“Η παιδική προστασία στην Ελλάδα έχει ημερομηνία λήξης” – Κραυγή αγωνίας για το αυτονόητο

Διαβάζεται σε 10'
“Η παιδική προστασία στην Ελλάδα έχει ημερομηνία λήξης” – Κραυγή αγωνίας για το αυτονόητο
iStock

Πριν η επόμενη τραγωδία μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, οι φορείς παιδικής προστασίας στην Ελλάδα αποκαλύπτουν τα εγκληματικά κενά του συστήματος, διεκδικώντας την προσοχή της Πολιτείας.

“Ακούω πολύ συχνά τους γείτονες να μαλώνουν και το παιδί να κλαίει. Λες να πρέπει να κάνω κάτι;” με ρώτησε μία φίλη τις προάλλες.

Ποιος είναι ο σωστός τρόπος παρέμβασης, πώς αξιολογείς αν όντως ένα παιδί βρίσκεται σε κίνδυνο και πού απευθύνεσαι; Κι αν μετά γίνουν χειρότερα τα πράγματα ή αν απομακρύνουν το παιδί από την οικογένεια;

Ερωτήματα που αναπόφευκτα προκύπτουν πριν πάρει κανείς τη -δύσκολη θα πω εγώ- απόφαση της καταγγελίας.

Τη Δευτέρα (14/09) παρακολούθησα τη Συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε το Δίκτυο Οργανώσεων Παιδικής Προστασίας, για τα κενά του συστήματος παιδικής προστασίας στην Ελλάδα.

Το επίδικο ήταν αφενός η χαρτογράφηση των παθογενειών αλλά κυρίως να παρουσιαστούν συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπισή τους. Πώς δηλαδή θα προστατεύονται τα παιδιά που βρίσκονται σε κίνδυνο, πριν η ιστορία τους μονοπωλήσει την ειδησεογραφία.

Άνθρωποι καταρτισμένοι, με χρόνια εμπειρίας στο πεδίο, από το Χαμόγελο του Παιδιού και τα Παιδικά Χωριά SOS μέχρι το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού και την ΑΡΣΙΣ, μας μίλησαν για τις υποστελεχωμένες υπηρεσίες που δεν συντονίζονται, για τις οικογένειες που μένουν χωρίς συστηματική στήριξη, για τα παιδιά που επανατραυματίζονται είτε επειδή βλέπουν τις καταθέσεις τους στα δελτία ειδήσεων είτε επειδή παραμένουν στα νοσοκομεία, ακόμη και μέχρι την ενηλικίωσή τους.

Παιδική κακοποίηση
Παιδί (Φωτογραφία αρχείου) iStock

Όσα ακούστηκαν όμως δεν ήταν καινούργια. Όπως τόνισαν οι ομιλητές και οι ομιλήτριες η Πολιτεία έχει γνώση των προβλημάτων και των προτεινόμενων τρόπων δράσης, ωστόσο επιλέγει να αδιαφορεί.

Η συνέντευξη της Δευτέρας ήταν περισσότερα μια έκκληση να πείσουμε τα αρμόδια υπουργεία να αναλάβουν δράση. Να πείσουμε την Πολιτεία, και εν προκειμένω την παρούσα κυβέρνηση, να ασχοληθει με τα παιδια που κινδυνεύουν.

Δεν είναι φοβερό ότι γράφουμε κάτι τόσο αυτονόητο;

“Η παιδική προστασία στην Ελλάδα έχει ημερομηνία λήξης”

Μιλάμε για την παιδική προστασία, σε ένα κράτος που στην πραγματικότητα το παιδί δεν προστατεύεται. Και δεν προστατεύεται γιατί δεν υπάρχει ένα ενιαίο σύστημα που να χειρίζεται την υπόθεση κάθε ευάλωτου παιδιού”, ανέφερε η Ιωάννα Λαγουμιντζή, από το Χαμόγελο του Παιδιού.

Όπως εξήγησε, για το ίδιο παιδί μπορεί να έχουν ασχοληθεί δύο, τρεις ή και πέντε υπηρεσίες, χωρίς κάποιος να συντονίζει τη διαχείριση της υπόθεσης ή να διασφαλίζει την ανταλλαγή πληροφοριών. Υπό αυτές τις συνθήκες, “είναι αδύνατον, ανέφικτο να υπάρξει η καλύτερη δυνατή λύση για αυτό το παιδί”.

Στην Ελλάδα λειτουργούν παράλληλα επτά διαφορετικά δίκτυα κοινωνικο-προνοιακών υπηρεσιών, με διαφορετική διοικητική υπαγωγή, αρμοδιότητες και τρόπο λειτουργίας. Κάθε υπηρεσία διαχειρίζεται το δικό της “κομμάτι”, χωρίς κανένας φορέας να έχει την πλήρη εποπτεία της υπόθεσης, με αποτέλεσμα το παιδί να “χάνεται” κάπου ανάμεσα στις αρμοδιότητες.

Την ίδια στιγμή, οι επαγγελματίες που αναλαμβάνουν αυτές τις υποθέσεις δεν διαθέτουν πάντοτε την απαραίτητη εκπαίδευση και εξειδίκευση. “Δεν προλαβαίνουν καν να αποκτήσουν την απαραίτητη εμπειρία γιατί οι περισσότεροι είναι συμβασιούχοι, σημείωσε.

Παράσταση διαμαρτυρίας κοινωνικών λειτουργών, έξω από το Μέγαρο Μαξίμου (ΔΑΝΑΗ ΔΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI)

“Είμαστε σε μία χώρα που η παιδική προστασία έχει ημερομηνία λήξης”, τόνισε η κ. Λαγουμιντζή. “Ξεκινάει η διαχείριση του περιστατικού σήμερα που ανέλαβα υπηρεσία και σε 8 μήνες, που λήγει η σύμβασή μου, είναι αμφίβολο αν ο φάκελος αυτού του παιδιού θα συνεχιστεί από κάποιον, αν θα αναλάβει κάποιος άλλος επαγγελματίας αυτή τη θέση, αν θα έχει την απαραίτητη πληροφορία για να χειριστεί την υπόθεση και συνολικά αν θα υπάρχει συνέχεια”.

“Αν σκεφτούμε δε, ότι μπορεί μια οικογένεια να μετακομίσει και να φύγει από την αρμόδια υπηρεσία, εκεί ο φάκελος του παιδιού σίγουρα αγνοείται“, πρόσθεσε.

Μόλις 545 μόνιμοι κοινωνικοί λειτουργοί σε όλη τη χώρα

Τα στοιχεία του Συλλόγου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (ΣΚΛΕ) αποτυπώνουν το μέγεθος της υποστελέχωσης. Στο σύνολο των 332 δήμων της χώρας υπηρετούν μόλις 545 μόνιμοι κοινωνικοί λειτουργοί.

Σε αρκετές περιοχές η αναλογία φτάνει τον έναν κοινωνικό λειτουργό ανά 30.000 κατοίκους, ενώ υπάρχουν δήμοι χωρίς κανέναν.

Στον Δήμο Αθηναίων, από τις 24 οργανικές θέσεις κοινωνικών λειτουργών είναι καλυμμένες μόνο οι 14. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στον Δήμο της Μαδρίτης απασχολούνται περίπου 1.000 κοινωνικοί λειτουργοί.

Οι ελλείψεις επεκτείνονται και στις ειδικότητες που είναι απαραίτητες για τη διαχείριση των υποθέσεων. “Δεν υπάρχουν διεπιστημονικές ομάδες, δεν στελεχώνεται καμία υπηρεσία με το απαραίτητο προσωπικό, όπως κοινωνικοί λειτουργοί, παιδοψυχολόγοι, ψυχίατροι. Όταν φτάνουμε δε στο κομμάτι της παρέμβασης τα πράγματα είναι χειρότερα”, ανέφερε η εκπρόσωπος του Χαμόγελου του Παιδιού.

“Πυροτεχνήματα” αντί για πρόληψη

Σύμφωνα με τους εκπροσώπους των φορέων και οργανώσεων για την παιδική προστασία στην Ελλάδα, οι ελλείψεις αυτές αντανακλούν και μια ευρύτερη πολιτική επιλογή, κατά την οποία η παιδική προστασία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται κυρίως ως παρέμβαση έκτακτης ανάγκης. 

“Δυστυχώς το σύστημα ενεργοποιείται όταν έχει ήδη συμβεί μία βλάβη ή υπάρχει μία καταγγελία γραπτή ή προφορική”, ανέφερε ο Κωνσταντίνος Παπαδημητρόπουλος, από τα Παιδικά Χωριά SOS.

Παιδική κακοποίηση (Φωτογραφία αρχείου) iStock

Ο ίδιος περιέγραψε τα στάδια που θα έπρεπε να προηγούνται. Να εντοπίζονται οι οικογένειες που βρίσκονται σε κίνδυνο, να ανιχνεύονται εγκαίρως περιστατικά κακοποίησης και παραμέλησης, να καταρτίζεται ένα σχέδιο στήριξης από διεπιστημονική ομάδα και να παρακολουθείται η εφαρμογή του. Να υπάρχει, δηλαδή, “ουσιαστική δουλειά με την οικογένεια πριν φτάσουμε στην ανάγκη απομάκρυνσης ενός παιδιού”.

Με μία λέξη, πρόληψη. Να προλάβουμε την κακοποίηση του παιδιού, πριν τραυματιστεί ανεπανόρθωτα και πολύ πριν καταλήξει να αποσπάται βίαια από την οικογένειά του, για να βρεθεί εγκαταλελειμμένο σε ένα νοσοκομείο.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ειδική έκθεση του FRA (2024), στην Ελλάδα λείπει η ίδια η νομική υποχρέωση για προληπτική δράση.

Οι κοινωνικές υπηρεσίες, όπως αναφέρει η έκθεση, ενεργοποιούνται κατά κανόνα μόνο ύστερα από εισαγγελική εντολή διερεύνησης, και αποδεσμεύονται από την υπόθεση μετά την αρχική έρευνα εφόσον δεν υπάρξει νέα εντολή, δεν υπάρχει δηλαδή θεσμοθετημένη συνέχεια παρακολούθησης.

Στο κενό αυτό προστίθεται η απουσία ενός ενιαίου, θεσμοθετημένου πρωτοκόλλου δράσης που να καθορίζει πώς συνεργάζονται οι υπηρεσίες όταν ένα παιδί κινδυνεύει. Εισαγγελέας, αστυνομικός, κοινωνικός λειτουργός, παιδοψυχίατρος, παιδίατρος και εκπαιδευτικός χρειάζονται μια κοινή κατεύθυνση στο ποιος κάνει τι. Αυτή τη στιγμή δεν έχουν κοινή γραμμή δράσης.

Ήδη από το 2017 το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, μαζί με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης και τον Σύνδεσμο Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας έχει εκπονήσει Πρωτόκολλο Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Κακοποίησης και Παραμέλησης Παιδιών. Ένα αντίστοιχο πρωτόκολλο για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών είχε εκπονηθεί από διακλαδική επιστημονική ομάδα το 2023 στα πλαίσια της Εθνικής Στρατηγικής για την Σεξουαλική Κακοποίηση Ανηλίκων, ενώ η UNICEF έχει εκδώσει αντίστοιχο οδηγό για τις Εισαγγελίες Ανηλίκων και τις Κοινωνικές Υπηρεσίες, αλλά κανένα από τα τρια δεν έχει θεσμοθετηθεί έως σήμερα.

Τι μπορεί και πρέπει να γίνει

Το Δίκτυο Οργανισμών Παιδικής Προστασίας κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις για την αναμόρφωση του συστήματος, από την πρόληψη στην κοινότητα μέχρι τη Δικαιοσύνη και τη φροντίδα των παιδιών που απομακρύνονται από την οικογένειά τους.

Το Δίκτυο Οργανώσεων Παιδικής Προστασίας είναι ένας σταθερός χώρος συνεργασίας οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στην παιδική προστασία, συμπεριλαμβανομένων μελών του πρώην Δικτύου του Συνηγόρου του Παιδιού και άλλων οργανώσεων με συναφή εμπειρία.

Στόχος του Δικτύου είναι να ενισχύσει τη συνεργασία και την ανταλλαγή γνώσης και τεχνογνωσίας, να αναδεικνύει κοινά προβλήματα και καλές πρακτικές και να διαμορφώνει κοινές παρεμβάσεις και προτάσεις για τη βελτίωση των πολιτικών παιδικής προστασίας, με έμφαση στην πρόληψη και την έγκαιρη παρέμβαση.

Η λειτουργία του βασίζεται στις αρχές της ισοτιμίας, της διαφάνειας και της συλλογικότητας. Τα μέλη συναντώνται τακτικά, ενώ θεματικές υποομάδες εμβαθύνουν σε επιμέρους ζητήματα, όπως η αναδοχή/τεκνοθεσία, η πρόληψη και οι Μονάδες Ημιαυτόνομης Διαβίωσης.

Μέσα από τη συλλογική εμπειρία των μελών του, το Δίκτυο επιδιώκει να μεταφέρει τη γνώση από το πεδίο στον δημόσιο διάλογο και να συμβάλει σε ουσιαστικές και εφαρμόσιμες αλλαγές για την προστασία των παιδιών στην Ελλάδα.

Μεταξύ αυτών:

  • Σύσταση ενιαίου συντονιστικού φορέα, μια Γενική Γραμματεία Παιδικής Προστασίας υπό το υπουργείο Οικογένειας, που θα συγκεντρώνει την ευθύνη παρακολούθησης κάθε παιδιού σε κίνδυνο από τη στιγμή του εντοπισμού έως τη μόνιμη τοποθέτησή του σε ασφαλές περιβάλλον.
  • Σταθερή παρουσία Εισαγγελέων Ανηλίκων και σύσταση Κοινωνικών Υπηρεσιών στα Πρωτοδικεία, προκειμένου οι Εισαγγελείς να έχουν άμεση ψυχοκοινωνική υποστήριξη σε υποθέσεις παιδικής προστασίας και συνδρομή κοινωνικών λειτουργών κατά την εξέταση των υποθέσεων.
  • Θεσμοθέτηση Εθνικής Αναλογίας Κοινωνικών Λειτουργών ανά πληθυσμό στους δήμους, με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα (προτεινόμενη αναλογία: 1 κοινωνικός λειτουργός ανά 2.500 κατοίκους — που θα σήμαινε περίπου 4.400 θέσεις πανελλαδικά, έναντι των σημερινών 545 μόνιμων στελεχών) και συνακόλουθο πρόγραμμα προσλήψεων μόνιμου προσωπικού.
  • Θεσμοθέτηση ενιαίου εθνικού πρωτοκόλλου διαχείρισης περιστατικών κακοποίησης/παραμέλησης παιδιών από διεπιστημονική ομάδα εκπαιδευμένων επαγγελματιών με σαφή, δεσμευτικά βήματα συνεργασίας ανάμεσα σε εισαγγελία, αστυνομία, κοινωνικές υπηρεσίες, εκπαίδευση και υγεία, αξιοποιώντας το ήδη τα πρωτόκολλα του 2017 και του 2023 που παραμένουν ανεφάρμοστα.
  • Υλοποίηση της (επείγουσας) επαγγελματικής αναδοχής εκτός νοσοκομειακού περιβάλλοντος, με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό και πρωτόκολλα ασφαλείας.
  • Ενεργοποίηση προληπτικού (και όχι μόνο κατασταλτικού) ρόλου της Εισαγγελίας Ανηλίκων, με δυνατότητα παρέμβασης πριν την τέλεση αδικήματος, όταν υπάρχουν ενδείξεις κινδύνου, και με μηχανισμό ελέγχου της εφαρμογής και της συνέχειας κάθε εισαγγελικής εντολής.
  • Ενίσχυση παρακολούθησης σχολικής φοίτησης και ενεργοποίηση διαδικασιών έγκαιρης ανίχνευσης και άμεσης ενεργοποίησης και διασύνδεσης σχολείου με κοινωνικές υπηρεσίες.
  • Λειτουργία των προβλεπόμενων Σπιτιών του Παιδιού
  • Αυστηρότερη τήρηση της προστασίας προσωπικών δεδομένων ανηλίκων θυμάτων στη δημόσια/δημοσιογραφική κάλυψη τέτοιων υποθέσεων, σε συμφωνία με τις υφιστάμενες κατευθύνσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Ν. 2101/1992).
  • Ενίσχυση της πρόληψης και των υπηρεσιών στην κοινότητα με την ανάπτυξη και ενίσχυση υπηρεσιών πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης, με παρουσία και συνδρομή επαγγελματιών από τη στιγμή της γέννησης και μετα-παρακολούθηση, ώστε τα παιδιά και οι οικογένειες να λαμβάνουν υποστήριξη από τις πρώτες ενδείξεις κινδύνου, πριν η κατάσταση εξελιχθεί σε κρίση. Ενημέρωση και συζήτηση για τα δικαιώματα των παιδιών σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες.
  • Διασύνδεση υπηρεσιών και συστηματική συλλογή δεδομένων με την ανάπτυξη ασφαλούς και διαλειτουργικού συστήματος καταγραφής και ανταλλαγής της αναγκαίας πληροφορίας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών, με σεβασμό στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, καθώς και καθιέρωση κοινών δεικτών για την παρακολούθηση και αξιολόγηση του συστήματος παιδικής προστασίας.

Πρόκειται για προτάσεις που εδώ και χρόνια έχουν τεθεί υπόψη των αρμόδιων υπουργείων και που καμία κυβέρνηση δεν ιεράρχησε ως προτεραιότητα. “Ήμουν νιος και γέρασα” είπε χαρακτηριστικά ο Κώστας Γιαννόπουλος, πρόεδρος του Χαμόγελου του Παιδιού.

Με αφορμή την φρικιαστική υπόθεση παιδικής κακοποίησης στην Κυψέλη γίνεται για μια ακόμη φορά έκκληση στην Πολιτεία και εν προκειμένω στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να ακούσει τους ανθρώπους του πεδίου και να προστατεύσει τα χιλιάδες παιδιά στη χώρα μας που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Έχει διατυπωθεί πολλάκις η ανησυχία ότι “ενδιαφέρονται περισσότερο για τα αγέννητα παιδιά, παρά για εκείνα που ζουν και κακοποιούνται”.

Μπορεί κανείς να το διαψεύσει;

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα