλονίκη εδώ και τόσα χρόνια και οι «Εν Δυνάμει» έχουν την έδρα τους εκεί. Πώς είναι δυνατόν η πρόταση για την Επίδαυρο, αλλά και άλλες σημαντικές προτάσεις, να έρχονται από το Εθνικό Θέατρο και όχι από το ίδιο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, που βρίσκεται κυριολεκτικά δίπλα μας;”

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα