ΜμΕ και εστίαση εκπέμπουν SOS: Ο ασφυκτικός κλοιός του κόστους και οι “μισές αλήθειες” της ΔΕΘ
Διαβάζεται σε 10'
Οι επιχειρηματικές προβλέψεις επιβαρύνονται έτι περαιτέρω από τη νέα γεωπολιτική κρίση στον Κόλπο. Οι τιμές της ενέργειας και των καυσίμων βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο της ανησυχίας.
- 11 Σεπτεμβρίου 2026 07:24
«Μισές αλήθειες» και ημίμετρα αντί για ουσιαστικές λύσεις καταγγέλλουν οι μικρομεσαίοι, που βλέπουν τον ασφυκτικό κλοιό γύρω από τις επιχειρήσεις τους να σφίγγει ακόμη περισσότερο.
Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ και η εξειδίκευση των μέτρων από το οικονομικό επιτελείο δεν κατάφεραν να κάμψουν την απογοήτευση των επαγγελματιών, με τη ΓΣΕΒΕΕ και την ΠΟΕΣΕ να στέλνουν σαφές μήνυμα ότι η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εκρηκτικό μείγμα φορολογικών, εργασιακών, ενεργειακών και λειτουργικών επιβαρύνσεων.
Εκτίναξη κόστους
Και το μήνυμα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια συγκυρία κατά την οποία οι επιχειρηματικές προβλέψεις επιβαρύνονται από τη νέα γεωπολιτική κρίση στον Κόλπο. Οι τιμές της ενέργειας και των καυσίμων βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο της ανησυχίας.
Ήδη, το Brent έχει ξεπεράσει τα 108 δολάρια το βαρέλι, το φυσικό αέριο στον ολλανδικό κόμβο TTF τα 82 ευρώ/MWh, ενώ η χονδρεμπορική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος έχει σκαρφαλώσει τις τελευταίες ημέρες πάνω από τα 180 ευρώ/MWh.
Για τις μικρές επιχειρήσεις, το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι ο καθημερινός λογαριασμός που μεγαλώνει, την ώρα που ο τζίρος σε πολλές περιπτώσεις πιέζεται. Κάτι που ως μήνυμα έχει σταλεί και με σειρά επαφών και στα άλλα κόμματα της Αντιπολίτευσης, με αφορμή την παρουσία τους στη ΔΕΘ, αυτές τις μέρες.
«Δεν έχουν κατανοήσει τα δεδομένα των πολύ μικρών επιχειρήσεων»
Έτσι, με αιχμή την παρουσία του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καββαθάς χαρακτηρίζει ανεπαρκή την κυβερνητική παρέμβαση, υποστηρίζοντας ότι τόσο οι εξαγγελίες όσο και η εξειδίκευση των μέτρων δείχνουν πως η κυβέρνηση δεν έχει αντιληφθεί την πραγματική κατάσταση των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων.
Όπως επισημαίνει, μπορεί να υπάρχουν θετικές παρεμβάσεις, ωστόσο η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων παραμένει εκτός ουσιαστικής ελάφρυνσης.
Και αυτό, σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ, δεν αφορά μόνο τη φορολογία. Αφορά κυρίως το κόστος λειτουργίας και δη την ενέργεια, τα καύσιμα, τις πρώτες ύλες, τα ενοίκια, το μη μισθολογικό κόστος και τις τραπεζικές χρεώσεις, που εξακολουθούν να πιέζουν τους ισολογισμούς των μικρών επιχειρήσεων, χωρίς να υπάρχει ένα συνολικό σχέδιο αντιμετώπισης του προβλήματος.
Στο ίδιο κάδρο μπαίνουν και οι παλαιές οφειλές, οι οποίες, εξαιτίας προστίμων και προσαυξήσεων, έχουν διογκωθεί και εξακολουθούν να στερούν πολύτιμη ρευστότητα από τις επιχειρήσεις.
Το τεκμαρτό παραμένει η μεγάλη πληγή
Στο φορολογικό πεδίο, η μεγαλύτερη ένσταση αφορά το τεκμαρτό φορολογητέο εισόδημα.
Η ΓΣΕΒΕΕ υποστηρίζει ότι η κατάργηση των προσαυξήσεων λόγω μισθολογικής δαπάνης ή υπέρβασης του μέσου όρου του κύκλου εργασιών αφορά δυνητικά περίπου 156.000 επιχειρήσεις σε σύνολο περίπου 755.000, ενώ ο πραγματικός αριθμός των ωφελούμενων περιορίζεται περαιτέρω λόγω των προϋποθέσεων που τίθενται.
Η τήρηση των υποχρεώσεων στο myDATA, η διασύνδεση ταμειακών μηχανών και POS, η απουσία προστίμων από φορολογικές ή εργασιακές αρχές και η υποβολή των δηλώσεων των τελευταίων πέντε ετών αποτελούν, μεταξύ άλλων, προϋποθέσεις για την αξιοποίηση της ρύθμισης.
Για τους μικρομεσαίους, όμως, το ζήτημα βρίσκεται βαθύτερα.
Το βασικό πρόβλημα, όπως λένε, είναι η ίδια η λογική του τεκμαρτού προσδιορισμού. Όπως αναφέρει η Συνομοσπονδία, η επιχειρηματική δραστηριότητα αντιμετωπίζεται σαν να παράγει ένα συγκεκριμένο επίπεδο εισοδήματος ανεξάρτητα από τις πραγματικές δαπάνες, τις επενδύσεις, τις διακυμάνσεις του τζίρου και τις συνθήκες της αγοράς.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το λειτουργικό κόστος αυξάνεται και οι πωλήσεις σε αρκετούς κλάδους συρρικνώνονται, το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: πόσο πραγματικό εισόδημα απομένει τελικά στον επαγγελματία για να φορολογηθεί;
Η εστίαση δηλώνει «αόρατη» στη ΔΕΘ
Στην πρώτη γραμμή των αντιδράσεων βρίσκεται η εστίαση. Έτσι, η ΠΟΕΣΕ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Εστιατορικών & Συναφών Επαγγελμάτων) κάνει λόγο για έναν κλάδο που, παρά το μέγεθος και τη συμβολή του στην απασχόληση και την οικονομία, δεν είδε στη ΔΕΘ καμία από τις βασικές παρεμβάσεις που είχε ζητήσει.
Τα αιτήματα είχαν τεθεί με συγκεκριμένο τρόπο. Αφορούν ζητήματα όπως την επαναφορά ενιαίου ΦΠΑ 13% στην εστίαση, με εξαίρεση τα αλκοολούχα, την κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ, την εξαίρεση των online και τηλεφωνικών παραγγελιών και του delivery από τον φόρο παρεπιδημούντων και την κατάργηση των προσαυξήσεων στις ασφαλιστικές εισφορές για εργασία σε Κυριακές, αργίες και νυχτερινές ώρες, ανεξαρτήτως μορφής σύμβασης.
Κανένα από τα βασικά αυτά αιτήματα δεν έγινε πράξη.
Αντίθετα, ο κλάδος, όπω σημειώνει η ΠΟΕΣΕ, καλείται να αντιμετωπίσει την αύξηση του εργασιακού κόστους που προκαλεί η άνοδος του κατώτατου μισθού, έχοντας ως αντιστάθμισμα τη μείωση κατά 0,5% των ασφαλιστικών εισφορών.
Για μια επιχείρηση εστίασης, ωστόσο, το ισοζύγιο δεν εξαντλείται εκεί.Πρώτες ύλες, ενέργεια, καύσιμα, ενοίκια, τραπεζικές προμήθειες, φόροι και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις συνθέτουν ένα κόστος λειτουργίας που έχει αυξηθεί σημαντικά, την ώρα που η κατανάλωση και ο τζίρος δεν ακολουθούν κατ’ ανάγκη την ίδια πορεία.
Το παράδειγμα ενός καφέ που αποκαλύπτει την πραγματική εικόνα
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που χρησιμοποιεί στις ανακοινώσεις του ο Πρωθυπουργός και που η ΠΟΕΣΕ αξιοποιεί για να καταγράψει μια σκληρή πραγματικότητα. Εστιάζει λοιπόν και η Ομοσπονδία σε μια ατομική επιχείρηση καφέ με 15 χρόνια λειτουργίας, πέντε εργαζομένους και ετήσια μισθοδοσία 105.000 ευρώ.
Με βάση την κυβερνητική εξειδίκευση, ο φόρος της συγκεκριμένης επιχείρησης μειώνεται από 4.783 σε 2.249 ευρώ, δηλαδή προκύπτει ετήσιο όφελος 2.534 ευρώ. Σε πρώτη ανάγνωση πρόκειται για φορολογική ελάφρυνση, τονόζει η ΠΟΕΣΕ.
Το ερώτημα όμως είναι αν αυτή η ελάφρυνση μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστική όταν αντιπαραβάλλεται με το πραγματικό κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης εστίασης.
Ένα καφέ αυτού του μεγέθους μπορεί να κινείται σε ετήσιο κύκλο εργασιών της τάξης των 350.000 έως 400.000 ευρώ. Εάν ο κύκλος εργασιών που σήμερα επιβαρύνεται με ΦΠΑ 24% υπαγόταν σε συντελεστή 13%, με ίδιες τελικές τιμές για τον καταναλωτή, η θεωρητική διαφορά στον ΦΠΑ θα μπορούσε να διαμορφωθεί περίπου στις 27.477 ευρώ για τζίρο 350.000 ευρώ, στις 29.439 ευρώ για τζίρο 375.000 ευρώ και στις 31.401 ευρώ για τζίρο 400.000 ευρώ.
Ακόμη και μετά τον συνυπολογισμό του ΦΠΑ των δαπανών που εκπίπτει, η διαφορά παραμένει πολλαπλάσια της φορολογικής ελάφρυνσης των 2.534 ευρώ που προκύπτει από το κυβερνητικό μέτρο. Και όλα αυτά πριν υπολογιστούν η φορολογία εισοδήματος και η προκαταβολή φόρου.
Έτσι προκύπτει το κεντρικό ερώτημα που θέτει ο κλάδος. Δηλαδή, με μισθοδοσία 105.000 ευρώ, ΦΠΑ 24%, ενέργεια και καύσιμα στα ύψη, ακριβότερες πρώτες ύλες, τραπεζικές προμήθειες, φόρους υπέρ τρίτων, ενοίκια και συνολικά λειτουργικά έξοδα αυξημένα, ποιο είναι τελικά το πραγματικό εισόδημα που μένει στον επαγγελματία;
Τέλος επιτηδεύματος: ελάφρυνση με αστερίσκους
Ανάλογες ενστάσεις διατυπώνονται και για την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, την οποία οι εκπρόσωποι των μικρομεσαίων θεωρούν ότι υλοποιείται σταδιακά και με τρόπο που δημιουργεί στρεβλώσεις.
Το παράδειγμα επιχειρήσεων με έδρα στην Περιφέρεια και υποκαταστήματα στην Αττική, έναντι επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στην Αττική ή διατηρούν υποκαταστήματα εκτός αυτής, αναδεικνύει, σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ, ζητήματα ανταγωνισμού.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η μείωση της προκαταβολής φόρου για ατομικές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες. Η μείωση κατά 5% και ο περιορισμός της προκαταβολής στο 50% χαρακτηρίζονται ως περιορισμένης εμβέλειας παρέμβαση, η οποία μπορεί να απορροφηθεί από τις αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από την άνοδο του κατώτατου μισθού.
Για τις επιχειρήσεις, το πρόβλημα είναι και ταμειακό. Άλλωστε, η προκαταβολή φόρου δεσμεύει κεφάλαια κίνησης σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάγκη για ρευστότητα μεγαλώνει.
Θετικά μέτρα, αλλά για λίγους;
Η ΓΣΕΒΕΕ αναγνωρίζει θετικά στοιχεία σε επιμέρους παρεμβάσεις. Μεταξύ αυτών είναι η κατεύθυνση 1,5 δισ. ευρώ από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης προς δάνεια για μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, αλλά και οι φορολογικές αποσβέσεις επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό.
Ωστόσο, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα για το ποιοι τελικά θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν τα μέτρα;
Εάν η πρόσβαση στη χρηματοδότηση εξαρτάται από τα πιστοληπτικά κριτήρια των τραπεζών, τότε, σύμφωνα με τους εκπροσώπους των μικρομεσαίων, κινδυνεύει να διαιωνιστεί ο αποκλεισμός εκείνων ακριβώς των επιχειρήσεων που δυσκολεύονται περισσότερο να βρουν χρηματοδότηση.
Αντίστοιχα, οι αποσβέσεις επενδύσεων δεν έχουν την ίδια πρακτική αξία για τις ατομικές επιχειρήσεις που φορολογούνται με βάση το τεκμαρτό εισόδημα.
Το ενεργειακό κόστος μπορεί να γίνει ο νέος καταλύτης
Πάνω από όλα αυτά έρχεται πλέον να προστεθεί η νέα ενεργειακή αβεβαιότητα.
Η άνοδος του Brent πάνω από τα 108 δολάρια, του φυσικού αερίου TTF πάνω από τα 82 ευρώ και της χονδρεμπορικής ηλεκτρικής ενέργειας πάνω από τα 189 ευρώ/MWh δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον κινδύνου για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα για τους ενεργοβόρους κλάδους.
Και η εστίαση είναι από τους κλάδους που δεν μπορούν να «παγώσουν» την κατανάλωση ενέργειας. Ψυγεία, καταψύκτες, φούρνοι, κλιματισμός, εξαερισμός και εξοπλισμός λειτουργούν καθημερινά, ενώ παράλληλα οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να διατηρούν προσωπικό και να ανταποκρίνονται σε ένα ολοένα πιο σύνθετο πλαίσιο φορολογικών και εργασιακών υποχρεώσεων.
Εάν η ενεργειακή κρίση παραταθεί, το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς μια ακόμη αύξηση κόστους. Θα αποτελέσει πολλαπλασιαστή όλων των υπόλοιπων πιέσεων.
Η ΠΟΕΣΕ είχε προειδοποιήσει από τον Ιούλιο
Οι σημερινές αντιδράσεις δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά.Ήδη από τις 29 Ιουλίου, σε συνάντηση εργασίας με τον Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Δημήτρη Μαρκόπουλο, η ΠΟΕΣΕ είχε θέσει τα τέσσερα βασικά αιτήματα του κλάδου και είχε επισημάνει ότι η δημιουργία δημοσιονομικών πλεονασμάτων και η επιστροφή μέρους αυτών στην πραγματική οικονομία δεν μπορεί να αφήνει την εστίαση εγκλωβισμένη σε πολιτικές που παραπέμπουν, όπως υποστήριζε, στην περίοδο των μνημονίων.
Η Ομοσπονδία είχε μάλιστα υπογραμμίσει ότι αρκετές παρεμβάσεις δεν απαιτούν δημοσιονομικό ισοδύναμο, αλλά μπορούν να βελτιώσουν άμεσα τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την απασχόληση.
Η προειδοποίηση, επομένως, είχε σταλεί εγκαίρως.
«Το χειρότερο λάθος είναι το επαναλαμβανόμενο λάθος»
Στο τέλος της ημέρας, οι μικρομεσαίοι δεν υποστηρίζουν ότι κάθε κυβερνητική παρέμβαση είναι αρνητική. Υποστηρίζουν ότι η συνολική εικόνα δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.
Ζητούν κατάργηση του τεκμαρτού φορολογητέου εισοδήματος, άμεση και πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων, επαναφορά των 120 δόσεων με διαγραφή προστίμων και προσαυξήσεων, παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των ενοικίων, μείωση ΦΠΑ και ΕΦΚ, περιορισμό των τραπεζικών προμηθειών και απλοποίηση της φορολογικής και εργασιακής νομοθεσίας.
Με άλλα λόγια, ζητούν παρεμβάσεις στο κόστος λειτουργίας, όχι μόνο παρεμβάσεις στη φορολογία εισοδήματος.
Γιατί, όπως υποστηρίζουν, μια φορολογική ελάφρυνση μερικών χιλιάδων ευρώ μπορεί να έχει μικρή σημασία όταν η ίδια επιχείρηση βλέπει το ενεργειακό κόστος, τις πρώτες ύλες, τα καύσιμα, τις μισθολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και τα ενοίκια να αυξάνονται πολλαπλάσια.
Η αντιπαράθεση, επομένως, δεν αφορά πλέον μόνο το ύψος των μέτρων. Αφορά το μοντέλο με το οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται τη μικρή επιχειρηματικότητα. Και εδώ οι εκπρόσωποι των ΜμΕ εμφανίζονται ιδιαίτερα αιχμηροί. Προειδοποιούν ότι η διάκριση της αγοράς σε «ωφελούμενους» και «μη ωφελούμενους» δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια συνολική πολιτική για τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.
Η φράση του Πρωθυπουργού από τηn ομιλία στη ΔΕΘ, «το χειρότερο λάθος είναι το επαναλαμβανόμενο λάθος», αποκτά έτσι μια ιδιαίτερη σημασία για την αγορά.Γιατί το ερώτημα που θέτουν πλέον οι μικρομεσαίοι είναι αν οι προειδοποιήσεις τους θα ληφθούν υπόψη πριν η πίεση μετατραπεί σε λουκέτα, απώλεια θέσεων εργασίας και περαιτέρω συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης.
Οι μικρές επιχειρήσεις δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση, επιμένουν οι εκπρόσωποί τους. Ζητούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το πραγματικό εισόδημα θα φορολογείται ως πραγματικό εισόδημα και η επιχειρηματική δραστηριότητα θα μπορεί να αντέξει το πραγματικό κόστος της. Γιατί, όπως καταλήγουν, οι μισές αλήθειες και τα ημίμετρα δεν αποτελούν λύσεις. Αποτελούν υπεκφυγές.