Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να επιβραδύνει τη γήρανση

Διαβάζεται σε 6'
To γήρας και οι ασθένειες δεν θα είναι ζωτικής σημασίας προβλήματα σε μια δεκαετία, σύμφωνα με έναν ειδικό.
To γήρας και οι ασθένειες δεν θα είναι ζωτικής σημασίας προβλήματα σε μια δεκαετία, σύμφωνα με έναν ειδικό. iStock

Η επιστήμη αποκωδικοποιεί τη βιολογική γήρανση, αποκαλύπτοντας ποιοι παράγοντες επηρεάζουν πραγματικά τη μακροζωία και ποιοι ισχυρισμοί παραμένουν ανεπιβεβαίωτοι.

Ο χρόνος είναι αμείλικτος, ωστόσο η διατήρηση της ευεξίας και της καλής υγείας σε βάθος χρόνου αποτελεί διαχρονικό στόχο.

Στο πεδίο αυτό, η βιολογική ηλικία, δηλαδή η πραγματική φυσιολογική κατάσταση του οργανισμού και όχι ο αριθμός των ετών από τη γέννησή μας, συνιστά τον πλέον αξιόπιστο δείκτη για την ποιότητα της γήρανσης.

Η μέτρηση αυτής της βιολογικής φθοράς επιτυγχάνεται πλέον μέσω ειδικών βιοδεικτών στο αίμα, γνωστόν ως «επιγενετικών ρολογιών», οι οποίοι καταγράφουν τις μεταβολές στις ομάδες μεθυλίου που προσκολλώνται στο DNA κατά τη διάρκεια της ζωής.

Mια νέα εκτενής επιστημονική μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine, φέρνει στο φως σημαντικά στοιχεία.

Ερευνώντας αυτούς τους δείκτες, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες, αλλαγές στον τρόπο ζωής, αλλά και φαρμακευτικές αγωγές δύνανται να τροποποιήσουν τα μοτίβα μεθυλίωσης, υποδεικνύοντας τον ρυθμό με τον οποίο γηράσκει ο οργανισμός.

Ειδικότερα, η έρευνα έδειξε ότι η υιοθέτηση της Μεσογειακής διατροφής, η συστηματική σωματική άσκηση, ορισμένα σκευάσματα για τον διαβήτη και τη διαχείριση του σωματικού βάρους, καθώς και ορισμένα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, σχετίζονται με την επιβράδυνση της γηραντικής διαδικασίας.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα στο Medical News Today, η Σεμπνέμ Ουνλουϊσλέρ, Chief Longevity Officer και γενετική μηχανικός στο London Regenerative Institute (η οποία δεν συμμετείχε στην έρευνα), υπογράμμισε τη σημασία της μελέτης:

«Η ουσιαστική συμβολή αυτής της εργασίας έγκειται στην ευρεία κλίμακά της και τη συστηματοποιημένη μεθοδολογία της. Οι ερευνητές συνέθεσαν δεδομένα από 51 διαχρονικές μελέτες, εφαρμόζοντας μια κοινή συστοιχία 16 επιγενετικών ρολογιών και 94 επιπλέον βιοδεικτών μεθυλίωσης. Η προσέγγιση αυτή επέτρεψε τη συστηματική σύγκριση της ανταπόκρισης διαφορετικών βιοδεικτών σε ποικίλες παρεμβάσεις. Παράλληλα, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι νεότεροι βιοδείκτες, οι οποίοι έχουν αναπτυχθεί για την πρόβλεψη του κινδύνου θνησιμότητας ή του ρυθμού γήρανσης (όπως οι DunedinPACE και PCGrimAge) παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία σε σύγκριση με τα παραδοσιακά επιγενετικά ρολόγια που εστιάζουν κυρίως στη χρονολογική ηλικία».

Από την πλευρά του, ο επικεφαλής της μελέτης Ράγκαβ Σεγκάλ, PhD, ερευνητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Yale, επεσήμανε ότι, παρά το ενδιαφέρον των ευρημάτων, δεν υφίσταται ακόμη τελεσίδικη απόδειξη για την επιβράδυνση της γήρανσης:

«Οι βιοδείκτες προσφέρουν το πλεονέκτημα της αποτύπωσης των βιολογικών μεταβολών σε διάστημα μηνών ή ετών, γλιτώνοντάς μας από την αναμονή δεκαετιών για την καταγραφή κλινικών εκβάσεων, όπως η εκδήλωση νόσου ή ο θάνατος. Ωστόσο, δεν υποκαθιστούν τις μακροχρόνιες μελέτες. Οφείλουμε να αποδείξουμε στη πράξη ότι οι θετικές αλλαγές σε αυτές τις μετρήσεις μεταφράζονται πράγματι σε διατήρηση της υγείας, σε καλύτερη λειτουργικότητα και σε παράταση της ζωής».

Η επίδραση των φαρμάκων και του τρόπου ζωής

Στο πλαίσιο της έρευνας, αξιολογήθηκαν περισσότεροι από 110 βιοδείκτες μεθυλίωσης του DNA για να καταγραφεί η επίδραση διαφόρων παραγόντων, όπως η διατροφή, η άσκηση, η φαρμακευτική αγωγή και τα συμπληρώματα.

Όσον αφορά τις καθημερινές συνήθειες, δύο παρεμβάσεις αποδείχθηκαν ουσιαστικά αποτελεσματικές στη μείωση της επιγενετικής γήρανσης: η υιοθέτηση ενός ισορροπημένου διαιτολογίου (όπως η Μεσογειακή διατροφή, ή σχήματα χαμηλών υδατανθράκων και λιπαρών) και η τακτική φυσική δραστηριότητα.

Εντούτοις, η εντονότερη επίδραση καταγράφηκε στη φαρμακευτική αγωγή. Η μετφορμίνη (βασικό φάρμακο για τον διαβήτη τύπου 2), η σεμαγλουτίδη (αγωνιστής GLP-1 για τον διαβήτη και τον έλεγχο του βάρους) και οι θεραπείες anti-TNF (για την αντιμετώπιση φλεγμονωδών παθήσεων) πέτυχαν σημαντική μείωση της βιολογικής ηλικίας και στους 16 επιγενετικούς βιοδείκτες.

Όπως εξήγησε η Ουνλουϊσλέρ, ενώ οι φαρμακευτικές παρεμβάσεις σημείωσαν τα υψηλότερα μέσα ποσοστά βελτίωσης, οι αλλαγές στη διατροφή και στον τρόπο ζωής παρουσίασαν πιο σταθερή και καθολική ανταπόκριση στο σύνολο των βιοδεικτών. Στον αντίποδα, τα συμπληρώματα διατροφής εμφάνισαν πενιχρά και ασαφή αποτελέσματα.

Ο Σεγκάλ διευκρίνισε σχετικώς ότι «τα περιορισμένα ευρήματα για τα συμπληρώματα δεν συνεπάγονται ότι είναι άχρηστα, καθώς παραμένουν πολύτιμα για άτομα με διαγνωσμένες ελλείψεις ή συγκεκριμένες ιατρικές ανάγκες. Ωστόσο, για τα γενικώς υγιή άτομα, οι ισχυρισμοί περί αντιγήρανσης ξεπερνούν τα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα. Η ορθή προσέγγιση επιβάλλει να εστιάζουμε πρωτίστως στη διατροφή, την άσκηση, τον ύπνο και την προληπτική ιατρική, συμβουλευόμενοι τον θεράποντα ιατρό για τη χρησιμότητα τυχόν συμπληρωμάτων».

Παράλληλα, η Ουνλουϊσλέρ έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου ενάντια στη λήψη συνταγογραφούμενων φαρμάκων αποκλειστικά για αντιγηραντικούς σκοπούς. Όπως σημείωσε, οι θετικές μεταβολές σε ασθενείς ενδέχεται να αντικατοπτρίζουν τη βελτίωση της υποκείμενης νόσου, της φλεγμονής ή του μεταβολισμού, και όχι μια άμεση αναστροφή της ίδιας της γηραντικής διαδικασίας.

Τα όρια των βιοδεικτών και τα βήματα για υγιή γήρανση

Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν τόσο τις προοπτικές όσο και τους σημερινούς περιορισμούς των επιγενετικών δεικτών. Το επόμενο κρίσιμο βήμα για την επιστημονική κοινότητα είναι να εξακριβώσει αν οι θετικές αλλαγές στους βιοδείκτες συνεπάγονται πράγματι ουσιαστικά οφέλη, όπως η διατήρηση των σωματικών και νοητικών λειτουργιών, η πρόληψη ασθενειών και η επιμήκυνση του προσδόκιμου υγιούς ζωής.

Μέχρι να επιβεβαιωθεί αυτή η σύνδεση, τα επιγενετικά ρολόγια αποτελούν υποσχόμενα ερευνητικά εργαλεία και όχι αυτοτελείς κλινικούς δείκτες υγείας.

Όπως καταλήγει ο Σεγκάλ: «Το γεγονός ότι ένας βιοδείκτης αντιδρά σε μια παρέμβαση δεν ισοδυναμεί με απόδειξη επιβράδυνσης της γήρανσης. Η μελέτη μας εξέτασε αν τα μέσα αυτά ανιχνεύουν τη μεταβολή. Η επόμενη πρόκληση είναι να προσδιορίσουμε ποιες από αυτές τις μεταβολές είναι πραγματικά ωφέλιμες για την υγεία και τη μακροζωία».

Σήμερα, δεν υφίσταται καμία αποδεδειγμένη, μεμονωμένη μέθοδος που να αναστέλλει συνολικά τη γήρανση στον άνθρωπο. Οι πλέον τεκμηριωμένες επιλογές παραμένουν οι κλασικές: διακοπή του καπνίσματος, τακτική αερόβια άσκηση και ενδυνάμωση, ισορροπημένη Μεσογειακή διατροφή, επαρκής και ποιοτικός ύπνος, διατήρηση υγιούς βάρους, περιορισμός του αλκοόλ καθώς και η σωστή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, της χοληστερόλης και του σακχάρου.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη χρονολογική μας ηλικία, αλλά διαθέτουμε τα μέσα να επηρεάσουμε τις βιολογικές διεργασίες που καθορίζουν την ποιότητά της. Οι εδραιωμένες αυτές συνήθειες διαθέτουν ασύγκριτα ισχυρότερη επιστημονική θεμελίωση για τη διατήρηση της υγείας μας από οποιοδήποτε συμπλήρωμα ή «θαυματουργή» θεραπεία αντιγήρανσης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα