ΣΤΟ “WILD HORSE NINE” ΕΙΔΑΜΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΟ ΟΣΚΑΡ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΜΑΛΚΟΒΙΤΣ
Μετά τα “Πνεύματα του Ινισέριν”, ο Μάρτιν ΜακΝτόνα τα βάζει με τον επεμβατισμό της CIA, στην ταινία που ξεσήκωσε τον κόσμο στη Βενετία και μοιάζει ήδη μεγάλο χαρτί για τα Όσκαρ.
Για ένα φεστιβάλ Βενετίας που ήρθαμε να το δούμε με χαμηλά τις προσδοκίες, δεν έχει ξεκινήσει καθόλου άσχημα: Το απολαυστικό Ink του Ντάνι Μπόιλ ήταν μια τέλεια ταινία έναρξης, ενώ το Bucking Fastard του Βέρνερ Χέρτζογκ ήταν μια ταινία όμοια της οποίας κυριολεκτικά δεν έχει υπάρξει (θα τα πούμε πιο αναλυτικά για αυτό σε επόμενο κείμενο).
Τώρα, το Wild Horse Nine του Μάρτιν ΜακΝτόνα αποτελεί το πρώτο crossover χιτάκι του φεστιβάλ: Μια ταινία που (θα) αρέσει, θα πάρει βραβεία, θα φέρει κόσμο στα σινεμά για να τη δει, θα φτάσει στα Όσκαρ, θα συζητηθεί. Δεν είναι έκπληξη αυτό που κάνει ο ΜανΝτόνα (ξανά), αλλά το έχει τελειοποιήσει, πια – κι επίσης, η ταινία έχει μέσα της θυμό. Το λέω σαν κοπλιμέντο. Πώς μπορεί κανείς να μην νιώθει θυμό;
ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΠΑΣΧΑ
Στο Wild Horse Nine, η συνήθης αφηγηματική δομή των ταινιών του ΜακΝτόνα μετατοπίζεται στο πιο ιδιόμορφο μέχρι τώρα σκηνικό τους. Έχουμε και πάλι τη γνώριμη αυτή σύνθεση, μιας δυνατής φιλίας ανάμεσα σε δύο άντρες που αναζητούν την ηθική τους πυξίδα, μια φιλία που άλλοτε μπορεί να γίνεται καχυποψία, άλλοτε βιτριόλι.
Στη θέση των Μπρένταν Γκλίσον και Κόλιν Φάρελ από την Αποστολή στη Μπριζ και τα Πνεύματα του Ινισέριν, εδώ έχουμε τον Σαμ Ρόκγουελ (βραβευμένο με Όσκαρ για τις Τρεις Πινακίδες, επίσης του ΜακΝτόνα) και τον Τζον Μάλκοβιτς. Στη θέση της Μπριζ ή της άγριας ιρλανδικής εξοχής, εδώ έχουμε το Ραπανούι – το Νησί του Πάσχα κοινώς.
Οι Ρόκγουελ και Μάλκοβιτς παίζουν δύο πράκτορες της CIA, και μάλιστα όχι τίποτα τυχαίους. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας ο Μάλκοβιτς προσπαθεί να θυμηθεί τις καθοριστικές στιγμές της καριέρας του και καταλήγει να βγάζει μια λίστα με μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αμερικανικού παρεμβατισμού στη δημοκρατία και στη σταθερότητα άλλων χωρών – αλλά και ένα κάποιο πολύ διάσημο περιστατικό εσωτερικής παρέμβασης της CIA, στο Ντάλας, το 1963.
Γύρω από αυτό το τελευταίο στήνεται και ένα μέρος της πλοκής που διατρέχει την ταινία, καθώς οι ανώτεροι του Μάλκοβιτς στη CIA ανησυχούν πως κάποια μυστικά της εκτέλεσης του Κένεντι μπορεί να διαρρεύσουν από τον γερασμένο πια πράκτορα. Έχει ξεφορτωθεί ένα μάτσο ηγέτες στην Αφρική και Λατινική Αμερική, «αλλά αν σκοτώσεις έναν λευκό τότε ξαφνικά όλοι τρελαίνονται», μονολογεί κάποια στιγμή ο Κρις του Μάλκοβιτς καθώς αναλογίζεται τη ζωή του και τα συντρίμμια που αφήνει πίσω.
Ο Κρις μαζί με τον Λι (Ρόκγουελ) βρίσκονται στη Νήσο του Πάσχα στη διάρκεια ενός «διαλείμματος» από την εν εξελίξει επιχείρηση της CIA στη Χιλή, με στόχο φυσικά την επικείμενη ανατροπή του Αλιέντε και εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1973. Εκεί, συναντούν και δύο επαναστατικές φοιτήτριες, την Μόνικα (η φοβερή Μαριάνα Ντι Γκιρολάμο του Έμα του Πάμπλο Λαραϊν) και την Αλίσια (Αϊλίν Σάλας), στις οποίες ο Κρις εμφανίζει την τάση να ομολογεί πολύ περισσότερα από αυτά που θα έπρεπε, για τις πράξεις της CIA.
Κι ενώ οι ανώτεροι στη CIA (με έναν κεφάτο Στιβ Μπουσέμι, απολαυστικό ακόμα και δια τηλεφώνου) ανησυχούν για τα αναδυόμενα υπαρξιακά του Κρις και το τι μπορεί να σημαίνουν για τα ένοχα μυστικά της CIA, ο ίδιος ο Κρις βρίσκει την ευκαιρία να περάσει αυτές τις μέρες περιφερόμενος σε αυτό το ιδιόμορφο, φύσει μελαγχολικό τοπίο σκεπτόμενος – τον Παράδεισο, την Κόλαση, και τον κόσμο που σχημάτισε (ένα μοτίβο που τελικά απασχολεί πολύ κόσμο τελευταία).
Ο ΜακΝτόνα είναι περισσότερο κειμενογράφος από ό,τι σκηνοθέτης, οπότε σε επίπεδο σύνθεσης και εικόνας η ταινία δεν διαθέτει κάτι το ιδιαίτερο, όμως πολλές φορές ο χώρος μπορεί να κάνει τη μισή δουλειά. Στο Ραπανούι ο Κρις κι ο Λι μοιάζουν μικροί, απειροελάχιστοι. Άνθρωποι περιφερόμενοι μέσα στο αχανές της υπαρξιακής τους συνειδητοποίησης. Τεράστια, πέτρινα κεφάλια, μονόλιθοι της ύπαρξης αμετακίνητοι και ασυγκίνητοι από το πέρασμα του χρόνου, δίπλα στους οποίους δύο άνθρωποι (ακόμα και δύο τόσο φρικτοί άνθρωποι, με επίδραση ανυπολόγιστης ζημιάς στον κόσμο γύρω μας) μοιάζουν έντομα, μοιάζουν απλώς περαστικοί.
Είναι μόνο μπροστά στο φάσμα του θανάτου που ερχόμαστε στα αλήθεια αντιμέτωποι με το τι αφήνουμε πίσω; Με το σχήμα που θα αφήσει πίσω η απουσία μας; Για τον Κρις αυτή είναι ξεκάθαρα η αλήθεια, καθώς περνά το χρόνο του ερχόμενος σε επαφή με ανθρώπους με τους οποίους δε μοιράζεται απολύτως τίποτα στη ζωή, πηγαίνοντας σε συναυλίες ντόπιων καλλιτεχνών, αγγίζοντας (κυριολεκτικά) το γρασίδι.
Και προσπαθώντας να θυμηθεί: Γράφει σε κασετοφωνάκια αναμνήσεις από τη ζωή του πριν ξεχάσει τα πάντα, και ξεκινά, όπως είναι φυσικό, από τους δεινόσαυρους. «Τι σκατά κάνουν οι δεινόσαυροι σε ένα memoir;;» αναρωτιέται ο Μπουσέμι φωνάζοντας δια τηλεφώνου στον Ρόκγουελ, όταν για μια ακόμα φορά του υπογραμμίζει πως πρέπει να συμμαζέψει τον παρτενέρ του.
Όμως ο Κρις δεν ενεργεί απαραιτήτως με άξονα την αλήθεια ή την όποια αποκάλυψή της. Είναι καθαρά εσωτερική η διαδικασία που περνά. Καθόλη τη διάρκεια των ρεμβασμών του, προσπαθεί να βάλει ακριβή λόγια σε αυτό που σταδιακά πια καταλαβαίνει για τη θέση του στον κόσμο και στον (λέμε τώρα) Παράδεισο. «Αν ένας Ναζί έπεφτε μπροστά σε χειροβομβίδα για να προστατέψει τη γυναίκα του, θα πήγαινε στον Παράδεισο;», αναρωτιέται – κι αν αυτό δεν είναι συγκαλυμμένη απόγνωση, τότε τι είναι;
Μέσα από αυτή τη σταδιακή διαδρομή αναγνώρισης και αποδοχής, αλλά και κυριολεκτικής διαδρομής σε τοπία από τις πεδιάδες του Ραπανούι μέχρι μια σκληρή παρεμβολή από ένα βαθύτατα αμερικάνικο σκηνικό που παραπέμπει στην αμερικάνικη παράδοση του Τζον Γουέιν (μια ζωή οι παρεμβατικοί καουμπόηδες της υπόθεσης) το φιλμ επιχειρεί μια δύσκολη, ίσως και επικίνδυνη ισορροπία: Πώς να ζητήσεις από ένα κοινό να ακολουθήσει το πικρό χιούμορ ενός αρνητικού χαρακτήρα, χωρίς να επιχειρεί ποτέ το φιλμ να τον εξιλεώσει ή να τον κάνει συμπαθή.
Πράγματι ο Κρις δεν διανοείται καν να ζητήση συγχώρεση ή συμπάθεια. Όταν κατανοεί τη θέση του στον κόσμο, λογικά κατανοεί ταυτόχρονα πως δεν υπάρχει εξιλέωση για αυτόν. Ταυτόχρονα, η γραφή του ΜακΝτόνα (και κάποιες πράξεις του προς το τέλος) το κάνουν αδύνατον να μην αφεθείς ως θεατής μαζί του – όχι για να δώσεις άφεση αμαρτιών φυσικά, αλλά έστω ως συνοδοιπόρος. Κατανοητό ως πρόθεση, αμφιλεγόμενο ως κατάληξη. Γιατί να ακολουθήσουμε τη διαδρομή ενός χαρακτήρα-ενσάρκωση της αμερικανικής επεμβατικότητας, σπάζοντας πλακίτσα στην παρέα του; Είναι σαν αποστολή που έβαλε στον εαυτό του ο ΜακΝτόνα: Πώς ακόμα και μέσα από τη γραφή του, να αντισταθεί στο να κάνει ηρωικό/συμπαθή αυτόν τον χαρακτήρα. (Δεν πετυχαίνει, όσο κι αν το προσπαθεί.)
Σε άλλες φάσεις του πάντως, μαζί με τον Λι, ο Κρις συζητά για το κατά πόσο ο Παράδεισος θα έχει δεινοσαύρους ή ζωύφια ή πάσης φύσεως άλλες υπάρξεις. Κάποια στιγμή μιλά για τον καρκίνο που κατατρώει ένα σώμα, προκαλώντας νομοτελειακά την ίδια του τελικά την καταστροφή: Αν το σώμα πεθάνει, δεν θα πεθάνει μαζί του κι ο καρκίνος; «Καημένε καρκίνε!», μονολογεί.
Η ΤΑΙΝΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΤΖΟΝ ΜΑΛΚΟΒΙΤΣ
Όπως πάντα, ο ΜακΝτόνα έχει εντυπωσιακό έλεγχο ενός αιχμηρού μαύρου χιούμορ που δεν είναι ποτέ προβλέψιμο ή μονοδιάστατο ή επαναλαμβανόμενο. Η μεγαλύτερη απόλαυση της ταινίας είναι όταν, βασικά, δεν συμβαίνει τίποτα, κι απλώς ο Κρις με τον Λι κάθονται, γεμίζοντας κενούς χρόνους με κάποιο νέο τους παραληρηματικό διάλογο, γεμάτο παρενθέσεις, συνεπαγωγές, και παράλογα ντόμινο σκέψεων.
Η γραφή του ΜακΝτόνα δεν έχει υπάρξει πιο εστιασμένη. Είναι σαν τίποτα να μην περισσεύει, σε απόλυτη ισορροπία με τη βαρύτητα των θεμάτων του. Αρπάζει συχνά την ευκαιρία να σπάσει (εστέτ ή/και φιλοσοφημένη) πλάκα με τα σκηνικά του, με τις ανθρώπινες συνήθειες, ακόμα και με τον τρόπο που οι δύο πράκτορες βλέπουν τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά δίχως αυτό το βιτριολικό πνεύμα να γίνεται ποτέ «πλάκα».
Αυτά όλα δίνουν μια γεύση για το πώς ο ΜακΝτόνα αντιμετωπίζει τελικά τους αντι-ήρωές του. Ο εξανθρωπισμός τους γίνεται στο πλαίσιο μιας φιλοσοφικής προσέγγισης και μιας δραματουργίας, ενός στοχασμού πάνω στην ηθική και την ύπαρξη, αλλά ποτέ ως συγχωροχάρτι. Δεν είναι Οι Ζωές των Άλλων αυτό το φιλμ, και διατηρεί μέχρι τέλος έναν φοβερό θυμό για τον κόσμο που έχουν σχηματίσει οι «ήρωές» του.
Στη συνέντευξη τύπου ο ΜακΝτόνα είπε πως θυμάται να είναι παιδί και να βλέπει στην τηλεόραση για τον Λουμούμπα, τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο ηγέτη της Δημοκρατίας του Κονγκό, που ανατράπηκε και εκτελέστηκε ύστερα από εμπλοκή της CIA και του Βελγίου. Τι έχει αλλάξει σήμερα; «Όταν το κάνουν δεν τους ενδιαφέρει καν να το κρύβουν», εξηγεί, καθώς είναι αδύνατο να μη σκεφτεί κανείς την πρόσφατη εμπλοκή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα βλέποντας την ταινία.
Ο θυμός αυτός του φιλμ ηλεκτρίζει ειδικότερα τις σκηνές που ο Μάλκοβιτς μοιράζεται με τις φοιτήτριες από τη Χιλή, των οποίων τη χώρα ο χαρακτήρας του πρόκειται σύντομα να καταστρέψει ολοκληρωτικά. Μέσα από τις συνομιλίες τους περνά η πολιτική ραχοκοκαλιά του φιλμ, από τον παραιτημένο κυνισμό στο ύφος του Μάλκοβιτς όταν τους μιλά, μέχρι την ορμητικότητα που μένει στον απόηχο της συνύπαρξής τους.
(Υπάρχει μια σκηνή «παράθυρο στο μέλλον», μέσα από τα σχέδια και τις πράξεις του αμερικάνικου παρεμβατισμού, που θες να ξεριζώσεις τις καρέκλες από θυμό. Ένα ζευγάρι ματιών που σε κοιτάζει από την οθόνη, είναι κενό, σχεδόν ανέκφραστο. Ένα άλλο είναι στα όρια των δακρύων. Δεν είναι αυτό ακριβής αναπαράσταση του κόσμου σήμερα;)
Εδώ είναι αξιοσημείωτες κι οι δύο καλύτερες ερμηνείες της ταινίας, κάθε μια φυσικά στο εύρος που της αναλογεί. Η Μαριάνα ντι Γκιρολάμο (του Έμα) φέρνει συναισθηματική ένταση δίχως κορώνες, και μια πικραμένη αποφασιστικότητα σε έναν περιφερειακό ρόλο έντονης συμβολικής και πολιτικής βαρύτητας. Ελπίζω η ταινία αυτή να της δώσει επιτέλους ώθηση για μεγάλα, διεθνούς εμβέλειας πρότζεκτ που ήδη από την ταινία του Λαραϊν περίμενα πως θα προσγειωθούν μπροστά της.
Όμως η ταινία ανήκει στον Μάλκοβιτς, απλά και καθαρά. Ο ΜακΝτόνα έχει ακονίσει τα skills του, αλλά ίσως να πήγαιναν χαμένα αν το κείμενό του δεν είχε για αγωγό έναν περφόρμερ μοναδικό όσο ο Μάλκοβιτς. Μια από εκείνες τις σπάνιες παρουσίες που δεν έχουν όμοιο, και του οποίου η ένταση συχνά υποτιμάται. Ο Μάλκοβιτς έχει έναν δικό του τόνο στον οποίο εκπέμπει, μια δική του μοναδική ταχύτητα και εμβέλεια.
Μιλάει αργά, τονίζοντας όχι μόνο την κάθε συλλαβή, αλλά ακόμα περισσότερο τα κενά ανάμεσα στις συλλαβές. Είναι καθηλωτικός όταν μελαγχολικά και σιωπηλά κινείται (ή δεν κινείται καν) στο τοπίο, και είναι σαρωτικός όταν συνδυάζει καυστικό χιούμορ με πικρό στοχασμό μέσα από τους διαλόγους του με τον Ρόκγουελ και την ντι Γκιρολάμο. Σηκώνει την ταινία, τις ιδέες της, τον στοχασμό της, πάνω στους ώμους του, μια συλλαβή τη φορά – και το κάνει να μοιάζει σαν, απλώς, να ζει μια ακόμα μέρα του.
Ο Μάλκοβιτς είναι μάλιστα μια από εκείνες τις κινηματογραφικές φιγούρες που οι πάντες γνωρίζουν και αορίστως θαυμάζουν, ακόμα κι αν δεν μπορείς να τοποθετήσεις ακριβώς κάποιον συγκεκριμένο λόγο – υπάρχει μια σκηνή στο σπουδαίο Στο Μυαλό Του Τζον Μάλκοβιτς που αγγίζει αυτή ακριβώς την ιδέα. Αυτού του είδους οι ηθοποιοί απέχουν συχνά έναν λίγο αβανταδόρικο ρόλο από το να λάβουν ένα σαρωτικό κύμα αναγνώρισης που τους αξίζει.
Το στοίχημα λοιπόν είναι: Είναι αυτή η στιγμή του;
Έχοντας δει τον τρόπο με τον οποίο παίρνει την ταινία πάνω του, ζωντανεύοντας ένα κείμενο έτσι κι αλλιώς αιχμηρό, ισορροπώντας πικρία, στοχαστικότητα, δραματικούς μονολόγους, και βροντερά αστείο διάλογο, θα πω πως ναι. Δηλαδή τι άλλο μπορεί να περιμένει το industry αν όχι αυτό;
Το Wild Horse Nine θα παίξει γενικώς εξαιρετικά με το κοινό, αν κρίνουμε από το πόσο διασκέδαζαν οι θεατές στη δημοσιογραφική και την επίσημη προβολή εδώ στη Βενετία. Οι ταινίες του ΜακΝτόνα έχουν έτσι κι αλλιώς καλή προϊστορία στα Όσκαρ και δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να αλλάξει τώρα.
Η ταινία Wild Horse Nine θα κυκλοφορήσει 5 Νοεμβρίου από την Feelgood Entertainment. Το 83ο φεστιβάλ Βενετίας διεξάγεται 2 ως 12 Σεπτεμβρίου.