ΜΑΡΙΝΑ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ: ΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ; ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΛΟΓΙΣΜΙΚΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΑΛΛΙΩΣ
Η Μαρίνα Ασλάνογλου είναι η μία συγκάτοικος εκ των δύο στο έργο «Η συγκάτοικος» φυσικά. Και σκίζει με την ερμηνεία της και το πάθος της.
Το έκανε πάλι το μικρό της θαύμα η καλή μας η Βίκυ Βολιώτη που σκηνοθέτησε τη Συγκάτοικο, αυτό το μη αναμενόμενο για εκείνη έργο με ένα μη αναμενόμενο ζευγάρι γυναικών, δίνοντας ένα αποτέλεσμα που σε κρατάει σε ένταση κάθε λεπτό και σου ζεσταίνει το συναίσθημα θυμίζοντας σου -σίγουρα- κάτι από τη ζωή σου. Είναι μία παράσταση με συνεχείς αλλαγές εμφάνισης των πρωταγωνιστριών, διάφορα αντικείμενα που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, και έναν ρυθμό που δεν επιτρέπει ούτε δευτερόλεπτο χαλάρωσης. Αυτά σαν πρόγευση για τη σκηνοθεσία και το έργο.
Η στάση μου όμως σήμερα είναι η Μαρίνα Ασλάνογλου και εκεί, περνάς πολύ ωραία. Η Μαρίνα νιώθω πως βρίσκεται στην πιο ώριμα φρέσκια της στιγμή, στην πιο κατασταλαγμένη, απαλλαγμένη από περιττά ώρα, στα χρόνια που χαίρεται και τη χαίρονται. Ετσι κάπως γίνεται όταν έχεις περάσεις ζόρια, τα έχεις ξεπεράσει και ε, έχεις και καλή ψυχή. Οπότε αυτό ασφαλώς καθρεφτίζεται στη σκηνή, που βλέπεις να το απολαμβάνει και στο δίνει ευγενικά και απλόχερα. Και μόλις κατέβει και την πλησιάσεις, το «φως» της δεν κρύβεται: της είπα δυο φορές απ’ την καρδιά μου «λάμπεις» και το εννοούσα.
Λοιπόν, μια παράσταση με τόσα πέρα δώθε, δεν έχει και απρόοπτα; Πες!
Εννοείται πως έχει και μάλιστα την ημέρα που την είδες είχε και μάλιστα κάτι πολύ χοντρό. Αλλά δεν πειράζει! Απλώς, πρέπει να είσαι σε εγρήγορση εκατό τοις εκατό. Ειδικά σε μια παράσταση με δύο μόνο ανθρώπους στη σκηνή, με πάρα πολλές αλλαγές ρούχων και σκηνικού, όπου κούτες μπαίνουν και βγαίνουν, καρέκλες αλλάζουν θέση, αντικείμενα πρέπει να εμφανιστούν κάπου ακριβώς τη σωστή στιγμή. Αν κάτι πάει λίγο στραβά, πρέπει εκείνη τη στιγμή να βρεις τρόπο να το αντιμετωπίσεις. Δεν υπάρχει κάπου να «σωθείς». Μπορεί να κλείσει ένα μικρόφωνο, να λείπει ένα αντικείμενο από το φροντιστήριο, να πηδήξεις κατά λάθος μια ατάκα και να πρέπει να την επαναφέρεις αργότερα, επειδή είναι σημαντική για την εξέλιξη του έργου. Αυτά συμβαίνουν στο θέατρο. Για να μπορέσεις όμως να τα διαχειριστείς, πρέπει να είσαι απόλυτα παρών.
Άρα το «αφήνομαι στον ρόλο» δεν σημαίνει ότι και ότι μπορείς να αποσυνδέεσαι από όσα συμβαίνουν γύρω σου.
Καθόλου. Παίζεις, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να λειτουργούν πολλά πράγματα μέσα σου, ενώ το μυαλό δουλεύει συνεχώς. Σε ένα απρόοπτο, όπως λέγαμε πριν, οφείλεις να βρεις τρόπο να καλύψεις αυτό που συνέβη, να βρεις πώς θα προχωρήσει η σκηνή και πώς θα ενημερώσεις τη συνάδελφό σου για κάτι που μπορεί να μην έχει αντιληφθεί χωρίς να καταλάβει τίποτα το κοινό. Αυτό απαιτεί και πολύ καλή προετοιμασία, αλλά και να γνωρίζεις εξαιρετικά καλά τη ροή ολόκληρου του έργου.
Πόση προσωπική δουλειά απαιτεί μια παράσταση, πέρα από τις πρόβες;
Πάρα πολλή. Ό,τι κι αν κάνει ο σκηνοθέτης ή οι συνάδελφοί σου, υπάρχει ένα κομμάτι που είναι αποκλειστικά δική σου ευθύνη. Ειδικά όταν παίζεις για παράδειγμα Δευτερότριτο, και μεσολαβούν τόσες μέρες χωρίς παράσταση, πρέπει να βρεις τρόπο να κρατάς το έργο φρέσκο μέσα σου. Εγώ, για παράδειγμα, το Σαββατοκύριακο μπορεί να μαγειρεύω στο σπίτι, να είναι ο γιος μου με έναν φίλο του και να παίζουν, και να λέω τα λόγια μου ενώ φτιάχνω μπράουνις. Και δεν είναι μόνο οι ατάκες αλλά και τα όσα κάνω – υπάρχει τεράστιος όγκος πληροφορίας πέρα από το αμιγώς υποκριτικό κομμάτι. Στις πρώτες παραστάσεις μάλιστα πηγαίναμε με τη Γωγώ αρκετές ώρες νωρίτερα και περνούσαμε ολόκληρο το έργο πριν παίξουμε.
Η παράσταση έχει έντονο ρεαλισμό, αλλά ταυτόχρονα και μεγάλη ευαισθησία. Πώς προσεγγίσατε αυτόν τον κόσμο;
Πράγματι. Υπάρχει έντονος ρεαλισμός στον τρόπο που μιλάμε και κινούμαστε και ταυτόχρονα χρειάζεται πολλή ευαισθησία, γιατί έχουμε δύο πολύ διαφορετικές γυναίκες που συναντιούνται για να συγκατοικήσουν και η καθεμία φέρει το δικό της παρελθόν και τα δικά της τραύματα. Η Ρόμπιν, ο δικός μου ρόλος, είναι μια γυναίκα που δεν ανοίγει τα χαρτιά της από την αρχή. Τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουμε για εκείνη είναι ότι είναι ομοφυλόφιλη και βίγκαν. Στις ερωτήσεις που της κάνει η Σάρον οι απαντήσεις της είναι σε μεγάλο βαθμό παραπλανητικές. Παρουσιάζεται ως ποιήτρια, λέει διάφορα για τη ζωή της, ενώ στην πραγματικότητα έχει φύγει από το Μπρονξ και έχει πάει στην επαρχία της Αϊόβα ακριβώς για να ξεφύγει από το παρελθόν και τις παλιές της συνήθειες.
Και την ανακαλύπτουμε βήμα-βήμα.
Ναι και αυτό ήταν ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου. Η παραβατικότητα της Ρόμπιν αποκαλύπτεται στη Σάρον την ίδια στιγμή που αποκαλύπτεται και στο κοινό. Δεν είναι δηλαδή μια περίπτωση όπου οι θεατές γνωρίζουν ήδη κάτι και απλώς βλέπουν έναν χαρακτήρα να το κρύβει.
Αυτό επηρεάζει πολύ και τον τρόπο που παίζεις. Δεν πρέπει να φαίνεται δηλαδή ότι «κάτι κρύβεις». Δεν πρέπει να προδίδεις τίποτα. Ακόμη και όταν η Ρόμπιν λέει «είμαι ποιήτρια», πρέπει να το πει απολύτως φυσιολογικά, χωρίς κάποιο κλείσιμο του ματιού στο κοινό. Οι αποκαλύψεις πρέπει να έρθουν όταν είναι η ώρα τους.
Είναι και μια καθαρά γυναικεία ιστορία: δύο γυναίκες επί σκηνής και μια γυναίκα στη σκηνοθεσία. Έπαιξε ρόλο αυτό στη δουλειά σας;
Νομίζω πως ναι. Το γυναικείο «λογισμικό», αν μπορώ να το πω έτσι, λειτουργεί διαφορετικά. Μια γυναίκα μπορεί να συναισθανθεί κάποιες καταστάσεις καλύτερα, να αναγνωρίσει τη γυναικεία λειτουργία. Εδώ έχουμε δύο γυναίκες πληγωμένες, ταλαιπωρημένες, με ένα περίεργο παρελθόν και με πολύ έντονο μέσα τους το αίσθημα της μοναξιάς. Εγώ ακούμπησα πολύ στη Βίκυ. Ήξερε ακριβώς σε ποιον κόσμο θέλει να μας βάλει και μας οδήγησε εκεί με πολλή ηρεμία.
Τι χαρακτήριζε τον τρόπο της;
Η ελευθερία. Σου μεταδίδει αυτό που έχει στο μυαλό της χωρίς να σε πιέζει. Μας άφηνε να δοκιμάσουμε, να ανακαλύψουμε πράγματα. Δούλευε με βάση τα χαρακτηριστικά μας, την προσωπικότητά μας και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύουμε ως ηθοποιοί. Δεν προσπάθησε να μας φορέσει κάτι δικό της που έπρεπε εμείς αναγκαστικά να υπηρετήσουμε. Με τη Βίκυ έχουμε δουλέψει ξανά, γνωριζόμαστε πολύ καλά και έχουμε μεγάλη οικειότητα. Όταν μου πρότεινε το έργο, είπα αμέσως ναι. Μου άρεσε πολύ και το γεγονός ότι δεν είχε παρουσιαστεί ξανά στην Ελλάδα. Διάβασα αρκετά γι’ αυτό και με ενδιέφερε πολύ η ιδέα να δώσουμε χώρο σε δύο γυναίκες επί σκηνής, με μια γυναίκα να τις σκηνοθετεί.
Σας εξέπληξε η ανταπόκριση του κοινού;
Πάρα πολύ. Και ιδιαίτερα η ανταπόκριση μεγαλύτερων ηλικιών. Είναι ένα έργο που θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει και εναλλακτικό και στην αρχή αναρωτιόμασταν πώς θα λειτουργήσει σε διαφορετικά κοινά. Κι όμως, βλέπουμε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας να συμμετέχουν, να γελούν, να αντιδρούν από την πρώτη στιγμή. Και αυτό είναι υπέροχο. Γιατί αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου. Νομίζω ότι είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που μας έχουν απομείνει όπου άνθρωποι έρχονται πραγματικά κοντά με ανθρώπους. Υπάρχει μια αόρατη κλωστή επικοινωνίας ανάμεσα στους ηθοποιούς και στο κοινό.
Η χαρά του κόσμου, που την ένιωσα, επιστρέφει και σε εσάς πάνω στη σκηνή.
Βέβαια! Λέμε συχνά με τη Γωγώ πόσο πολύ χαιρόμαστε αυτή τη δουλειά. Παρότι έχει πάρα πολλές αλλαγές, άγχος και μια συνεχή ένταση, δεν μας κουράζει καθόλου. Ο ρυθμός είναι ασταμάτητος, αλλά το απολαμβάνουμε. Είμαι πραγματικά πολύ χαρούμενη γι’ αυτή τη συνεργασία και γι’ αυτό το έργο. Έχω πολύ καλό ένστικτο για την παράσταση.
Με τη Γωγώ δεν είχατε ξανασυνεργαστεί. Κι όμως, μοιάζετε σαν να γνωρίζεστε χρόνια.
Δεν είχαμε ξαναπαίξει ποτέ μαζί. Γνωριστήκαμε ουσιαστικά σε μια πρεμιέρα όπου είχαμε πάει χωριστά να δούμε τον Νίκο Ψαρρά. Μετά την παράσταση είπαμε αυθόρμητα να πάμε για ένα ποτό στη Μαβίλη. Και στο τέλος της βραδιάς λέγαμε πόσο ωραίο θα ήταν κάποτε να συνεργαστούμε. Τρεις μήνες αργότερα μας πήρε η Βίκυ! Είναι από εκείνες τις συμπτώσεις που σε κάνουν να λες «κοίτα πώς γίνονται μερικές φορές τα πράγματα».
Φέτος έχεις επιλέξει να μη φορτώσεις το πρόγραμμά σου με άλλα πράγματα.
Ναι. Αυτή την περίοδο θέλω να είμαι περισσότερο με το παιδί μου. Έπειτα από γυρίσματα, θέατρα και πολλή δουλειά, θέλω να περνάμε χρόνο μαζί. Υπάρχουν κάποιες τηλεοπτικές συζητήσεις για αργότερα και κάποια πράγματα για την επόμενη θεατρική χρονιά, αλλά αυτή τη στιγμή τίποτα δεν είναι οριστικό. Η δουλειά και η μητρότητα μπορούν να συνδυαστούν, αλλά χρειάζεται ισορροπία. Δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα ταυτόχρονα και μερικές φορές πρέπει να υπάρχει ιεράρχηση και προτεραιότητα. Το θέατρο είναι βραδινή δουλειά και όταν έχεις ένα παιδί σε αυτή την ηλικία δεν μπορείς να λείπεις κάθε βράδυ. Γι’ αυτό προσπαθώ αυτή την περίοδο να κρατήσω μια ισορροπία.
Στη σκηνή περνάς πολύ εύκολα από το κωμικό στο δραματικό. Είναι κάτι που σε εκφράζει και ως άνθρωπο;
Απολύτως. Γιατί έτσι είναι και η ζωή. Μπορεί να είμαι με φίλες μου και να συζητάμε κάτι πολύ δύσκολο, κάτι που μας έχει στεναχωρήσει, να υπάρχει πραγματικό δράμα στην ατμόσφαιρα και ξαφνικά να ειπωθεί μια ατάκα και να πέσουμε κάτω από τα γέλια. Αυτό λέω και στον γιο μου: όλοι οι άνθρωποι έχουμε όλα τα συναισθήματα και πρέπει να μάθουμε να τα αναγνωρίζουμε και να τα διαχειριζόμαστε. Θα κλάψουμε, θα θυμώσουμε, θα στεναχωρηθούμε. Δεν πρέπει όμως να μένουμε για πάντα πάνω σε αυτό. Πρέπει με κάποιον τρόπο να το λύνουμε και κυρίως να το μοιραζόμαστε. Όταν μοιράζεσαι αυτό που σε απασχολεί και το συζητάς, παύει να είναι το ίδιο βαρύ.
Και είμαι πολύ χαρούμενη γιατί ο Κωνσταντίνος είναι ένα παιδί που μιλάει και ανοίγεται. Ό,τι αισθάνεται, ό,τι νιώθει, θα έρθει να μου το πει. Αυτό με κάνει πολύ χαρούμενη και περήφανη.
Το ίδιο πιστεύεις και για τους θεατρικούς χαρακτήρες; Ότι δεν μπορούν να είναι μονοδιάστατοι;
Φυσικά. Ούτε στη ζωή ούτε στο θέατρο υπάρχει μόνο ένα πράγμα. Οι άνθρωποι και οι ρόλοι έχουν παρελθόν, καλές και κακές στιγμές, αντιφάσεις. Το ίδιο συμβαίνει με τη Σάρον και τη Ρόμπιν. Περνούν από διαφορετικές φάσεις, κάποιες στιγμές απομακρύνονται, άλλες δένονται. Υπάρχει μάλιστα μια πολύ σημαντική στιγμή όπου η Σάρον δείχνει στη Ρόμπιν ότι πραγματικά την εμπιστεύεται. Και αυτό είναι πολύ μεγάλο πράγμα: να σου δείχνει κάποιος εμπιστοσύνη και όχι απλώς να σου το λέει. Πολλές φορές χάνουμε την εμπιστοσύνη μας στους ανθρώπους. Και ξαφνικά μπορεί να έρθει ένας ξένος, ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει τα βιώματά σου, και να σου πει «εγώ σε πιστεύω» – και να το εννοεί.
Η εμπιστοσύνη είναι εξίσου σημαντική και στη σχέση ηθοποιού και σκηνοθέτη;
Είναι καθοριστική. Ο ηθοποιός, ειδικά στην αρχή των προβών, έχει πάντα μια συστολή. Σκέφτεται πώς θα διαβάσει, πώς θα κινηθεί, πώς θα δοκιμάσει κάτι, γιατί εκτίθεται. Δεν είναι πάντα βολικό να βρίσκεσαι στη σκηνή, με τεχνικούς, ηχολήπτες, φωτιστές από κάτω, και να πρέπει να δοκιμάσεις κάτι που μπορεί και να μη λειτουργήσει. Όταν όμως το επαγγελματικό σου περιβάλλον σού δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη και φροντίδα και δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορείς να εκτεθείς χωρίς να αισθάνεσαι ότι θα κριθείς, τότε ελευθερώνεσαι. Αυτό συνέβη με τη Βίκυ. Μπορούσαμε να πούμε: «Θα το δοκιμάσω. Δεν πειράζει αν είναι κακό. Θα το αλλάξουμε». Και πράγματι αυτό κάναμε. Δοκιμάζαμε συνεχώς.
Δίνεις την αίσθηση ότι τη Ρόμπιν την έχεις βρει πολύ νωρίς. Το νιώθεις κι εσύ;
Ναι. Στη συγκεκριμένη παράσταση αισθάνθηκα ότι έπιασα τη Ρόμπιν από την αρχή. Έχω ένα κριτήριο ως ηθοποιός: όταν διαβάζω ένα κείμενο και μπορώ να «με δω» μέσα στον ρόλο, τότε σημαίνει ότι πατάω κάπου γερά. Δεν συμβαίνει πάντα. Υπήρξαν έργα που με δυσκόλεψαν περισσότερο, όπου χρειάστηκε χρόνος για να βρω τους βασικούς άξονες. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ένας ρόλος τελειώνει ποτέ. Όσο παίζεται μια παράσταση, μέχρι και την τελευταία βραδιά, ο ηθοποιός βρίσκει πράγματα. Κάτι εξελίσσεται, κάτι καινούργιο ανθίζει. Για μένα νίκη είναι να έχω βρει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ρόλου ήδη από τις πρώτες παραστάσεις και στη συνέχεια να μπορώ να τον εξελίσσω, να τον αφήνω να ανθίσει και να γίνεται όλο και περισσότερο δικός μου.
Η Συγκάτοικος
Θέατρο Πειραιώς 131, Γκάζι, τηλ. 2103450922