ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΕΝΑ ΘΕΡΙΝΟ ΣΙΝΕΜΑ, Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ;
Πόσο εύκολο είναι να διατηρεί κανείς έναν θερινό κινηματογράφο; Πώς έχουν εξελιχθεί μέσα στα χρόνια και τι είναι αυτό που τα κάνει δημοφιλή; Γνωρίσαμε ιδιοκτήτες 3ης και 4ης γενιάς θερινών κινηματογράφων που μας μίλησαν για το πως είναι να μεγαλώνεις μέσα στους κήπους με τα γιασεμιά και να συνεχίζεις τις οικογενειακές παραδόσεις που συντροφεύουν τα καλοκαίρια μας.
Τα γλαστράκια με τους φουντωτούς βασιλικούς τοποθετούνται στα τραπεζάκια ανάμεσα στις καρέκλες πολύ πριν πέσει ο ήλιος. Ήδη από το απόγευμα έχουν ξεκινήσει σιγά – σιγά οι προετοιμασίες για την πρώτη προβολή των 8:30: καθαρίζεται ο χώρος, οι καρέκλες μπαίνουν στην σειρά, το κυλικείο εφοδιάζεται και τα ποπ κορν είναι έτοιμα για να ψηθούν.
Δεν είναι σπάνιο κανείς να δει στα πόστα ενός θερινού κινηματογράφου μέλη της ίδιας οικογένειας: η μαμά να είναι στο ταμείο, ο παππούς να καλωσορίζει τον κόσμο στον κινηματογράφο και κάποιο νεότερο μέλος να βοηθάει στο κυλικείο…
Και αυτό, γιατι παραδοσιακά οι περισσότεροι θερινοί ανήκουν σε μερικές οικογένειες που είναι στον χώρο εδώ και δεκαετίες περνώντας την αγάπη του κινηματογράφου από γενιά σε γενιά.
Επισκεφθήκαμε τον θερινό κινηματογράφο «Ηλέκτρα» στην Πατησίων και «Μαριλένα» στην Άνω Γλυφάδα για να γνωρίσουμε τις οικογένειες που τα διαχειρίζονται.
ΕΝΑ ΣΙΝΕΜΑ ΑΠΟ ΤΟ 60′
Η κόκκινη νέον επιγραφή, το ζωηρό πράσινο και ροζ στους τοίχους του φουαγιέ και το στρωμένο λευκό χαλικάκι κάτω από τα μπλε καθίσματα του «Μαριλένα», σε κάνουν αμέσως να μεταφερθείς σε μια άλλη εποχή.
Άλλωστε ο μπαμπάς Διονύσης και ο γιος Βαγγέλης Κρασσάς αποφάσισαν να διατηρήσουν τον θερινό τους όσο πιο «παραδοσιακό» γίνεται, αισθητικά όπως το είχε φτιάξει ο παππούς το 1962.
«Ήταν η εποχή της μεγάλης έκρηξης των κινηματογράφων τότε» εξηγεί ο Διονύσης Κρασσάς, «Μιλούσαμε για “κινηματοθέατρα”. Μπροστά από την οθόνη είχαν μια μικρή σκηνή και κάποιες μέρες φιλοξενούσαν παραστάσεις και ορχήστρες. Θυμάμαι που ερχόταν ο Σπαθάρης για παραστάσεις Καραγκιόζη και γινόταν λαϊκό προσκύνημα. Δεν υπήρχε άλλη διασκέδαση τότε και ο κόσμος κάθε βράδυ γέμιζε τα σινεμά».
Πάντα τον εξέπληττε ότι ενώ ο κινηματογράφος τους ήταν σε μια αρκετα αραιοκατοικημένη περιοχή κάθε βράδυ γέμιζε, «Ο κόσμος ερχόταν από παντού. Κάναμε 42.000 εισιτήρια την σεζόν. Είναι ένα τεράστιο νούμερο για την εποχή μας».
Την δεκαετία του 70’ όμως, σταδιακά η τηλεόραση άρχισε να μπαίνει στα σπίτια και «τότε τα σινεμά κατέρρευσαν. Περίπου ένα 80% των κινηματογράφων έκλεισε. Το έκλεισε και ο πατέρας μου για κάποια χρόνια» αφηγείται ο Διονύσης Κρασσάς.
Το «Μαριλένα» ξανάνοιξε ξανά το 78’ απο το πατέρα του, όμως έκλεσε και πάλι το 2000.
«Ήταν σοκαριστικό όταν πρωτοάνοιξαν τα πολυσινεμά. Μέχρι τότε ήμασταν συνηθισμένοι στις μεγάλες αίθουσες των 400 ατόμων και ξαφνικά βρεθήκαμε σε πολύ μικρότερες αίθουσες με μια τεράστια οθόνη μπροστά μας.
Ο κινηματογράφος άρχισε να αλλάζει και να γίνεται κάτι βιομηχανοποιημένο, χωρίς προσωπική επαφή. Σε βάζανε από μια πόρτα, έβγαινες από μια άλλη για να μπουν άμεσως οι επόμενοι. Δεν υπήρχαν καν διαλείμματα, που ήταν κάτι δεδομένο μέχρι τότε και στις κλειστές αίθουσες. Στον “Δαναό”, για παράδειγμα, θυμάμαι υπήρχαν πάντα διαλλείματα, είχαν φυσικούς χυμούς πορτοκάλι για να πιεις, έβγαινες για να κάνεις ένα τσιγάρο, να σχολιάσεις λίγο την ταινία. Υπήρχε μια κοινωνική επαφή. Αυτό το κατήργησαν εντελώς οι νέοι μεγάλοι κινηματογράφοι».
«ΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΤΟΝ ΘΕΡΙΝΟ, ΘΑ ΕΙΧΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΩΡΑ»
Ο Διονύσης συνέχισε να εργάζεται σε κινηματογράφους και ο γιός του, Βαγγέλης από παιδί σιγά σιγά άρχισε δίπλα του να γνωρίζει την μαγεία της προβολής και των ταινιών.
«Θυμάμαι να είμαι στον θάλαμο μαζί του και να βλέπω πως έβαζε τις ταινίες. Με γοήτευε πολύ. Γουστάρω πολύ τον κινηματογράφο και αν δεν είχαμε τον θερινό, σίγουρα θα είχα φύγει από την χώρα, είναι το μόνο που με κρατάει» λέει ο 30χρονος σήμερα Βαγγέλης.
Όπως εξηγεί από μικρός επισκέπτονταν τακτικά τον κινηματογράφο, «οι δικοί μου δεν μου απαγόρευαν ποτέ να δω κάποια ταινία. Θυμάμαι γυρω τα 5 μου είχα δει για πρώτη φορά το Pulp Fiction που είναι και η αγαπημένη μου ταινία» λέει ο Βαγγέλης ενώ καθόμαστε στις καρέκλες του θερινού και πίσω του βρίσκεται ένα μεγάλο γκράφιτι με τον χαρακτήρα της Ούμα Θέρμαν στην εν λόγω ταινία.
«Αποφασίσαμε τελικά να ξανανοίξουμε τον κινηματογράφο to 2016 γιατι δεν θέλαμε να το αφήσουμε» θα πει ο Διονύσης, «υπάρχουν πολλά προβλήματα, όπως η οικονομική εξουθένωση από τα γραφεία έκδοσης, αλλά το προσπαθούμε».
Εκτός από το Μαριλένα η οικογένεια διαχειρίζεται φετος μαζί και με τον Κώστα Γούναρη και τον κινηματογράφο Αρκαδία στον Βύρωνα.
«ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ»
Συναντάμε τον Κώστα Γούναρη – τον νεότερο- στον κινηματογράφο Ηλέκτρα, επι της Πατησίων. Η οικογένειά του διαχειρίζεται άλλους τέσσερις κινηματογράφους: το Αμίκο, το Εκράν, το Άνοιξις και το Αρκαδία. Είναι η 4η γενιά της οικογένειας του που ασχολείται με τον κινηματογράφο.
Ο προπάππους του ήταν παραγωγός ταινιών, μετά ο παππούς του, Κώστας Γούναρης, ασχολήθηκε με την διανομή ταινιων και άνοιξε τις πρώτες αίθουσες της οικογένειας και τα δύο παιδιά του, κατέληξαν να ασχολούνται και εκείνα με τα θερινά σινεμά και την διανομή ταινιών.
Αναπόφευκτα ο εγγονός Κώστας μεγάλωσε μέσα στις αίθουσες και θυμάται κάθε καλοκαίρι να το περνάει στα θερινά σινεμά της οικογένειας. «Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, οι γονείς μου με πήγαιναν σινεμά ακόμα και σε ταινίες που προφανώς δεν ήταν για την ηλικία μου. Είδα το Pulp Fiction όταν πρωτοβγήκε, το 1994 σε ηλικία 6 χρονών πηγαίνοντας στο τότε χειμερινό σινεμά του παππού μου την Αβάνα στο Ψυχικό. Όταν έπαιζε η σκηνή με την ένεση ανδρεναλίνης στην καρδιά της Ούμα Θέρμαν θυμάμαι τον κόσμο που έφευγε τρέχοντας από την αίθουσα. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα την δύναμη του σινεμά.
Τα καλοκαίρια πήγαινα στο θερινό Ρίο στην Γλυφάδα – δυστυχώς πλέον το Ρίο είναι πολυκατοικία. Αναποδογύριζα το καφάσι με τις μπύρες, πάταγα πάνω του για να φτάνω την ποπκορνιέρα και έφτιαχνα ποπ κορν με εξτρα δόση βούτυρου γιατί μου άρεσαν περισσότερο έτσι και ο παππούς μου γκρίνιαζε» αφηγείται.
Έτσι, ήταν σχεδόν αναπόδραστο να ασχοληθεί και ο ίδιος με τον κινηματογράφο. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου ασχολείται με την σκηνοθεσία, όμως με το που καλοκαιριάζει και ανοίγουν τα θερινά, τρέχει και εκείνος μαζί με την οικογένεια του τις θερινές αίθουσες που διαχειριζονται.
«Όπως λέει και ο παππούς μου “είναι η καλύτερη δουλειά στον κόσμο”. Και πράγματι πιστεύω και εγώ ότι είναι, γιατί αγαπώ πολύ τον κινηματογράφο και δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από το να ψυχαγωγείς τον κόσμο και να κάνεις το βράδυ κάποιου ξεχωριστό. Πέρα από το ρομαντικό στοιχείο που έχει, είναι και ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο, το έχουμε μόνο στην Ελλάδα» λέει ο Κώστας.
Πάντα κάτι που τον συγκινούσε είναι το πόσο προσωπική φροντίδα υπήρχε από την πλευρά των παππούδων του για τους πελάτες. Θυμάται χαρακτηριστικά ότι κάθε μεσημέρι η γιαγιά του έφτιαχνε μια κόκκινη σάλτσα που πήγαινε στον θερινό του Ρίο, για να βράσουν μέσα σε αυτή τα χοτ ντογκ. «Είχαν γίνει τόσο ξακουστά που έρχονταν από την Φιλοθέη μέχρι την Γλυφάδα, μόνο για τα πάρουν χοτ ντογκ» αφηγείται.
Παρά τις ευχάριστες στιγμές που ένας θερινός μπορεί να προσφέρει, το ελληνικό επιχειρείν πάντα έχει τις προκλήσεις του. Εν προκειμένω, όπως περιγράφει ο Γούναρης, «Το πιο βασικό κατά τη γνώμη μου, πριν από την ενίσχυση της λειτουργίας ενός θερινού, είναι το κράτος να μην εμποδίζει την ίδια την λειτουργία.
Για παράδειγμα παίζουμε όλο το καλοκαίρι με το ντεσιμπελόμετρο στο χέρι, ενώ ο ήχος από τον δρόμο στην Πατησίων είναι πιο δυνατός από τον ήχο της ταινίας. Ή έχουμε ένα παράλογο όριο λειτουργίας στη μία τη νύχτα και δυσκολεύεσαι να παίξεις μια μεγάλης διάρκειας ταινία (όπως η Οδύσσεια) στη βραδινή προβολή. Αυτό εκτός από αθέμιτος ανταγωνισμός σε σχέση με ένα άλλο κλειστό σινεμά που επιτρέπεται η προβολή, είναι και παράλογο. Γιατί να μην μπορείς, σε ένα πάρκο όπου δεν ενοχλείς κανέναν, να τελειώνεις την προβολή σου στις 2 μετά τα μεσάνυχτα;».
ΠΗΓΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΑ ΘΕΡΙΝΑ;
Την στιγμή που παρακολουθούμε όλο και περισσότερες χειμερινές κινηματογραφικές αίθουσες να κλείνουν, ακόμα και να κατεδαφίζονται – με πιο πρόσφατο παράδειγμα το Ατλαντίς- οι θερινοί κινηματογράφοι κάθε καλοκαίρι γεμίζουν όλο και περισσότερο όπως εκτιμούν οι επαγγελαμτίες που πεδίου.
«Άλλο πράγμα οι χειμερινές και άλλο οι θερινές αίθουσες» λέει ο Γούναρης. «Το χειμώνα ο κόσμος πηγαίνει κατά βάση στα multiplex, στα σινεμά πολλαπλών αιθουσών, εκεί κόβεται το 80% των εισιτηρίων. Οι λιγοστές παραδοσιακές χειμερινές αίθουσες έχουν μικρό μερίδιο της πίτας. Αλλά το καλοκαίρι το σκηνικό αλλάζει.
Το καλοκαίρι, τα θερινά είναι οι πρωταγωνιστές και σε αυτά παίζει ρόλο η συνολική κινηματογραφική εμπειρία που στην πραγματικότητα υπερβαίνει την ταινία. Μετράει η ατμόσφαιρα, η εστίαση, ο χώρος, η γειτονιά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για άλλη δουλειά που όπως φαίνεται δεν ανταγωνίζεται τις πλατφόρμες» εξηγεί.
Μια από τις πιο όμορφες στιγμές που έχει ζήσει στις αυλές των θερινών ήταν έναν Σεπτέμβρη που έπαιζε μια ταινία με λιγοστά άτομα. «Αφού ξεκίνησε η ταινία, με ενημέρωσαν ότι είχε ξεκινήσει να ψιχαλίζει και βγήκα στην αυλή να δω πως ήταν οι θεατές. Ήταν εντελώς ατάραχοι. Είχαν ανοίξει την ομπρέλα τους και συνέχιζαν να παρακολουθούν την ταινία ενώ όλο και δυνάμωνε η βροχή. Ήταν μια πολύ όμορφη εικόνα».
«Ο θερινός δεν είναι μόνο το να πας να δεις μια ταινία, είναι και η κοινωνική συναναστροφή. Ακόμη προσπαθεί να είναι» λέει ο Διονύσης Κρασσάς. «Ο κόσμος που έρχεται στον θερινό, θα έρθει να κάνει το τσιγάρο του, θα πιει την μπύρα του, υπάρχει μια άνεση. Έχει ριζώσει στη κουλτούρα μας αυτό το πράγμα. Ο θερινός θα κρατήσει οσο μας το επιτρέπει ο καιρός».
Από την πλευρά του, ο γιός Βαγγέλης παρατηρεί επιπλέον ότι φέτος τα θερινά έγιναν μεγάλο «τρεντ». «Ο κόσμος κάνει κύκλους. Ήρθαν οι πλατφόρμες και συσπειρώθηκαν για ένα διάστημα εκεί αλλά μετά επέστρεψαν. Φέτος βοήθησαν πολύ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπάρχουν βέβαια και ταινίες που βγάζουν τον κόσμο στα σινεμά, φέτος είχαμε την Οδύσσεια».
Η ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΘΕΡΙΝΩΝ
Αδιαμφισβήτητα κάθε θερινό έχει και το κοινό του και αυτό ορίζεται ανάλογα με τον χαρακτήρα της κάθε περιοχής. Το Εκράν και τη Ριβιέρα στα Εξάρχεια επισκέπτονται όσοι θέλουν να δουν ευρωπαϊκό, ιρανικό, κορεάτικο κινηματογράφο, βραβευμένες ταινίες, «και σίγουρα όχι blockbusters» διασαφηνίζει ο Γούναρης.
Από την άλλη στο Ηλέκτρα συρρέουν ζευγάρια, νέοι και φοιτητές – έχει και απέναντι την φοιτητική εστία του ΕΚΠΑ- οι οποίοι «διψάνε για θρίλερ και ταινίες τρόμου. Φέτος με το Obsession και το Backrooms, έγινε χαμός» λέει ο ίδιος.
Στο Μαριλένα, ως συνοικιακό, με πολλές οικογένειες στην περιοχή, οι ταινιες που πηγαίνουν καλά είναι τα παιδικά και τα blockbusters. «Έχουμε κάνει προσπάθειες και για άλλου είδους ταινίες, πιο ψαγμένες, αλλά δεν έρχεται ο κόσμος.
Μια καλή επιτυχημένη χρονιά για έναν κινηματογράφο είναι όταν μια ταινία καταφέρνει να βγάλει από το σπίτι τους ανθρώπους που δεν είναι σινεφίλ. Όλες τις άλλες ταινιές οι σινεφίλ θα πάνε να τις δούνε. Αυτό είχε συμβεί την χρονιά που βγήκε το “Ο Άνθρωπος του Θεού” και έγινε και φέτος με την “Οδύσσεια”, που ήρθε να την δει κόσμος που ειχε 10 χρόνια να πάει στο σινεμά» λέει ο Διονύσης Κρασσάς.
Όπως καταλήγει με πικρία και ο γιός του, «οι καλές ταινίες που θα φέρουν και τον πιο “κουλτουρέ” κόσμο, επιχειρηματικά δεν είναι καλές. Ο κόσμος που θα έρθει για αυτές τις ταινίες δεν θα σου κάνει κατανάλωση στο μπαρ, μιας και είναι συνήθως πιο μεγάλοι σε ηλικία που θα πάρουν μόνο ένα νεράκι. Οι κινηματογράφοι όμως δεν ζουν πλέον από το εισιτήριο. Ζουν από την κατανάλωση στο μπαρ» σημειώνει.
Και κάπως έτσι, πίσω από τα φώτα της οθόνης, τα ποπ κορν, τις μπύρες και τις καρέκλες κάτω από τον αθηναϊκό ουρανό, οι θερινοί κινηματογράφοι συνεχίζουν να ισορροπούν ανάμεσα στην αγάπη για το σινεμά και την ανάγκη να παραμείνουν ζωντανοί.
Για τις οικογένειες που τους κρατούν ανοιχτούς, η κινηματογραφική εμπειρία παραμένει ακόμη μια προσωπική υπόθεση: «Όταν έχεις μια καλή ταινία, μια ωραία ταινία και ο κόσμος ευχαριστιέται και φεύγει με ωραία συναισθήματα, έχεις μια εσωτερική ικανοποίηση. Είναι σημαντικές οι επιλογές των ταινιών που κάνουμε, δυστυχώς όμως πολλές φορές κρίνονται και από τα έσοδα που θα φέρει η κάθε ταινία. Είναι θέμα επιβίωσης», καταλήγει στην κουβέντα μας ο Διονύσης Κρασσάς.