Οι Oasis θα είναι πάντα τα βρετανικά “χρόνια ΠΑΣΟΚ” (…κι ένα αντίο στον Μαζώ)
Διαβάζεται σε 10'
Το “Don’t Look Back in Anger”, το ντοκιμαντέρ που καταγράφει το reunion των αδερφών Γκάλαχερ παίζεται στις ελληνικές αίθουσες, την ώρα που όλοι θρηνούν τον τελευταίο μεγάλο λαϊκό σταρ.
- 10 Σεπτεμβρίου 2026 16:17
Τώρα πια ξέρουμε.
To reunion δεν ήταν απλά επιτυχημένο, ήταν ένας αδιανόητος (μήπως κι απρόσμενος σε τέτοια κλίμακα;) θρίαμβος. Ξεκίνησε στις 4 Ιουλίου του 2025 στο Κάρντιφ με αναμενόμενο τρακ – «για 40 λεπτά δεν ήξερα που βρισκόμουν», θυμάται ο Νόελ – και ολοκληρώθηκε σε πλήρη αποθέωση στις 23 Νοεμβρίου στο Σάο Πάολο.
41 συναυλίες σε 14 χώρες σε 5 ηπείρους, σχεδόν 2.5 εκατομμύρια θεατές να τις παρακολουθούν, πάνω από 400 εκατομμύρια δολάρια ο συνολικός τζίρος τους, πάνω από 1 δισεκατομμύριο λίρες η συνολική οικονομία της περιοδείας (αν συνυπολογιστούν έξοδα για μετακίνηση, διαμονή, φαγητό και merchandise), ενώ ο Νόελ και ο Λίαμ Γκάλαχερ βρέθηκαν με περισσότερα από 50 εκατομμύρια λίρες ο καθένας στον τραπεζικό λογαριασμο του. Feelin’ supersonic yet?
16 χρόνια πριν, στα τέλη Νοεμβρίου του 2009, στο Παρίσι, τα αδέρφια πλακώθηκαν στα παρασκήνια λίγο πριν βγουν στην σκηνή και ματαίωσαν το λάιβ. Δεν ήταν η πρώτη, αλλά θα ήταν για αρκετό καιρό η τελευταια, φορά. Έκτοτε μιλούσαν μόνο δημοσίως, για την ακρίβεια αντάλλασσαν δημόσια δηλητήριο. Αλλά, όλοι το ξέραμε -μάλλον και οι ίδιοι- εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια περίπτωση Morrissey-Marr, αυτό το reunion κάποτε θα συνέβαινε. Ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Εξάλλου, όσο μεγάλοι fans κι αν είστε, πιθανότατα θα συμφωνήσετε: αυτά τα 16 χρόνια ούτε ο Νόελ (με τους Flying Birds), ούτε κι ο Λίαμ (με τους Beady Eye) ακριβώς έσκισαν.
Σε μια παγκόσμια μουσική βιομηχανία που πια κάνει all in στο μάρκετινγκ του FOMO, το τραπέζι ήταν στρωμένο. Κι έτσι τα αδέρφια έθαψαν (με το αζημίωτο) το τσεκούρι του πολέμου, έπιασαν ο ένας το χέρι του άλλου και επανήλθαν στην σκηνη όπως τους δείχνει το χαρακτηριστικό καρέ που τόσο εύλογα συγκίνησε του ‘90 τους εκδρομείς. Τα σόσιαλ, η νοσταλγία και φυσικά τα μεγάλα τραγούδια των Oasis θα έκαναν από κει και πέρα τη δουλειά. Και η δουλειά έγινε σε εκκωφαντικό βαθμό. Τόσο εκκωφαντικό που με ένα βίντεο-αίνιγμα πριν λίγες μέρες το γκρουπ υπονόησε την περιοδεία που έρχεται το καλοκαίρι του 2007… (Μπλινκ μπλινκ, ΟΑΚΑ, ακούει κανείς;)
Το Don’t Look Back In Anger που έκανε πρεμιέρα πριν λίγες μέρες στη Βενετία άνοιξε και στις ελληνικές αίθουσες. Είναι ένα δίωρο ντοκιμαντέρ που καταγράφει και (παρ)ακολουθεί το reunion όπως εξελίσσεται και ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο. Κινηματογραφώντας με έναν εκπληκτικό, απόλυτα συναρπαστικό τρόπο τις συναυλίες – ακόμα κι αν δεν στηθήκατε πέρυσι σε κάποια διαδικτυακή ουρά για να εξασφαλίσετε εισιτήριο, ακόμα κι αν δεν το διανοηθήκατε καν, βλέποντας τις σκηνές από τα λάιβ θα πιάσετε τον εαυτό σας να εύχεται να «ήταν κι αυτός εκεί». Το φιλμ, δηλαδή, λειτουργεί επίσης κι ως ένα μεγάλου μήκους διαφημιστικό για το brand Oasis που φαίνεται ότι έχει πολλά ακόμα να δώσει. Με top συντελεστές: το σενάριο υπογράφει ο δημιουργός του Peaky Blinders, Στίβεν Νάιτ, και την σκηνοθεσία ανέλαβε το δίδυμο Γουίλ Λόβλεις και Ντίλαν Σάουθερν (…που έχουν κάνει docs για την 00s σκηνή της Νέας Υόρκης, τους LCD Soundsystem και, ναι, τους Blur).
Στο Don’t Look Back In Anger κλαίνε. Κλαίνε πολύ. Από το δράμα, την ένταση και τη συγκίνηση των συναυλιών, από τις δυσκολίες της καθημερινότητας και την απώλεια, κάποια στιγμή ακόμα και τα αδέλφια λυγίζουν μπροστά στο πένθος για ένα πολύ αγαπημένο ήρωά τους (μας). Είναι ενδιαφέρον το εύρημα να παρεμβάλλονται στην πλοκή κάποιες προσωπικές ιστορίες fans, ο ρόλος που παίζουν οι Oasis στη ζωή τους και ο τρόπος που μερικές φορές τους βοηθάνε με τα τραγούδια τους, αλλά υπάρχουν και στιγμές που μοιάζει φορσέ φλερτάροντας με το μελό. Κι εκεί έρχεται ο πάντα ετοιμοπόλεμος Λίαμ Γκάλαχερ, θυμόσοφος ετών 54 (σε λίγες μέρες), πάντα με μια διαθέσιμη ατάκα για να τα γειώσει όλα και να επαναφέρει την ισορροπία. Για τους Oasis μιλαμε άλλωστε, όχι για τους Coldplay. «Ένα γαμημένο ροκ εν ρολ γκρουπ είμαστε, δεν είμαστε εδώ για να θεραπεύσουμε τον καρκίνο», λέει σε κάποια στιγμή.
Αν κάτι υπογραμμίζει η ταινία, χωρίς να είναι κι αυτοσκοπός της, είναι η βρετανικότητα του γκρουπ. Προφανές αλλά κι ενδιαφέρον πώς αυτός ο παράγοντας γίνεται ο μοχλός που θέτει σε κίνηση τη μηχανή της νοσταλγίας, πρώτα στο Νησί και ύστερα σε όλον τον κόσμο. Για τους Βρετανούς αυτά τα δύο αδέλφια με την ιρλανδική καταγωγή δεν είναι μόνο τα πρόσωπα ενός γκρουπ που κάποτε αναβίωσε τον μπιτλικό κανόνα, έγραψε δύο ιστορικά άλμπουμ και κέρδισε τη θέση του στη μουσική ιστορία. Είναι μια διαρκής υπόμνηση αισιοδοξίας. Τα χρόνια της Cool Britannia, η αναμονή για την επάνοδο των Εργατικών μετά από την σκληρή 11ετία της Θάτσερ και την χλιαρή 7ετία του Μέιτζορ, “things can only get better” έλεγε το τραγούδι-σύνθημα του Τόνι Μπλερ. Είναι το “football is coming home” του Euro 1996, η britpop, οι Spice Girls, ο Austin Powers, μια εξωστρέφεια με την οποία οι Βρετανοί έχουν την ίδια σχέση με αυτό που εμείς λέμε «χρόνια ΠΑΣΟΚ». Ούτε εκεί πήγε πολύ καλά αυτό, αλλά το high δεν είναι που όλοι επιλέγουμε να θυμόμαστε;
Το doc το προσπαθεί να παίξει μπάλα και σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό της συγχώρεσης. Το αναλαμβάνει περισσότερο ο Νόελ που είναι ψιλοαφόρητος όταν λέει κάτι προκάτ χίπικα και ψιλοϋπέροχος όταν μιλάει τόσο γλυκά για τον αδερφό του που κάθεται δίπλα του και ολοφάνερα κλέβει την παράσταση φτύνοντας τη μία ατάκα μετά την άλλη. Στο τέλος της ημέρας, γίνεται σαφές ότι το μυστικό των Oasis που ακόμα λειτουργεί είναι αυτό που λέει ένας fan στην κάμερα. “They’re just a couple of fuckin’ wankers” // «Είναι απλά δυο παλιομαλάκες», λέει. Προσθέτοντας, «…όπως κι εμείς».
Το Don’t Look Back in Anger προβάλλεται στα σινεμά σε διανομή της Feelgood
Samples
- Ένα εξαιρετικό βιβλίο για τα χρόνια της Britpop και την άλλη, λιγότερο λαμπερή, κοινωνικοπολιτική πλευρά της είναι το The Last Party του Τζον Χάρις. Το έχουμε παρουσιάσει σε προηγούμενο Κιουρέιτορ.
- Live Forever: The Rise and Fall of Britpop, το απολυτο ντοκιμαντέρ γι’ αυτήν την σκηνή. Δε θα το βρείτε σε πλατφόρμες, όπότε YouTube και μέτρια ανάλυση…
- Κι αν σας άνοιξε η όρεξη με τους Oasis, το εξαιρετικό podcast εννέα επεισοδίων του BBC 6 θα σας προετοιμάσει ώστε να μπορείτε να τους διδάξετε.
Όλοι θρηνούν τον Γιώργο Μαζωνάκη. Ολοι.
Είναι εντυπωσιακή η πανδημία της συγκίνησης, το crossover της στενοχώριας. Το υποψιαζόμασταν, βασικά το ξέραμε, αλλά είναι άλλο πράγμα να το βλέπεις να ξεδιπλώνεται στο -αμείλικτα performative – πεδίο του διαδικτυακού πένθους
Εγώ από μικρός ήθελα να μεγαλώσω, και τώρα που είμαι μεγάλος η νεότερη γενιά με θεωρεί δικό της. Ίσως, τους αρέσει να ακούνε και ιστορίες από πιο dark εποχές, είναι ένας μύθος κι αυτός που μάλλον με κάνει πιο άμεσο και με φέρνει κοντά τους.
Οι παλιότεροι που μεγάλωσαν μαζί του και τον συνδέουν με χρόνια ανέμελα, με «χρόνια ΠΑΣΟΚ». Οι νεότεροι που τον συνάντησαν ως ένα καθιερωμένο icon, τον πιο σταρ από όλους τους σταρ που γέννησε εδώ και δεκαετίες αυτή η χώρα (ίσως και τον μόνο).
Γεννιέσαι έτσι. Εγώ δε θα το πω “σταριλίκι”, θα το πω “φως”. Εγώ είμαι πολύ οικείος, οι άλλοι κομπλάρουν μπροστά μου. Με τα χρόνια όμως το έχω δει κι ως αποστολή μου. Αν μπορώ, να φτιάχνω την ημέρα του άλλου, έτσι και με συναντήσει κάπου τυχαία.
Οι «σκυλάδες» που τον «έκαναν επιτάφιο» στις πίστες και οι «λαϊκοί» που τον αποθέωσαν με χαρτοπετσέτες στον αέρα ως έμβλημα της κουλτούρας του ελληνάδικου. Η φυλή του «δεν πάω μπουζούκια, πάω Μαζωνάκη» που τον αγκάλιασε πιο σφιχτά όταν αλλάξανε τα πλάνα του και ξεκαθάρισε αυτό που ήταν πραγματικά: ένας μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής.
Οι clubbers που κάπου, κάπως, κάποτε τον είχαν δει στα δικά τους μέρη (ή τον είχε δει κάποιος «δικός τους», το ίδιο κάνει) και τον καταχώρησαν κι αυτόν ως «δικό τους». Η σνομπαρία του indie που, στα κρυφά ή στα φανερά, τον αναγνώριζε ως ροκ σταρ και στην πορεία τον αποδέχθηκε καθώς οι μουσικοί διαχωρισμοί ξεθώριαζαν στην ψηφιακή εποχή.
Κι ακόμα οι «κάγκουρες» από τα δυτικά, τους εκπροσωπούσε κερδίζοντας εκτός έδρας με το πρώτο viral τραγούδι σε μια εποχή που δεν ξέραμε ακόμα τη λέξη. Αλλά και οι μικροαστοί, για πάντα βασανισμένοι από την ιδέα ενός οργιαστικού πάρτι στο οποίο δεν είναι καλεσμένοι – λίγα λεπτά μετά τον θάνατό του ξεκίνησαν να μιλάνε για «δαίμονες» και «πάθη», η δική τους συνεισφορά στο πένθος είναι το κουτσομπολιό.
Και υπ’ όψιν, θεωρώ ότι είμαι μάλλον συντηρητικός. Δεν το λέω για καλό, μέσα μου με τυραννά. Είμαι άνθρωπος με βαθιά πίστη και δεν έχω ακόμα ισορροπήσει το θέμα της ευχαρίστησης και της απόλαυσης με το τι είναι “καλό”, με το τι είναι ενάρετο για να το πω καλύτερα. Είναι καταστάσεις που μου δημιουργούν ενοχές, τις οποίες θέλω να διώξω γιατί είναι τα πιο άχρηστα συναισθήματα. Πάντα, λοιπόν, είμαι σε δυο βάρκες – με το ένα πόδι πατώ στο ξενύχτι και την κραιπάλη και με το άλλο στην ηρεμία και τη γαλήνη.
Κι εκείνος στη μέση, η μπίλια σε ένα φλιπεράκι μυθολογιών κι αφηγήσεων που γεννήθηκαν στα χρόνια της Μεγάλης Ελληνικής Υπερβολής. Άθικτος πάντα, στο τέλος της ημέρας. Με την αύρα του να υπερβαίνει ρόλους, κουτάκια, ακόμα και σκιές.
Είμαι μοναχικός, ναι. Όχι όμως μονόχνωτος. Έχω κάνει δουλειά για να περνάω καλά με μένα. Με σφαλιάρα ή με χάιδεμα στον εαυτό μου. Ας πούμε, δεν έχω ανακαλύψει μέσα μου αν μου λείπει ο έρωτας. Από μικρός, να ξέρεις, εγώ πίστευα ότι οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν καριέρα όχι σχέσεις.
Μάλλον δεν ήταν εύκολο.
(τα αποσπάσματα είναι από τη συνέντευξη που μου παραχώρησε για λογαριασμό του OneMan τον Απρίλιο του 2021)