Η Δεσποινίς Τζούλια αλλάζει φύλο και γίνεται Ζυλ – Τι λένε οι 3 πρωταγωνιστές
Διαβάζεται σε 11'
Ένας αριστοκράτης, ένας υπηρέτης, μια γυναίκα που παρατηρεί. Στον «Κο Ζυλ» του Θωμά Μοσχόπουλου, η «Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ αλλάζει φύλο και εποχή, για να μιλήσει για όλα όσα εξακολουθούν να μας καθορίζουν: την τάξη, την επιθυμία, την πατριαρχία και τη δίψα για εξουσία. Οι τρεις πρωταγωνιστές μιλούν στο NEWS 24/7.
- 24 Σεπτεμβρίου 2026 06:14
Υπάρχουν επιθυμίες που δεν γεννιούνται ποτέ ελεύθερες. Γεννιούνται μέσα σε σπίτια, τάξεις, οικογένειες, κοινωνικές συμβάσεις. Μαθαίνουν από νωρίς μέχρι πού επιτρέπεται να φτάσουν, ποιον μπορούν να αγγίξουν, τι μπορούν να ζητήσουν και –κυρίως– πόσο θα πληρώσουν αν αποφασίσουν να παραβιάσουν τα όρια. Κάπου εκεί κατοικεί ο «Κος Ζυλ» του Θωμά Μοσχόπουλου.
Η τολμηρή σκηνική μεταγραφή της «Δεσποινίδος Τζούλιας» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, μετά την πρώτη της σεζόν, επιστρέφει από τις 10 Οκτωβρίου στο Θέατρο Πόρτα, με τους Γιάννη Καράμπαμπα, Νίκο Κοσώνα και Θεόβη Στύλλου. Μόνο που αυτή τη φορά η Τζούλια είναι Ζυλ. Και η αλλαγή αυτή αρκεί για να “μετακινήσει” ολόκληρο το έδαφος κάτω από τα πόδια του έργου.
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος δεν αλλάζει απλώς το φύλο ενός χαρακτήρα. Μεταφέρει τη δράση στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, σε έναν κόσμο όπου οι παλιές βεβαιότητες τρίζουν, οι αριστοκρατικές αξίες καταρρέουν και νέες μορφές εξουσίας αρχίζουν να διεκδικούν τη θέση τους. Μέσα σε αυτή την εύθραυστη ιστορική στιγμή, δύο άνδρες συναντιούνται, έλκονται, ανταγωνίζονται και δοκιμάζουν ο ένας πάνω στον άλλον τα όρια της ελευθερίας τους.
Η επιθυμία ως πεδίο μάχης στον κύριο Ζυλ
Ο Ζυλ, ένας νεαρός αριστοκράτης και ο Ζαν, ο υπηρέτης του, δεν συναντιούνται ποτέ σε ουδέτερο έδαφος. Ανάμεσά τους υπάρχουν εξαρχής η τάξη, το χρήμα, η μόρφωση, η κοινωνική θέση. Υπάρχουν όμως και το σώμα, η επιθυμία, ο φόβος. Και όσο περισσότερο οι δύο άνδρες πλησιάζουν, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διακρίνει κανείς πού τελειώνει η έλξη και πού αρχίζει η ανάγκη για κυριαρχία.
Στον κόσμο του «Κου Ζυλ», άλλωστε, η εξουσία δεν ανήκει για πάντα σε κανέναν. Μετακινείται. Κάποτε βρίσκεται στα χέρια εκείνου που έχει το κοινωνικό προνόμιο, κάποτε σε εκείνον που μπορεί να αρνηθεί, κάποτε σε εκείνον που φοβάται λιγότερο ότι θα χάσει τον άλλον.
Ο Γιάννης Καράμπαμπας αναφέρει τι ήταν αυτό που τον γοήτευσε περισσότερο στον «Κο Ζυλ»: “H αίσθηση του κινδύνου που υπάρχει από την αρχή μέχρι το τέλος. Και οι τρεις χαρακτήρες είναι εγκλωβισμένοι σε έναν κόσμο που τους επιβάλλει τους κοινωνικούς τους ρόλους, οριοθετώντας τις δράσεις τους, τις επιθυμίες τους, τα όνειρα τους, τη συμπεριφορά τους.
Παρ’ όλα αυτα με αφορμή έναν χορό κατα τη διάρκεια της γιορτής του μεσοκαλόκαιρου, μέσα σε ένα κλίμα χαλάρωσης και διασκέδασης οι ισορροπίες αρχίζουν να χάνονται. Τα έως τότε δεδομένα αρχίζουν να αμφισβητούνται. Έρχονται αντιμέτωποι μεταξύ τους, αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό και όλα καταλήγουν να κρέμονται από μια κλωστή χωρίς να γίνεται αντιληπτό αν το κενό από κάτω είναι η ελευθερία τους ή η καταστροφή τους.
Το ερώτημα ως που μπορούν να φτάσουν και αν ή τι είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν προκειμένου να βρουν την νέα τους ταυτότητα σε μια νέα πραγματικότητα που ονειρεύονται μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον και πιστεύω ότι είναι κάτι που σαν ανθρωπότητα θα μας απασχολεί για πάντα.
Τι λένε στο NEWS 24/7 οι πρωταγωνιστές της παράστασης
Η παράσταση είναι ελεύθερα βασισμένη στη «Δεσποινίδα Τζούλια», αλλά ο κεντρικός χαρακτήρας γίνεται άνδρας. Αλλάζει κάτι όταν η σύγκρουση μεταφέρεται από μια γυναίκα σε δύο άνδρες; Ο Γιάννης Καράμπαμπας απαντά: “Αλλάζει διότι έχουμε να κάνουμε με δύο ανθρώπους του ίδιου φύλου που ζουν σε ένα άκρως πατριαρχικό περιβάλλον το οποίο τους έχει στιγματίσει και τους έχει διαμορφώσει και εξαιρώντας την ταξική τους διαφορά μπορούμε να δούμε πολλά κοινά.
Η προσπάθεια τους, για παράδειγμα, να ανταποκριθούν στo αντρικό πρότυπο που τους επιβάλλεται, η καταπίεση του συναισθηματικού τους κόσμου, η απόκρυψη της ευάλωτης πτυχής τους, ο φόβος αλλά και η ανάγκη για υποταγή κάνουν την σύγκρουση τους πολύπλοκη. Ακόμα και ο χορός τους, το φλερτ, τα μυστικά, η σεξουαλικότητα, η κοινωνική τους θέση, το μορφωτικό τους επίπεδο γίνονται όλα εργαλεία αυτοεπιβεβαίωσης και εξουσίας.
Το τι είναι ψέμα ή αλήθεια είναι κάτι που δεν μπορούν να απαντήσουν ούτε οι ίδιοι. Στην παράσταση η γυναίκα, η Κριστίν, αποτελεί την σταθερά, τον άνθρωπο που με λογική και νηφαλιότητα προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, να επαναφέρει την τάξη και να τους επαναφέρει στην πραγματικότητα”.
Η παράσταση μιλά και για την πατριαρχία ως μηχανισμό που μπορεί να συνθλίψει και τους άνδρες. Η Θεόβη Στύλλου αναφέρει τι αποκάλυψε αυτή η πλευρά του έργου για την ανδρική ταυτότητα; “Αυτό είναι ένα γεγονός το οποίο πάντα αναφέρεται στις φεμινιστικές συζητήσεις, ότι δηλαδή η πατριαρχία δεν καταπιέζει μόνο τις γυναίκες αλλά και τους άντρες.
Άντρες και γυναίκες οφείλουν να επιτελούν τον κοινωνικό ρόλο που τους έχει ανατεθεί- οποιαδήποτε αποστασία φύλου εξισώνεται με κάτι μιαρό το οποίο πρέπει να απομονώνεται και να τιμωρείται αναλόγως. Αυτό όμως που μου τράβηξε την προσοχή στην πορεία του έργου και των δικών μας προβών ήταν η διαδικασία κατασκευής του ανδρικού φύλου και αντίστοιχα του κοινωνικού του ρόλου.
Δύο άντρες θέλουν να έρθουν κοντά αλλά δεν πρέπει, η ευαισθησία τους πρέπει να κρυφτεί καθώς έτσι έχουν μάθει -ότι η ευαισθησία είναι κάτι κακό που ταιριάζει μόνο στις γυναίκες- οπότε ανταγωνίζονται και παλεύουν να επικρατήσουν ο ένας πάνω στον άλλο γιατί επίσης έτσι έχουν μάθει να εκφράζονται. Η επιστράτευση όμως αυτών των κοινωνικών εργαλείων δεν λειτουργεί μεταξύ τους, η ρήξη είναι αναπόφευκτη και η προσπάθεια του καθενός να εξουσιάσει και να έχει τον έλεγχο οδηγεί στην μοναξιά τους”.
Ο ρόλος της, η Κριστιν παρακολουθεί όσα συμβαίνουν ανάμεσα στους δύο άνδρες και μοιάζει να λειτουργεί ως εκπρόσωπος μιας κοινωνίας που ενδιαφέρεται πρωτίστως για την επιβίωσή της. Ποια είναι τελικά η δική της θέση απέναντι σε αυτή τη σύγκρουση; “Η Κριστιν θα κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Αυτό που έχει μάθει ότι πρέπει να κάνει με την έννοια ότι στην κοσμοθεωρία της δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική. Η ζωή συνεχίζεται όπως μας έχουν μάθει αιώνες τώρα, η θέση μας και η τάξη μας είναι αυτές που είναι και ακριβώς επειδή αυτά τα πράγματα δεν αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη, πρέπει να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε μέσα σε αυτό το πλαίσιο.
Υπάρχει μια θεολογία πίσω από την κοινωνική ματιά της Κριστιν. Η ανεξαρτησία και η αυτονομία υπερτερεί της ατομικής της ευτυχίας. Ισως και της ευτυχίας σαν έννοια γενικότερα. Δεν είμαστε εδώ για να είμαστε ευτυχισμένες, είμαστε εδώ για να κάνουμε τη δουλειά μας, να είμαστε ανεξάρτητες και αν μέσα σε αυτό ευτυχήσουμε καλως, ειδάλλως δεν πειράζει.
Η σύγκρουση των δύο αντρών την αφορά μόνο στο σημείο που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η ίδια ζει. Και στο σημείο που αυτό καθίσταται γνωστό προς τα έξω και κινδυνεύει να αποτελέσει κοινωνικό σκάνδαλο. Είναι πολύ κοντά στην γνωστή φράση «ας κάνουν ό,τι θέλουν αρκεί να μην προκαλούν».
Στο τέλος αδυνατεί να δει τα πράγματα αλλιώς, αδυνατεί να ρισκάρει, προτιμά την ασφάλεια όπως την έχει ορίσει η ίδια και ίσως το φύλο της, το οποίο αποτελεί μια σταθερά που δύσκολα αλλάζει” αναφέρει η Θεόβη Στύλλου.
Στον «Κο Ζυλ» η επιθυμία δεν είναι απλώς ερωτική, γίνεται όχημα εξουσίας. Ποιος τελικά έχει το πάνω χέρι και μπορεί να αλλάξει αυτή η ισορροπία από στιγμή σε στιγμή; Ο Νίκος Κόσωνας αναφέρει πως “η εξουσία μέσα σε μια ερωτική σχέση, δεν είναι κάτι σταθερό. Αλλάζει ανάλογα με το ποιος έχει μεγαλύτερη ανάγκη, ποιος φοβάται περισσότερο να χάσει τον άλλον, ποιος θέτει τα όρια.
Συνήθως έχει μεγαλύτερη «εξουσία» αυτός που ενδιαφέρεται λιγότερο ή δείχνει πιο ανεξάρτητος.
Η οικονομική, κοινωνική ή πρακτική εξάρτηση παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Επίσης η επικοινωνία μπορεί να αλλάξει εντελώς τη δυναμική. Όταν οι ανάγκες λέγονται ανοιχτά αντί να χρησιμοποιούνται ως μοχλός πίεσης, η σχέση γίνεται λιγότερο παιχνίδι εξουσίας. Στο έργο μας αυτό συμβαίνει ελάχιστα. Μόνο η κριστίν ξεκαθαρίζει αυτό που θέλει ενώ οι δυο άντρες αποτυγχάνουν.
Η εξουσία ίσως εξηγείται από το ποιος έχει τη μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάσει τη συμπεριφορά του άλλου.
Με τη σημαντική διαφορά: υγιής επιρροή ≠ έλεγχος. Σε μια υγιή σχέση η δύναμη μπορεί να μετακινείται από τον έναν στον άλλον χωρίς ο ένας να χρειάζεται να μικρύνει τον άλλον.
Τα όρια δημιουργούν ισορροπία. Όταν κάποιος μπορεί να πει «αυτό δεν μου κάνει» και πράγματι να απομακρυνθεί αν χρειαστεί, έχει μεγαλύτερη αυτονομία”.
Οι δύο ήρωες προέρχονται από διαφορετικές κοινωνικές θέσεις. Πόσο καθορίζει τελικά η τάξη τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούν, διεκδικούν και συγκρούονται; “Μερικά θέματα που προκύπτουν στην παράσταση είναι: τι θεωρεί ο καθένας δικαίωμά του, πόσο εύκολα ζητά, πώς αντιλαμβάνεται την απόρριψη και τι κόστος αισθάνεται ότι έχει μια σύγκρουση. Γενικα ο Ζυλ που έχει μεγαλώσει έχοντας ότι θέλει, μπορεί να διεκδικεί άμεσα: «Το θέλω. Φέρτο»
Ο Ζαν από την άλλη, που πρέπει πρώτα να αποδείξει την αξία του διεκδικεί πιο έμμεσα:«Μήπως θα μπορούσαμε… αν δεν σας δυσκολεύει;»
Και αυτό αν αποφασίσει ότι θα το τολμήσει. Κάθε αίτημα έχει ρίσκο για εκείνον κι αυτο δεν είναι θέμα αυτοπεποίθησης. Είναι θέμα κοινωνικής εκπαίδευσης: ποιος έμαθε ότι η φωνή του έχει βάρος.
Η τάξη μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τι επιθυμεί κάποιος αλλά και τι θεωρεί ότι επιτρέπεται να επιθυμεί. Μπορεί να λειτουργεί σαν ένα αόρατο όριο ανάμεσα στο «το θέλω» και στο «πιστεύω ότι μπορώ να το έχω».
«Αυτό δεν είναι για μένα.» vs «Γιατί όχι; Ας το δοκιμάσω.»
Σε περιβάλλοντα όπου η σύγκρουση θεωρείται αποδεκτή, κάποιος μπορεί να λέει «διαφωνώ»
χωρίς να αισθάνεται ότι θέτει σε κίνδυνο τη σχέση. Ενώ για κάποιον η σύγκρουση μπορεί να έχει κόστος —απόρριψη, απώλεια εργασίας, κοινωνική απομόνωση, τιμωρία— και επομένως να χρησιμοποιεί τη σιωπή, την υπεκφυγή, το χιούμορ ως «όπλα» για να πάρει αυτό που θέλει χωρίς σύγκρουση.
Και μέσα στις ερωτικές σχέσεις αυτό γίνεται πολύ έντονο.
Η τάξη μπορεί να επηρεάζει το ποιος θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει χώρο, χρόνο, χρήματα, προσοχή, σεξ, δέσμευση ή ελευθερία.
Η κοινωνική τάξη δεν αποφασίζει τι θα επιθυμήσεις. Επηρεάζει όμως πολύ το πόσο αυτονόητο σου φαίνεται ότι δικαιούσαι να το επιθυμήσεις, να το ζητήσεις και να αντέξεις τη σύγκρουση όταν δεν σου το δίνουν” καταλήγει ο Νίκος Κόσωνας.
«Ο Κος Ζυλ»
(Ελεύθερα βασισμένο στο έργο «Δεσποινίς Τζούλια» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ)
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
2ος Χρόνος Επιτυχίας
Θέατρο Πόρτα
ΠΑΙΖΟΥΝ
Γιάννης Καράμπαμπας, Νίκος Κοσώνας, Θεόβη Στύλλου
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Σύμβουλος δραματουργίας: Δηώ Καγγελάρη
Καλλιτεχνική Επιμέλεια – Σκηνικά – Κοστούμια – Video: Βασίλης Παπατσαρούχας
Κινησιολογική Επιμέλεια: Χρήστος Στρινόπουλος
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Σχεδιασμός Ήχου: Μιχάλης Οικονομίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Πέλλα Μακροδημήτρη
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Στέλλα Παγώνη
Trailer direction & Image selection: Βασίλης Παπατσαρούχας
Φωτογραφίες – Trailer Cinematography: Πάτροκλος Σκαφίδας
Ευχαριστούμε θερμά τον Κορνήλιο Σελαμσή για την πολύτιμη συμβολή του στο μουσικό μέρος της παράστασης, καθώς και την Therese Nestor που τραγούδησε στην ηχογράφηση των τραγουδιών της παράστασης.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ
Από 10 Οκτωβρίου
κάθε Σάββατο στις 21:00 & Κυριακή στις 20:00
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21:00
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ εδώ