ΠΟΣΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΙ ΑΣΤΙΚΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ;
Οι αστικοί θρύλοι δεν μιλούν μόνο για φαντάσματα και ανεξήγητα περιστατικά, αλλά κυρίως για τους φόβους και τη συλλογική μνήμη της Αθήνας.
Οι περισσότεροι περαστικοί στη λεωφόρο Πατησίων προσπαθούν να συμβαδίσουν με τους γρήγορους ρυθμούς της καθημερινότητας τους, χωρίς να παρατηρούν όσα βρίσκονται ψηλότερα από το βλέμμα τους. Αν, όμως, κάποιος θελήσει να ρομαντικοποιήσει λίγο τη διαδρομή του και στρίψει στην οδό Θήρας, θα δει έναν πύργο που θυμίζει μεσαιωνικό κάστρο, στριμωγμένο ανάμεσα στις πολυκατοικίες που «μεγάλωσαν» γύρω του.
Ίσως τότε αναρωτηθεί ποιος έζησε εκεί και γιατί το σπίτι έμεινε κλειστό. Ο πύργος χτίστηκε το 1914 ως εξοχική κατοικία της οικογένειας Τυπάλδου, σε μια εποχή που η περιοχή απείχε πολύ από τη σημερινή πυκνοδομημένη εικόνα της. Η τελευταία του ένοικος ζούσε εκεί με τον γιο της μέχρι το 1993, ώσπου μια ληστεία τους ανάγκασε να φύγουν οριστικά. Από τότε, στα άδεια δωμάτια εγκαταστάθηκαν φαντάσματα, ιππότες, νεράιδες και μάγισσες ή τουλάχιστον έτσι λένε οι ιστορίες.
Στην Ακαδημίας 58Α, μια βαριά σιδερένια πόρτα κρύβει κάτι εξίσου ασυνήθιστο. Πίσω της σώζονται ψηφιδωτά, ξυλόγλυπτα και περίτεχνες οροφές από την εποχή που αποτελούσε δίοδο προς το Μέγαρο Τσίλλερ και φιλοξενούσε μέρος της συλλογής Λοβέρδου.
Από τη δεκαετία του 1980, φήμες μιλούσαν για ένα κρυμμένο παρεκκλήσι και μυστικές ομάδες που συγκεντρώνονταν εκεί. Οι αίθουσες του παλιού μουσείου μετατράπηκαν στη φαντασία των Αθηναίων σε χώρους μυστικιστικών τελετών, ενώ οι σφραγισμένες δίοδοι τροφοδότησαν ιστορίες για στοές που χάνονταν κάτω από την πόλη. Τίποτα από αυτά δεν επιβεβαιώθηκε, αλλά η έλλειψη αποδείξεων ποτέ δεν εμπόδισε μια καλή ιστορία.
Εδώ και περίπου 20 χρόνια, ο Γιώργος Κούζας, αναπληρωτής καθηγητής Αστικής Λαογραφίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, συλλέγει και μελετά τους αστικούς θρύλους, έχοντας ξεκινήσει σε μια εποχή που το αντικείμενο ήταν ακόμη επιστημονικά αδιερεύνητο στην Ελλάδα. «Μπαίνοντας στο πεδίο συλλογής των προφορικών αυτών ιστοριών, γνώρισα έναν “κόσμο” πολλαπλά διαφορετικό: ιστορίες φαινομενικά παράλογες, τις οποίες όμως πιστεύει μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Και αυτό έχει την αξία του», αναφέρει.
Όπως εξηγεί ο κ. Κούζας, «τα “στοιχειωμένα” μέρη προσφέρουν έναν υλικό και γεωγραφικό χώρο, στον οποίο το άγνωστο μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή».
Σε άλλες περιπτώσεις, η προσοχή δεν εστιάζει σε κτίρια, αλλά σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Πώς μετατρέπονται, όμως, οι άνθρωποι σε θρύλους;
Οι θρύλοι της Αθήνας που έχουν ονοματεπώνυμο
Το όνομα “Δουκίσσης Πλακεντίας” ακούγεται καθημερινά μέσα στους συρμούς του μετρό. Η Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρέν ήταν μια εύπορη Γαλλοαμερικανίδα φιλελληνίδα, η οποία εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση μαζί με τη μοναχοκόρη της, Ελίζα. Αγόρασε μεγάλες εκτάσεις γης, έχτισε επιβλητικές κατοικίες και διαχειριζόταν μόνη την περιουσία της, χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την εικόνα που είχαν οι άλλοι για εκείνη.
Η ζωή της άλλαξε όταν η Ελίζα πέθανε στη Βηρυτό το 1837. Η Δούκισσα επέστρεψε στην Αθήνα με τη σορό της κόρης της, την οποία διατήρησε ταριχευμένη στην κατοικία της στην οδό Πειραιώς μέχρι την πυρκαγιά του 1847. Από τότε, το πένθος της άρχισε να αναμειγνύεται με όσα ψιθύριζε η πόλη για την απομονωμένη γυναίκα που περιπλανιόταν ντυμένη στα λευκά.
Οι αστικοί θρύλοι, λέει ο κ. Κούζας, «ξεκινούν από μια αληθή ιστορική βάση, ένα πρόσωπο υπαρκτό και μεταπλάθονται δημιουργικά». Στην ιστορία της Δούκισσας, η πραγματική απαγωγή της από τον ληστή Σπύρο Μπίμπιση αποδόθηκε αργότερα στον Νταβέλη, με αποτέλεσμα ένα περιστατικό βίας να γίνει απαγορευμένος έρωτας. Στη συνέχεια, προστέθηκε μια υπόγεια στοά που ένωνε την κατοικία της με τη σπηλιά του.
Ακόμη και η λευκοντυμένη μορφή που, σύμφωνα με τις διηγήσεις, περιπλανιόταν στην Πεντέλη δεν ήταν πάντοτε φάντασμα. Σε ορισμένες εκδοχές εμφανιζόταν ως νεράιδα. Οι αστικοί θρύλοι, άλλωστε, δεν είναι πάντοτε τρομακτικοί. Όπως επισημαίνει και ο κ. Κούζας, «ο φόβος αποτελεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό, αλλά όχι αποκλειστικό, αφηγηματικό εργαλείο».
Κάτι ανάλογο συνέβη αρκετές δεκαετίες αργότερα και με τον Κυριάκο Κουρτάλη, τελευταίο ιδιοκτήτη του πύργου της οδού Σμολένσκυ 4 στο Νέο Φάληρο. Γιος εύπορου εμπόρου υφασμάτων, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του απομονωμένος στο αρχοντικό, ενώ γύρω από τις ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες του δημιουργήθηκαν διαφορετικές εκδοχές.
Άλλοι έλεγαν πως ήθελε να γίνει τενόρος και άλλοι πως επιδίωκε κάποιο δημόσιο αξίωμα. Μετά τον θάνατο του, οι ιστορίες τον εγκλώβισαν μέσα στον πύργο, με τη φωνή του να ακούγεται να τραγουδά άριες ή να διώχνει όσους πλησίαζαν.
Πώς το τραύμα γίνεται αφήγηση
Πέρα όμως από την ανάγκη για το μυστηριώδες, υπάρχει και ένας άλλος καταλύτης για τη δημιουργία αστικών θρύλων: το συλλογικό τραύμα.
Αυτό το άρθρο θα ήταν ανολοκλήρωτο, χωρίς το Σανατόριο της Πάρνηθας, που έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο των μεταφυσικών ιστοριών της Αττικής. Όσοι ανεβαίνουν εκεί νύχτα λένε πως η ησυχία του δεν κρατάει για πολύ, καθώς από τους άδειους θαλάμους ακούγονται βήματα και κραυγές, σκιές διασχίζουν τους διαδρόμους και στο υπόγειο εκτυλίσσονται, ανάλογα με την εκδοχή, πειράματα πάνω σε ασθενείς ή σατανιστικές τελετές.
Στις νεότερες αφηγήσεις του διαδικτύου προστέθηκαν φακοί που σβήνουν, μπαταρίες που αδειάζουν απότομα και ανεξήγητες μεταβολές της θερμοκρασίας.
Για δεκαετίες, ασθενείς με φυματίωση περνούσαν εκεί μήνες μακριά από την πόλη και τις οικογένειες τους, ελπίζοντας πως ο καθαρός αέρας του βουνού θα τους σώσει. Μετά την ανακάλυψη των αντιβιοτικών, το κτίριο άλλαξε χρήσεις, λειτουργώντας ως ξενοδοχείο και σχολή τουριστικών επαγγελμάτων, μέχρι που εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1985.
Ο αφηγητής, άλλωστε, δεν χρειάζεται να έχει ανέβει ο ίδιος στο Σανατόριο, αφού μπορεί να αποδώσει την εμπειρία σε «έναν φίλο ενός φίλου» ή να πει απλώς ότι το «άκουσε από κάπου». Η διατύπωση αυτή, εξηγεί ο κ. Κούζας, «δημιουργεί την εντύπωση ότι το περιστατικό προέρχεται από έναν οικείο και αξιόπιστο συνομιλητή, ενώ παράλληλα διατηρεί μια απόσταση από τον ίδιο τον αφηγητή».
Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η Βίλα Καζούλη στην Κηφισιά. Το επιβλητικό αρχοντικό κουβαλά ένα σκοτεινό παρελθόν, καθώς κατά την Κατοχή επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και χρησιμοποιήθηκε ως φρουραρχείο και χώρος βασανιστηρίων αντιστασιακών.
Όταν τα δύο μαρμάρινα λιοντάρια της εισόδου απομακρύνθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1980, κυκλοφόρησε αμέσως η ιστορία πως είχαν κλαπεί από φαντάσματα και πως είχαν επιστρέψει χρόνια αργότερα κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες.
Τελικά, το ΙΚΑ που αγόρασε την ιστορική έπαυλη της Κηφισιάς από τους κληρονόμους, τα είχε μεταφέρει απλώς για συντήρηση.
Η γοητεία της υπόγειας Αθήνας
Ίσως κανένα κεφάλαιο της αστικής λαογραφίας να μην εξάπτει περισσότερο τη φαντασία από την ιδέα μιας δεύτερης πόλης, κρυμμένης κάτω από την άσφαλτο. Οι διηγήσεις για ένα εκτεταμένο δίκτυο υπόγειων στοών που ενώνει τη Βουλή με την Αθηναϊκή Τριλογία και την πλατεία Ομονοίας επανέρχονται διαρκώς στις συζητήσεις των Αθηναίων.
Όπως επισημαίνει ο κ. Κούζας, η επιμονή της συγκεκριμένης ιδέας δεν αποτελεί ελληνικό φαινόμενο. «Αυτή η ιδέα του υπόγειου κόσμου και των ιστοριών που τον συνοδεύουν δεν είναι ελληνική και απαντάται τόσο σε θρύλους άλλων πόλεων με ιστορικό παρελθόν πολλών αιώνων, όπως το Παρίσι, το Λονδίνο και η Ρώμη, όσο και σε σύγχρονες μεγαλουπόλεις όπως η Νέα Υόρκη», αναφέρει χαρακτηριστικά.
«Η ιδέα παραμένει τόσο ανθεκτική στη συλλογική φαντασία, επειδή η πόλη συνδυάζει ένα πολύ ορατό, σύγχρονο αστικό τοπίο με ένα παρελθόν γεμάτο ιστορίες και ίχνη που δεν είναι πάντοτε εύκολα αντιληπτά», καταλήγει ο Γιώργος Κούζας.
Οι θρύλοι επιβιώνουν όχι μόνο επειδή κάποιοι τους πιστεύουν, αλλά και επειδή επιτρέπουν στην Αθήνα να μας εκπλήσσει ξανά. Κάνουν όσα έχουμε συνηθίσει να προσπερνάμε να μοιάζουν, έστω για λίγο, ανεξερεύνητα.