Ο Νετανιάχου παίζει το “χαρτί” του Ερντογάν ενόψει των κρίσιμων εκλογών
Διαβάζεται σε 7'
Η Τουρκία βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο τόσο της στρατιωτικής όσο και της προεκλογικής ατζέντας του Μπενιαμίν Νετανιάχου, καθώς η νέα κλιμάκωση στη Συρία πυροδοτεί ερωτήματα για τα κίνητρα του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
- 25 Αυγούστου 2026 14:51
Η γιγαντοαφίσα που βρίσκεται στον κεντρικό αυτοκινητόδρομο του Τελ Αβίβ δίνει ένα ξεκάθαρο στίγμα για το ποιος βρίσκεται στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου. Και αυτή δεν είναι άλλη από την Τουρκία.
Στην αφίσα απεικονίζεται ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δίπλα στους ηγέτες του Ιράν, της Χεζμπολάχ και στον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, Ζόχραν Μαμντάνι, ως αντίπαλοι του Ισραήλ, με το σύνθημα: «Θέλουν να χάσει ο Νετανιάχου. Μην τους αφήσετε να κερδίσουν».
Μόλις λίγες ημέρες αργότερα, η Τουρκία βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο της τελευταίας στρατιωτικής αντιπαράθεσης του Ισραήλ.
Ισραηλινά μαχητικά έπληξαν την αεροπορική βάση Αμπού αλ-Νταχούρ στη βόρεια Συρία, στοχεύοντας αυτό που, σύμφωνα με αξιωματούχους, ήταν μια αναδυόμενη τουρκική στρατιωτική ενίσχυση, την οποία το Ισραήλ θεωρούσε σημαντική απειλή.
Ωστόσο, όπως σημειώνει το CNN, με τις εκλογές να απέχουν λίγο περισσότερο από δύο μήνες, η χρονική εγγύτητα του πλήγματος με τα μηνύματα της προεκλογικής εκστρατείας του Νετανιάχου έχει πυροδοτήσει συζήτηση στο Ισραήλ όπως επίσης και στο εξωτερικό: προλαμβάνει ο Νετανιάχου μια πραγματική στρατηγική απειλή ή τη διογκώνει για να ενισχύσει τη θέση του στις κάλπες;
Σε μεγάλο μέρος της πολυετούς πολιτικής του διαδρομής, ο Νετανιάχου έχει παρουσιάσει τον εαυτό του ως εγγυητή της ασφάλειας, ικανό να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε απειλή κατά του Ισραήλ. Είναι επίσης ένας ιδιαίτερα επιδέξιος πολιτικός παίκτης, με μακρά ιστορία αξιοποίησης κρίσεων προς όφελός του.
Ο Τομ Μπάρακ, απεσταλμένος του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για τη Συρία και πρέσβης στην Τουρκία, διατύπωσε μια σπάνια δημόσια επίπληξη προς το Ισραήλ για το πλήγμα, χαρακτηρίζοντάς το «περιττή κλιμάκωση». Σε συνέντευξή του στον podcaster Μάριο Ναουφάλ, ο Μπάρακ υπαινίχθηκε πολιτικό κίνητρο, διατυπώνοντας τη «θεωρία» ότι το Ισραήλ «απλώς προσπάθησε να προκαλέσει την Τουρκία». Το χαρακτήρισε «μια πολύ επιθετική κίνηση, αλλά μία που θα μπορούσε να λειτουργήσει καλά ενόψει των εκλογών».
Επισήμως, το Ισραήλ έχει παρουσιάσει την επίθεση ως καθαρά επιχειρησιακή αναγκαιότητα: τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατζ έχουν δηλώσει ότι οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν ενδείξεις πως η Τουρκία προετοιμαζόταν να εγκαταστήσει δυνάμεις και εξοπλισμό στην αεροπορική βάση.
Ισραηλινή στρατιωτική πηγή δήλωσε στο CNN ότι οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) είχαν συγκεντρώσει πληροφορίες σχετικά με σχέδια της Τουρκίας να αναπτύξει προσωπικό, drones και συστήματα αεράμυνας στην περιοχή. Μια τέτοια ανάπτυξη, ανέφερε η πηγή, θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία δράσης του Ισραήλ στον συριακό εναέριο χώρο και να μεταβάλει τη στρατηγική ισορροπία στην περιοχή. Οι πληροφορίες, σύμφωνα με δεύτερη πηγή, κοινοποιήθηκαν στην κυβέρνηση Τραμπ και στον πρόεδρο της Συρίας Άχμαντ αλ Σάρα. Το Ισραήλ και η Συρία έχουν πραγματοποιήσει τον τελευταίο χρόνο συνομιλίες για την αποφυγή συγκρούσεων, καταλήγοντας σε αυτό που ο Νετανιάχου έχει περιγράψει ως «status quo σε ζητήματα ασφάλειας».
Την Κυριακή, ο Ρόμαν Γκόφμαν, επικεφαλής της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών Μοσάντ, συναντήθηκε εκ νέου στην Ιορδανία με τον Σύρο υπουργό Εξωτερικών Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι, σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τελευταίων εντάσεων, σύμφωνα με το συριακό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων.
Παρόλα αυτά, η Τουρκία, οι ΗΠΑ και ορισμένοι από τους πολιτικούς αντιπάλους του Νετανιάχου στο εσωτερικό στάθηκαν ιδιαίτερα στη χρονική συγκυρία. Απορρίπτοντας την ισραηλινή εκδοχή ως «μη πειστική», η Τουρκία κατηγόρησε τον Νετανιάχου ότι «ακολουθεί επεκτατικές και αποσταθεροποιητικές πολιτικές στην περιοχή» ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου. Η τουρκική κυβέρνηση δήλωσε ότι θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τη συριακή κυβέρνηση «σε νόμιμη βάση για την εδραίωση της ειρήνης, της σταθερότητας και της ευημερίας».
Ο Νετανιάχου χαρακτηρίζει τον Ερντογάν “αντισημίτη τύραννο”
Ο Νετανιάχου και ο Κατζ απέρριψαν το αφήγημα περί πολιτικού κινήτρου, προειδοποιώντας αντίθετα για επικείμενη τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία. «Δεν θα ανεχθούμε να ριζώσει τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία και να απειλεί το Ισραήλ», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ο Νετανιάχου.
Παράλληλα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός σκλήρυνε ακόμη περισσότερο την ήδη συγκρουσιακή ρητορική του απέναντι στον Ερντογάν. Την Παρασκευή, το γραφείο του Νετανιάχου χαρακτήρισε τον Ερντογάν, σε ανάρτηση στο X, «αντισημίτη τύραννο που καταπιέζει τον ίδιο του τον λαό».
Ο Νετανιάχου και ο Ερντογάν βρίσκονται εδώ και χρόνια σε δημόσια αντιπαράθεση, η οποία κλιμακώθηκε δραματικά κατά τη διάρκεια των πολέμων στη Γάζα, τον Λίβανο και το Ιράν. Ο Ερντογάν έχει χαρακτηρίσει τον Νετανιάχου εγκληματία πολέμου και έχει επανειλημμένα κατηγορήσει το Ισραήλ για θηριωδίες στη Γάζα, ενώ ο Νετανιάχου έχει κατηγορήσει τον Ερντογάν ότι στηρίζει τη Χαμάς. Πρόσφατα, ο Νετανιάχου τάχθηκε κατά της πώλησης αμερικανικών μαχητικών F-35 στην Άγκυρα, προειδοποιώντας για τις «επιθετικές φιλοδοξίες» του Ερντογάν στην περιοχή.
Ο Άμος Χάρελ, ανώτερος αναλυτής θεμάτων ασφάλειας στην ισραηλινή εφημερίδα Haaretz, εκτιμά ότι τόσο η εξήγηση που αφορά την ασφάλεια όσο και εκείνη που αφορά την πολιτική είναι βάσιμες. «Υπάρχουν πράγματι ενδείξεις ότι η στάση του Ερντογάν απέναντι στο Ισραήλ είναι πολύ εχθρική και ότι η Τουρκία προχωρά σε διάφορες στρατιωτικές κινήσεις στη Συρία, ορισμένες από τις οποίες προκαλούν ανησυχία στον IDF – μεταξύ άλλων και στο συγκεκριμένο αεροδρόμιο», είπε, επικαλούμενος πληροφορίες για τουρκικά σχέδια ανάπτυξης συμβούλων, drones και συστημάτων αεράμυνας.
Την ίδια στιγμή, ο Χάρελ δήλωσε στο CNN ότι «είναι επίσης απολύτως σαφές πως ο Νετανιάχου ακολουθεί μια νέα και επιθετική γραμμή», την οποία παρουσιάζει ως δίδαγμα από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 στο Ισραήλ: πρώτο πλήγμα, σε κάθε μέτωπο, με παράλληλη δημιουργία ζωνών ασφαλείας κατά μήκος των ισραηλινών συνόρων στη Γάζα, τον Λίβανο και τη Συρία. Ο ισραηλινός στρατός κατέλαβε ζώνη ασφαλείας 400 τετραγωνικών χιλιομέτρων εντός της Συρίας μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ το 2024 και την κατέχει έκτοτε.
Ωστόσο, το πολιτικό πλαίσιο της τελευταίας αυτής λεκτικής αντιπαράθεσης έχει ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις υποψίες ορισμένων επικριτών του Νετανιάχου. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ, ο οποίος υπερασπίστηκε την ίδια την επιχείρηση ως δικαιολογημένη, επέκρινε τις θριαμβευτικές δηλώσεις του Ισραήλ που ακολούθησαν. «Στη Μέση Ανατολή, είναι σημαντικό να χτυπάς όταν χρειάζεται. Αλλά αν χτύπησες, μείνε σιωπηλός», είπε.
Ο Γιαΐρ Γκολάν, ηγέτης του αριστερού κόμματος Δημοκράτες, χαρακτήρισε την επιχείρηση «προκλητική και επικίνδυνη». Ο πρώην πρωθυπουργός Εχούντ Μπάρακ προχώρησε ακόμη περισσότερο, γράφοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η κλιμάκωση «μυρίζει έντονα πολιτική πρόθεση να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές μέσα σε μια σειρά εντάσεων ασφαλείας, σχεδιασμένων για να προκαλέσουν ανησυχία στην κοινή γνώμη».
Με τον Νετανιάχου και το πολιτικό του μπλοκ να βρίσκονται αυτή τη στιγμή πίσω στις δημοσκοπήσεις, οι επικριτές του ανησυχούν ότι μια νέα κρίση ασφαλείας θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει ριζικά το πολιτικό σκηνικό και να τον βοηθήσει να ελέγξει την ατζέντα της προεκλογικής εκστρατείας.
«Ο Νετανιάχου είναι γνωστό ότι πιστεύει πως μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ασφάλειας αποτελεί μια έσχατη επιλογή που θα μπορούσε να ανακατέψει την τράπουλα και να βελτιώσει τις πιθανότητές του να επιβιώσει πολιτικά από αυτές τις εκλογές», δήλωσε ο Χάρελ. Και καθώς ο Τραμπ περιορίζει τον πόλεμο του Ισραήλ κατά του Ιράν και τις στρατιωτικές του ενέργειες στη Γάζα και τον Λίβανο, πρόσθεσε, «η Τουρκία – Συρία μετατρέπεται σε ένα δυνητικό μέτωπο. Αυτό εγείρει, τουλάχιστον, ισχυρές υποψίες ότι εμπλέκονται και πολιτικοί υπολογισμοί».