Σε κουτσούλησε περιστέρι και ενοχλήθηκες; Ο Σπύρος Γραμμένος το βλέπει αλλιώς
Διαβάζεται σε 7'
Σε κουτσούλησε περιστέρι και ενοχλήθηκες; Φιλοσόφησέ το λίγο και διάβασε όσα μας είπε ο Σπύρος Γραμμένος λίγο πριν το live του στην Τεχνόπολη την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου.
- 03 Σεπτεμβρίου 2026 12:37
Ο νέος του δίσκος λέγεται «Συγγνώμη που Υπήρξα», αλλά ο Σπύρος Γραμμένος – εννοείται – δεν ζητά πραγματικά συγγνώμη για την παρουσία του. Με όπλα το χιούμορ, τη σάτιρα και την πολιτική ματιά του, επιμένει να τσιγκλάει όσους δυσκολεύονται με τη διαφορετικότητα και να φωνάζει για εκείνους που δεν έχουν πάντοτε φωνή. Ο τίτλος είναι, άλλωστε, μια απολογία με αστερίσκο και καμία υπόσχεση συμμόρφωσης.
Λίγο πριν από το καθιερωμένο «ραντεβού του Σεπτέμβρη», την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, τον ρωτήσαμε για δύο αγαπημένα τραγούδια του, το «Τζεντριφικέισο» και τη «Λύκου κραυγή», που παραμένουν επίκαιρα για διαφορετικούς – και δυσάρεστους – λόγους.
Τι σημαίνει «Συγγνώμη που Υπήρξα»;
Το «Συγγνώμη που Υπήρξα» είναι λίγο η συγγνώμη που θα σου έλεγε ένα περιστέρι αφού σε έχει κουτσουλήσει. Θα σε κοιτούσε, θα σου έλεγε «συγγνώμη», αλλά και οι δύο θα ξέρατε ότι, αν ξαναβρεθείς από κάτω του, θα το ξανακάνει.
Είμαι ξεκάθαρα με το μέρος του περιστεριού. Είμαστε εδώ για να ενοχλούμε. Όχι για την ενόχληση καθαυτή, ούτε επειδή είναι ωραίο να προκαλείς. Αλλά γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ενοχλούνται από την ίδια την ύπαρξη της διαφορετικότητας. Ενοχλούνται όταν κάποιος δεν χωράει στα κουτάκια τους, όταν κάποιος μιλάει διαφορετικά, ζει διαφορετικά ή διεκδικεί απλώς το δικαίωμα να υπάρχει όπως είναι.
Και ενοχλούνται ακόμα περισσότερο όταν κάποιοι φωνάζουν. Όχι για να ακουστούν οι ίδιοι, αλλά για πράγματα που αφορούν όλους μας. Για δικαιοσύνη, για ελευθερία, για ανθρώπους που δεν έχουν πάντα τη δυνατότητα να φωνάξουν μόνοι τους. Ε, εκεί μάλλον δεν υπάρχει λόγος να ζητάμε συγγνώμη.
Το «Συγγνώμη που Υπήρξα» είναι λοιπόν μια συγγνώμη με έναν μικρό αστερίσκο. Μια συγγνώμη που δεν υπόσχεται ότι θα σταματήσει να υπάρχει, να μιλάει ή να ενοχλεί.
Στο «Τζεντριφικέισο» σατιρίζεις μια Αθήνα που αλλάζει και γίνεται όλο και πιο αφιλόξενη για τους ανθρώπους που ζουν μέσα της. Τι είναι αυτό που σε λυπεί περισσότερο στην Αθήνα σήμερα και τι εξακολουθεί, παρ’ όλα αυτά, να σε κρατά δεμένο μαζί της;
Νομίζω ότι αυτό που με λυπεί περισσότερο είναι πως η Αθήνα έχει πουληθεί. Πολύ φθηνά.
Και για να πουληθεί καλά, πρέπει να γίνει πιο όμορφη, πιο καθαρή, πιο ασφαλής, πιο φωτογενής. Να έχει ωραία μαγαζιά, ωραία δωμάτια, ωραία πιάτα για φωτογραφίες. Να είναι ένα αυθαίρετο προκάτ κατασκεύασμα με γυψοσανίδα. Κάτι σαν σκηνικό θεάτρου. Μέσα σε όλο αυτό κάπου ξεχνάμε ότι η Αθήνα δεν είναι ξενοδοχείο. Είναι μια πόλη στην οποία ζουν άνθρωποι.
Και οι άνθρωποι αυτοί αρχίζουν σιγά σιγά να μην χωράνε. Ο τρόπος για να αδειάσεις ένα μέρος απ’ τους ντόπιους είναι να φτάσεις τα ενοίκια λιγο πιο πάνω απ’ τον μέσο μισθό. Οι γειτονιές γίνονται προϊόν, τα σπίτια επένδυση και η καθημερινότητα των κατοίκων ένα μικρό πρόβλημα που πρέπει κάπως να λυθεί, για να συνεχίσει η πόλη να είναι ελκυστική για όσους περνούν από αυτήν για τρεις μέρες. Αυτή την Αθήνα σατιρίζω στο «Τζεντριφικέισο» που γίνεται λίγο all inclusive. Που πουλάει μια εικόνα του εαυτού της, διώχνοντας αυτά που την έκαναν ενδιαφέρουσα.
Που πουλάμε τις γειτονιές, τους ανθρώπους τους, τα μικρά μαγαζιά, την ακαταστασία, την αντίφαση. Όλα αυτά που δεν μπορείς να τα βάλεις εύκολα σε μια τουριστική καμπάνια.
Δεν έχω κάτι με τον υγιή τουρισμό. Ούτε πιστεύω ότι οι πόλεις πρέπει να μένουν ακίνητες για να τις κοιτάμε σαν μουσεία. Οι πόλεις αλλάζουν. Το θέμα είναι για ποιον αλλάζουν και ποιος πληρώνει τελικά αυτή την αλλαγή.
Μπορεί μέσα σε δέκα λεπτά στην Αθήνα να εκνευριστείς, να γελάσεις, να συγκινηθείς και να θέλεις να φύγεις για πάντα. Και μετά να καθίσεις κάπου για έναν καφέ και να πεις «εντάξει, ας μείνω λίγο ακόμα».
Αυτή είναι η Αθήνα που, όσο με κουράζει, εξακολουθεί να με κρατάει εδώ.
Η «Λύκου κραυγή» γράφτηκε μέσα από μια πολύ συγκεκριμένη απώλεια και επιστρέφει τώρα στον νέο δίσκο με τη φωνή της Ελένης Τσαλιγοπούλου. Τι συμβαίνει σε ένα τέτοιο τραγούδι όταν περνούν τα χρόνια; Αλλάζει το βάρος του ή, δυστυχώς, η πραγματικότητα το κρατά επίκαιρο;
Θα ήθελα να μπορούσα να πω ότι με τα χρόνια ελαφραίνει.
Ότι κάποια στιγμή μένει πίσω. Ότι ακούς ένα τραγούδι και λες «αυτό γράφτηκε τότε, για κάτι που ευτυχώς δεν υπάρχει πια». Δυστυχώς δεν συμβαίνει αυτό.
Το «Λύκου κραυγή» γράφτηκε μέσα από μια πολύ συγκεκριμένη απώλεια, για τον Ζακ Κωστόπουλο από την μητέρα του. Την Ελένη Κωστοπούλου. Οι λόγοι που έκαναν αυτό το τραγούδι να υπάρξει δεν έχουν εξαφανιστεί.
Η Ελένη Τσαλιγοπούλου τού έδωσε κάτι εντελώς δικό της. Και αυτό είναι το ωραίο με τα τραγούδια. Τα γράφεις, τα αφήνεις και κάποια στιγμή αρχίζουν να έχουν μια ζωή που δεν ελέγχεις πια.
Μακάρι πάντως κάποια στιγμή το «Λύκου κραυγή» να ακούγεται σαν ένα τραγούδι μιας εποχής που πέρασε. Να αλλάξουν οι καιροί.
Ποιο από τα πράγματα που πίστευες με απόλυτη βεβαιότητα στα 30 σου θα έκανε τον σημερινό Σπύρο Γραμμένο να σηκώσει το φρύδι;
Δεν ξέρω αν ο σημερινός Σπύρος θα σήκωνε το φρύδι με τον τριαντάχρονο Σπύρο. Τον ακούω ακόμα.
Σίγουρα, πάντως, δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Και ίσως, σε κάποια πράγματα, να έχω γίνει και πιο ακραίος απ’ ό,τι ήμουν τότε. Όχι απαραίτητα πιο σίγουρος. Αλλά υπάρχουν πράγματα που όσο περνούν τα χρόνια, αντί να μαλακώνω απέναντί τους, γίνομαι πιο απόλυτος.
Ίσως γιατί στα 30 μου πίστευα ότι με τον χρόνο θα έρχονταν όλες οι απαντήσεις. Τώρα μάλλον έχω καταλάβει ότι έρχονται περισσότερες ερωτήσεις. Και κάπου ανάμεσα σε αυτές, αλλάζουν και οι θέσεις σου, μετακινείσαι, ξανασκέφτεσαι πράγματα.
Υπάρχουν όμως και κάποια που μένουν. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, δεν μένουν ακριβώς ίδια· αλλάζουν μαζί σου και γίνονται ίσως πιο καθαρά. Οπότε ναι, σίγουρα δεν είμαι ο ίδιος με τον εαυτό μου στα 30. Ευτυχώς, θα έλεγα. Θα ήταν λίγο ανησυχητικό να έχουν περάσει τόσα χρόνια και να συμφωνούμε ακόμα σε όλα.
Αλλά δεν τον έχω πετάξει κιόλας τον τριαντάχρονο. Τον κρατάω κάπου κοντά. Τον ακούω. Μερικές φορές έχει δίκιο. Και αυτό, δυστυχώς, δεν του το λέω συχνά.
Ποια ήταν η πιο ενδιαφέρουσα σκέψη που έκανες αυτό το καλοκαίρι;
Νομίζω ότι σκέφτηκα πως έχουμε μπερδέψει λίγο το να ζούμε με το να αποδεικνύουμε ότι ζούμε. Δεν το λέω μόνο για τα κοινωνικά δίκτυα. Γενικά.
Πρέπει συνέχεια να ξέρουμε τι κάναμε, τι πετύχαμε, τι μας έμαθε μια εμπειρία, ποιο είναι το επόμενο βήμα. Ακόμα και αν ξεκουραστείς, πρέπει κάπως να το αξιοποιήσεις. Να γυρίσεις καλύτερος άνθρωπος από τις διακοπές σου.
Και σκέφτηκα πόσο ωραίο θα ήταν να μην χρειάζεται κάθε φορά να βγαίνει κάποιο συμπέρασμα.
Να περάσεις καλά και τέλος. Να κάτσεις λίγο στον ήλιο. Να κολυμπήσεις. Να δεις ανθρώπους που αγαπάς. Να χαζέψεις. Και να μη χρειαστεί, όταν γυρίσεις, να εξηγήσεις τι ακριβώς σου έμαθε όλο αυτό. Μπορεί, τελικά, η πιο ενδιαφέρουσα σκέψη που έκανα αυτό το καλοκαίρι να ήταν ότι δεν χρειάζεται κάθε σκέψη να είναι ενδιαφέρουσα.
Αυτό με ξεκούρασε αρκετά. Α! Έμαθα να σκέφτομαι λίγο καλύτερα σε πιο μαγαζί να φάω, γιατί έπαθα δηλητηρίαση.
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026
Καλεσμένοι οι Χρύσα Κατσαρίνη, Ήρα Κατσούδα,
Αριστοτέλης Ρήγας και Πάρις Ρούπος
Ώρα έναρξης: 21.00
Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων
Πειραιώς 100 & Βουτάδων, Γκάζι, Αθήνα
Προπώληση εισιτηρίων: more.com