Τράπεζες: Τι περιμένουν από τη ΔΕΘ – Περισσότερα δάνεια, αλλά και ο φόβος για νέες επιβαρύνσεις
Διαβάζεται σε 4'
Οι φοροελαφρύνσεις μπορούν να ανοίξουν την πόρτα των τραπεζών σε περισσότερα νοικοκυριά – Τι αλλάζει σε στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια και γιατί οι τραπεζίτες κοιτούν ήδη προς τις εκλογές.
- 04 Σεπτεμβρίου 2026 06:40
Με το βλέμμα στραμμένο στις αυριανές εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης βρίσκονται οι διοικήσεις των τραπεζών, καθώς το πακέτο μέτρων μπορεί να επηρεάσει άμεσα τόσο τη ζήτηση για νέα δάνεια όσο και την κερδοφορία του κλάδου.
Οι τράπεζες βλέπουν θετικά κάθε μόνιμη παρέμβαση που αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Φοροελαφρύνσεις, αυξήσεις στις καθαρές αποδοχές και μέτρα στήριξης των οικογενειών μπορούν να δημιουργήσουν μεγαλύτερη οικονομική άνεση και, κυρίως, να επιτρέψουν σε περισσότερα νοικοκυριά να περάσουν τα τραπεζικά κριτήρια για τη χορήγηση δανείου.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι τραπεζίτες περιμένουν να δουν εάν το κυβερνητικό πακέτο θα συνοδευτεί από κάποια νέα «εθελοντική» συνεισφορά του κλάδου σε κοινωνικές ή αναπτυξιακές δράσεις.
Πώς οι φοροελαφρύνσεις μπορούν να φέρουν περισσότερα δάνεια
Σύμφωνα με τις έως τώρα κυβερνητικές τοποθετήσεις, στο επίκεντρο των μέτρων βρίσκονται μεταξύ άλλων η μεσαία τάξη, οι οικογένειες με παιδιά, οι νέοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες.
Για τις τράπεζες, το κλειδί βρίσκεται στη μονιμότητα των παρεμβάσεων. Μια εφάπαξ οικονομική ενίσχυση μπορεί να αυξήσει προσωρινά την κατανάλωση, αλλά μια μόνιμη μείωση φόρων ή μία σταθερή αύξηση του καθαρού εισοδήματος αλλάζει ουσιαστικά την οικονομική εικόνα του νοικοκυριού.
«Υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια μπορούν να ενισχύσουν την καταναλωτική εμπιστοσύνη και να οδηγήσουν περισσότερα νοικοκυριά σε αποφάσεις για αγορά κατοικίας, αυτοκινήτου ή άλλων αγαθών που απαιτούν τραπεζική χρηματοδότηση», αναφέρει υψηλόβαθμη τραπεζική πηγή.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα στεγαστικά δάνεια. Οι τράπεζες εξετάζουν πόσο από το διαθέσιμο εισόδημα ενός πελάτη μπορεί να κατευθύνεται κάθε μήνα στην αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων.
Με βάση τα μακροπροληπτικά όρια που ισχύουν, το ποσοστό αυτό δεν μπορεί κατά κανόνα να ξεπερνά το 50% για όσους αγοράζουν για πρώτη φορά κατοικία και το 40% για τους υπόλοιπους δανειολήπτες. Με απλά λόγια, όσο υψηλότερο είναι το καθαρό εισόδημα ενός νοικοκυριού τόσο μεγαλύτερη μηνιαία δόση μπορεί να θεωρηθεί ότι αντέχει και, επομένως, τόσο μεγαλύτερο μπορεί να είναι το δάνειο που θα εγκριθεί.
Στην εξίσωση και οι εκλογές
Πέρα όμως από τη ΔΕΘ, οι τραπεζικές διοικήσεις αρχίζουν να κοιτούν και την επόμενη ημέρα, καθώς η χώρα εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική περίοδο. Το βασικό ζήτημα για τον κλάδο είναι η πολιτική σταθερότητα. Τραπεζικές πηγές επισημαίνουν ότι το δυσμενές σενάριο θα ήταν μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές να μην προκύψει γρήγορα λειτουργική κυβέρνηση και να υπάρξει παρατεταμένη περίοδος αβεβαιότητας.
Σε μια τέτοια περίπτωση, ο πρώτος κίνδυνος αφορά το κόστος χρήματος. Εάν αυξηθεί το ρίσκο της χώρας, μπορεί να αυξηθεί και το κόστος με το οποίο οι ίδιες οι τράπεζες δανείζονται από τις αγορές.
Ο δεύτερος κίνδυνος αφορά τα νέα δάνεια. Σε περιόδους αβεβαιότητας, οι επιχειρήσεις συνήθως γίνονται πιο επιφυλακτικές απέναντι σε νέες επενδύσεις, ενώ τα νοικοκυριά μπορεί να αναβάλουν μεγάλες αγορές, όπως η απόκτηση κατοικίας ή αυτοκινήτου.
Την ίδια στιγμή, πιο προσεκτικές γίνονται και οι ίδιες οι τράπεζες κατά την αξιολόγηση νέων αιτημάτων χρηματοδότησης.
Αντίθετα, ένα εκλογικό αποτέλεσμα που θα εξασφαλίσει γρήγορα κυβερνητική σταθερότητα εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει θετικά για τον τραπεζικό κλάδο. Η διατήρηση της εμπιστοσύνης μπορεί να συγκρατήσει το κόστος χρηματοδότησης, να ενισχύσει τις επενδύσεις και να στηρίξει την πιστωτική επέκταση.
Ο φόβος για έκτακτο φόρο και οι «εθελοντικές» συνεισφορές
Η κυβέρνηση έχει αποκλείσει την έκτακτη φορολόγηση των τραπεζικών κερδών. Ωστόσο, τραπεζικά στελέχη παραδέχονται ότι όσο πλησιάζουν οι εκλογές θα παρακολουθούν στενά εάν η πολιτική πίεση μπορεί να επαναφέρει το ζήτημα στη δημόσια συζήτηση.
Όπως σημειώνει πηγή συστημικού ομίλου, η μεγαλύτερη ανησυχία δεν αφορά μόνο το ποσό που θα μπορούσαν να κληθούν να πληρώσουν οι τράπεζες, αλλά κυρίως το εάν θα επηρεαστεί η προβλεψιμότητα του οικονομικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, υπάρχει το ζήτημα των «εθελοντικών» συνεισφορών. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν ήδη αναλάβει πολυετή δέσμευση συνολικού ύψους 160 εκατ. ευρώ για την ανακαίνιση κτηριακών υποδομών και εγκαταστάσεων στο ΕΚΠΑ, στο ΑΠΘ και στο ΕΜΠ.
Για τις τράπεζες, μια νέα συνεισφορά μερικών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ δεν αποτελεί, με τα σημερινά επίπεδα κερδοφορίας και κεφαλαιακής επάρκειας, μη διαχειρίσιμο κόστος. Το ερώτημα είναι εάν τέτοιες παρεμβάσεις αρχίσουν να αποκτούν μόνιμο και επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα.
Σε αυτή την περίπτωση, το κόστος τους θα πάψει να αντιμετωπίζεται ως έκτακτη επιβάρυνση και θα πρέπει να μπαίνει πλέον στους υπολογισμούς των αναλυτών για τα μελλοντικά κέρδη των τραπεζών, τα μερίσματα προς τους μετόχους και τις επαναγορές ιδίων μετοχών.