Ταμείο Ανάκαμψης: Ο μύθος της 100% απορρόφησης των δανείων
Διαβάζεται σε 5'
Μια πρώτη αποτίμηση και αξιολόγηση του εθνικού Σχεδίου “Ελλάδα 2.0” από το Ινστιτούτο ΕΝΑ καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας εισέρχεται στην τελική του φάση.
- 15 Σεπτεμβρίου 2026 19:18
Από την ίδρυση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) και την εκπόνηση του Εθνικού Σχεδίου «Ελλάδα 2.0», το Ινστιτούτο ΕΝΑ εντόπισε σημαντικά κενά στον δημόσιο διάλογο: δυσκολία ανάδειξης των κρίσιμων ζητημάτων πολιτικής, σύγχυση εννοιών και όρων, ελλιπή πληροφόρηση και αξιόπιστα δεδομένα, καθώς και περιορισμένη διαβούλευση και συμμετοχή κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση. Για να συμβάλει στην κάλυψη αυτών των κενών, το ΕΝΑ δημιούργησε το Παρατηρητήριο Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και, από το 2022, τροφοδοτεί τη δημόσια συζήτηση με δεδομένα και τεκμηριωμένες αναλύσεις.
Το παρόν κείμενο αποτελεί την πρώτη έκδοση ενός νέου κύκλου συμβολών του Ινστιτούτου ΕΝΑ για την αποτίμηση και αξιολόγηση του εθνικού Σχεδίου «Ελλάδα 2.0». Στόχος είναι να μεταφερθεί η συζήτηση πέρα από έναν μόνο συγκεντρωτικό δείκτη «απορρόφησης» και να εξεταστεί, με κοινή ορολογία και επαληθεύσιμα στοιχεία, η διαδρομή από τη χρηματοδότηση έως το έργο που παραδόθηκε και το αποτέλεσμα που παρήχθη, καθώς και να αξιολογηθούν ο αρχικός σχεδιασμός και οι βασικές επιλογές πολιτικής.
Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας εισέρχεται στην τελική του φάση, η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στην «απορρόφηση». Ο όρος, όμως, μπορεί να περιγράφει διαφορετικά στάδια: τις εισροές από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις νομικές δεσμεύσεις, τις καταγεγραμμένες δαπάνες ή τις πραγματικές πληρωμές προς τελικούς αποδέκτες και αναδόχους. Η διάκριση είναι κρίσιμη για να αποτιμηθεί τι έχει πράγματι υλοποιηθεί.
Έως τις 30 Ιουνίου 2026 η Ελλάδα είχε εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, δηλαδή το 68,5% της συνολικής ενωσιακής κατανομής των 35,95 δισ. ευρώ. Το ποσοστό αυτό αποτυπώνει τη ροή χρημάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς το κράτος. Δεν ταυτίζεται ούτε με τις πληρωμές προς τελικούς αποδέκτες ούτε με το ολοκληρωμένο φυσικό αντικείμενο.
Πραγματικές πληρωμές: περίπου 13 δισ. ευρώ
Στο σκέλος των επιχορηγήσεων, ο συνολικός προϋπολογισμός των έργων ανέρχεται σε 25,4 δισ. ευρώ και οι νομικές δεσμεύσεις σε 22,7 δισ. ευρώ. Με βάση την επεξεργασία της ομάδας του ΕΝΑ, οι πραγματικές πληρωμές που εκτιμάται ότι έχουν φθάσει σε τελικούς αποδέκτες ή αναδόχους ανέρχονται σε περίπου 13 δισ. ευρώ. Πρόκειται για το 57,3% των νομικών δεσμεύσεων. Απομένει, επομένως, να καταβληθεί πάνω από το 40% του συμβασιοποιημένου ποσού, περίπου 9,7 δισ. ευρώ.
Η «100% απορρόφηση» των δανείων δεν ισχύει
Αντίστοιχη προσοχή απαιτεί το δανειακό σκέλος. Η κυβερνητική αναφορά σε «100% απορρόφηση» η οποία αφορά τη συμβασιοποίηση του προγράμματος επιχειρηματικών δανείων, δεν ισχύει. Ο αρχικός στόχος των 16,73 δισ. ευρώ μειώθηκε σε 13,366 δισ. ευρώ και παράλληλα, 1,989 δισ. ευρώ μεταφέρθηκαν στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα ως κεφαλαιακή ενίσχυση για χρηματοδοτικά προϊόντα που θα υλοποιηθούν σε βάθος χρόνου και επομένως παρουσιάζουν μηδενική συμβασιοποίηση και απορρόφηση στο πλαίσιο του «Ελλάδα 2.0». Πρόκειται για «παρκάρισμα πόρων» ή έμμεση παράταση. Έως το τέλος Ιουνίου 2026 οι πραγματικές αναλήψεις ποσών των επιχειρηματικών δανείων από τις επιχειρήσεις ανέρχονταν σε 5,57 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 41,7% του αναθεωρημένου ποσού.
Αναθεωρήσεις: από την προσαρμογή στην αστάθεια σχεδιασμού
Η πορεία του «Ελλάδα 2.0» χαρακτηρίστηκε επίσης από αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις. Μετά το αρχικό Σχέδιο ακολούθησαν έξι εγκεκριμένες τροποποιήσεις, ενώ η τελευταία, στις 27 Αυγούστου 2026, μεταβάλλει 111 μέτρα. Οι αναθεωρήσεις δεν αποτελούν από μόνες τους ένδειξη αποτυχίας. Η συχνότητα, η κλίμακα και κυρίως η επανάληψη των αλλαγών, όμως, αποτελούν ουσιώδη στοιχεία για την αξιολόγηση του αρχικού σχεδιασμού και της ικανότητας εφαρμογής.
Η συγκριτική επεξεργασία των πέντε αναθεωρήσεων της περιόδου 2023–2025 εντόπισε 178 διαφορετικά μέτρα που μεταβλήθηκαν ουσιαστικά. Από αυτά, τα 123 – περίπου επτά στα δέκα – εμφανίζονται σε δύο ή περισσότερες αναθεωρήσεις. Η επανάληψη δεν αποδεικνύει από μόνη της αποτυχία, αποτελεί όμως ισχυρή ένδειξη αστοχίας που απαιτεί ποιοτική εξέταση ανά μέτρο. Η επιτυχία, συνεπώς, δεν μπορεί να κρίνεται μόνο έναντι των αναθεωρημένων στόχων, αλλά και σε σχέση με την αρχική φιλοδοξία του Σχεδίου.
Το κενό δημόσιας ιχνηλασιμότητας
Το κρισιμότερο ίσως ζήτημα είναι η δυνατότητα δημόσιας παρακολούθησης της διαδρομής του χρήματος. Σήμερα δεν υπάρχει ένας ενιαίος, δημόσιος και μηχαναγνώσιμος δεσμός που να συνδέει συστηματικά το μέτρο, το έργο ή υποέργο, τη σύμβαση, τον ανάδοχο ή αποδέκτη, την πραγματική πληρωμή και το παραδοθέν φυσικό αντικείμενο.
Με βάση τη δημόσια διαθέσιμη πληροφόρηση, δεν μπορεί να διακριβωθεί συστηματικά ποιο πραγματικό ποσό χρηματοδότησε ποιο ακριβώς ολοκληρωμένο φυσικό αντικείμενο. Πρόκειται για έλλειμμα δημόσιας ιχνηλασιμότητας, όχι για ισχυρισμό περί παρατυπίας.
Η αποτίμηση του Ταμείου δεν μπορεί να σταματά στο πόσα χρήματα εισπράχθηκαν ή πόσα ορόσημα εκπληρώθηκαν. Το επόμενο ερώτημα είναι ουσιαστικότερο: τι υλοποιήθηκε, με ποιο πραγματικό κόστος, ποιοι ωφελήθηκαν και τι παραγωγικές, κοινωνικές και διοικητικές ικανότητες θα παραμείνουν μετά το 2026.
Δείτε όλο το report παρακάτω: