Ο Μαρκ Κάρνεϊ και τα όρια της αντίστασης στον Τραμπ
Διαβάζεται σε 18'
Ο πρωθυπουργός του Καναδά έχει γίνει πρόσωπο-σύμβολο απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο. Μήπως όμως η οικονομία της χώρας είναι τόσο εξαρτημένη που καθιστά αδύνατη την οριστική ρήξη;
- 24 Σεπτεμβρίου 2026 06:05
Στεκόμενος ενώπιον των νομοθετών, σχεδόν 4.000 μίλια μακριά από το δικό του κοινοβούλιο, ο Μαρκ Κάρνεϊ έθετε ως στόχο του τη συμβολή στη δημιουργία της «επόμενης δίκαιης, σταθερής και ευημερούσας παγκόσμιας τάξης», την ίδια στιγμή που η πατρίδα του, ο Καναδάς, κλονίζεται από τις ενέργειες του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο πρωθυπουργός του Καναδά, ο οποίος έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο την περασμένη εβδομάδα, κάλεσε σε μια συμμαχία με την ΕΕ ώστε να λειτουργήσει ως «φάρος για άλλες δημοκρατίες» – αλλάζοντας τη ρητορική του σε σχέση με τις δηλώσεις του τον προηγούμενο μήνα περί «πολέμου» με τις ΗΠΑ.
Ο Κάρνεϊ δεν κρύβει την πεποίθησή του ότι οι εμπορικές και πολιτικές εντάσεις με τις ΗΠΑ του Τραμπ δημιουργούν την ευκαιρία – και μάλιστα την ευθύνη – να διαμορφωθεί μια νέα παγκόσμια τάξη για την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η κλιματική αλλαγή, η διάβρωση των δημοκρατικών προτύπων και η επιρροή ενός ανώνυμου αλλά ταυτόχρονα πολύ αναγνωρίσιμου «ηγεμόνα».
«Η εμπειρία μου από τις κρίσεις δείχνει ότι η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς», δήλωσε στους FT σε συνέντευξή του αυτόν τον μήνα. «Ο Καναδάς διαθέτει αυτά που θέλει ο κόσμος – και ιδιαίτερα σε έναν κόσμο όπου η εθνική κυριαρχία δέχεται πιέσεις».
Προσθέτει ότι «επικεντρωνόμαστε σε αυτά που υποστηρίζουμε και όχι σε αυτά στα οποία εναντιωνόμαστε». Ωστόσο, λίγοι άλλοι Δυτικοί ηγέτες έχουν βασίσει την εγχώρια και διεθνή τους απήχηση τόσο ξεκάθαρα στην αντίθεσή τους προς τον Τραμπ.
Ο Κάρνεϊ έστησε τη νικηφόρα εκστρατεία του Φιλελεύθερου Κόμματος στις γενικές εκλογές του περασμένου έτους γύρω από την ιδέα της αντίστασης απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο.
Επίσης, προκάλεσε αίσθηση στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός τον Ιανουάριο με το όραμά του για τις «μεσαίες δυνάμεις» που συνεργάζονται σε έναν κόσμο τον οποίο διαφορετικά θα κυριαρχούσαν οι υπερδυνάμεις. Ο Καναδάς είναι μέχρι στιγμής η μόνη χώρα εκτός της Κίνας που απάντησε στους δασμούς της κυβέρνησης Τραμπ με συγκεκριμένα και όχι επαπειλούμενα αντίμετρα.
Ωστόσο, η Οτάβα είναι εκτεθειμένη απέναντι σε μια εκδικητική διάθεση των ΗΠΑ – λόγω του βάθους της αλληλεξάρτησης των οικονομιών των δύο κρατών, των ορίων της συνεργασίας με άλλες χώρες και των τρωτών σημείων του ίδιου του καναδικού μοντέλου.
Ο Τραμπ απάντησε στο σχόλιο του Κάρνεϊ περί «πολέμου» τον περασμένο μήνα επιβάλλοντας δασμούς 50% σε καναδικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ ύψους 28 δισ. δολαρίων Καναδά (20 δισ. δολαρίων ΗΠΑ), οι οποίες κυμαίνονται από ηλεκτρονικά είδη και αλκοόλ μέχρι βολβούς τουλίπας.
Καθώς οι ΗΠΑ απορροφούν τα δύο τρίτα όλων των εξαγωγών του Καναδά, η οικονομική ισορροπία της χώρας διακυβεύεται καθώς οι δύο κυβερνήσεις κλιμακώνουν την εμπορική τους διαμάχη.
«Μια εμπορική σχέση που κάποτε αποτελούσε μεγάλο πλεονέκτημα, έχει πλέον μετατραπεί σε σοβαρή αδυναμία», σημείωσε ο ίδιος ο Κάρνεϊ φέτος, προσθέτοντας ότι το 60% των εξαρτημάτων αυτοκινήτων που κατασκευάζονται στον Καναδά και το 90% των έτοιμων οχημάτων, εξαγόταν στις ΗΠΑ, την ώρα που τα επιμέρους ανταλλακτικά μπορεί να περάσουν τα σύνορα έως και οκτώ φορές μέχρι να φτάσουν στην έκθεση μιας αντιπροσωπείας».
Αντίθετα, παρόλο που ο Κάρνεϊ και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μιλούν για μετατροπή του Καναδά σε «συνδεδεμένο μέλος» της ΕΕ, μια εμπορική συμφωνία βάθους δεκαετίας μεταξύ των δύο αρχών, δεν έχει ακόμη επικυρωθεί πλήρως.
Ορισμένοι αξιωματούχοι της ΕΕ καθιστούν σαφή την άποψή τους. Παρά την έκκληση του Κάρνεϊ για συνεργασία των μεσαίων δυνάμεων, εκτιμούν πως μια προσπάθεια για επίτευξη νέας συμφωνίας με τον Καναδά θα αποσπούσε την προσοχή από μεγαλύτερα ζητήματα.
«Η καναδική οικονομία εξάγει τη συντριπτική πλειονότητα [εκ των αγαθών που πωλούνται στο εξωτερικό] στις ΗΠΑ. Έχει άρα πράγματι συμφέρον ο Καναδάς να ευθυγραμμιστεί με τα ρυθμιστικά πλαίσια της ΕΕ και την εσωτερική αγορά της;» αναρωτιέται ένας διπλωμάτης της ΕΕ, ο οποίος θεωρεί την ιδέα της φον ντερ Λάιεν για απόκτηση της συνδεδεμένης ιδιότητας μέλους ως έναν «αντιπερισπασμό» από πιο συγκεκριμένους στόχους. «Καταλαβαίνει ο Καναδάς τι θα συνεπαγόταν κάτι τέτοιο;»
Με τη σειρά του, ο Τραμπ, ο οποίος δημοσιεύει τακτικά στο Truth Social μηνύματα όπως «ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΚΑΝΑΔΑ, ΑΥΤΟΙ ΜΑΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ» αλλά και άλλες παρόμοιες τοποθετήσεις, άφησε να εννοηθεί ότι η πιθανολογούμενη συμφωνία σύνδεσης της χώρας με την ΕΕ θα μπορούσε να θεωρηθεί «εχθρική πράξη» που θα προκαλούσε ένα κύμα νέων δασμών.
Επί του παρόντος, ο Κάρνεϊ διεξάγει τη μάχη του σε δύο μέτωπα.
Συνέχισε την τακτική του προκατόχου του Τζάστιν Τριντό να επιβάλλει αντίμετρα στους δασμούς της κυβέρνησης Τραμπ σε κάθε ευκαιρία, εντείνοντας την όλη οικονομική αναταραχή ενόψει των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών τον Νοέμβριο, ακόμη και την ώρα που η Ουάσιγκτον προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τη πολύ μεγαλύτερη οικονομική της ισχύ – το ΑΕΠ της είναι 13 φορές μεγαλύτερο από αυτό του Καναδά – για να εξαναγκάσει την Οτάβα σε συμμόρφωση.
Ο πρωθυπουργός προσπάθησε επίσης να μειώσει την εξάρτηση του Καναδά από τις ΗΠΑ όσο καλύτερα μπορεί – όχι μόνο επιδιώκοντας την εμβάθυνση των δεσμών με την ΕΕ, αλλά και διοργανώνοντας μια επενδυτική σύνοδο κορυφής υψηλού προφίλ, αλλά και ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο προς αναζήτηση νέων εμπορικών ευκαιριών.
Οι Καναδοί πολίτες δείχνουν να επικροτούν την πολιτική που ακολουθεί. Μια δημοσκόπηση αυτόν τον μήνα από την Spark Insights κατέγραψε ρεκόρ δημοτικότητας 70% – υψηλότερο από οποιονδήποτε προηγούμενο πρωθυπουργό.
Οι διεθνείς ελίτ – κύκλοι στους οποίους ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης κινείται εδώ και καιρό – έχουν επίσης εμφανιστεί υποστηρικτικοί.
Ο Marco Mendicino, πρώην διευθυντής του γραφείου του Κάρνεϊ, αναφέρει ότι ο Κάρνεϊ «έχει αναπτύξει σχέσεις σε όλο τον κόσμο που βασίζονται στην εμπιστοσύνη».
Ο διευθύνων σύμβουλος της Barclays, CS Venkatakrishnan, ο οποίος παρευρέθηκε στη σύνοδο κορυφής την περασμένη εβδομάδα, χαρακτήρισε τις προσπάθειες του Κάρνεϊ να προσελκύσει επενδύσεις ως «ηρωικές», ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, Christian Sewing, δήλωσε ότι ο Καναδάς είναι «πλέον στον χάρτη, πολύ πιο σημαντικός από ποτέ».
Άλλοι ηγέτες φροντίζουν να δείξουν την οικειότητά τους με τον Κάρνεϊ. Ο Πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν τον συνάντησε την Κυριακή σε γαλλικό έδαφος στα ανοικτά των ακτών της Νέας Γης. Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Άντι Μπέρναμ τον χαιρέτισε ως «σπουδαίο προοδευτικό ηγέτη» όταν συναντήθηκαν στο Λίβερπουλ την περασμένη εβδομάδα.
Το ερώτημα είναι αν, απέναντι στην οργή του γείτονά του στα νότια, η προσπάθεια του Κάρνεϊ να προτείνει μια εναλλακτική λύση απέναντι στον Τραμπ, μπορεί να ευδοκιμήσει.
«Αναλαμβάνει το ρίσκο, επειδή η σχέση είναι τόσο σημαντική, εκτιμώντας ότι οι ΗΠΑ δεν θα πυροβολήσουν τα πόδια τους», λέει η Inu Manak από το Peterson Institute for International Economics που εδρεύει στην Ουάσιγκτον.
Το διμερές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών ανήλθε σε 870 δισ. δολάρια πέρυσι και ο Κάρνεϊ αναφέρει ότι περίπου το 80% των καναδικών εξαγωγών παραμένει χωρίς δασμούς. Υπάρχουν όμως περιθώρια επέκτασης του εμπορικού πολέμου, ειδικά εφόσον ο Τραμπ επέλεξε να μην ανανεώσει μακροπρόθεσμα τη συμφωνία ΗΠΑ – Μεξικού – Καναδά (USMCA) την οποία ο ίδιος επαναδιαπραγματεύτηκε κατά την πρώτη του θητεία – υποστηρίζοντας ότι ευνοεί αθέμιτα τους γείτονες της Αμερικής.
Η Manak προσθέτει: «Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες γυρίσουν την πλάτη σε έναν από τους παλαιότερους συμμάχους και αξιόπιστους εταίρους τους, τότε νομίζω ότι θα βρεθούμε μπροστά σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση».
Από τη τραπεζική καριέρα, στην πολιτική
Για πολλούς ο Κάρνεϊ είναι μια απροσδόκητη φιγούρα συσπείρωσης για όσους επιδιώκουν να απαλλαγούν από την επιρροή του Τραμπ.
Ο 61χρονος οικονομιολόγος έχει εμπειρία 13 ετών στη Goldman Sachs, ενώ διηύθυνε την Τράπεζα του Καναδά κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης και ηγήθηκε της Τράπεζας της Αγγλίας στον απόηχο του δημοψηφίσματος για το Brexit το 2016.
Έχει διαμορφώσει την πολιτική του ταυτότητα προβάλλοντας ότι είναι κάτι παραπάνω από έναν επαγγελματία πολιτικό, έχοντας ένα υπόβαθρο που ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι έχει δώσει μεγαλύτερο βάρος στις δηλώσεις του.
Ο Καναδός ιστορικός JDM Stewart ισχυρίζεται ότι η πιο μαχητική προσέγγιση του πρωθυπουργού απέναντι στις ΗΠΑ αναβίωσε μια εθνική αφήγηση που είχε σε μεγάλο βαθμό εγκαταλειφθεί από τον δημόσιο διάλογο.
Για μεγάλο διάστημα του 19ου αιώνα, οι Καναδοί φοβούνταν την εδαφική επέκταση των ΗΠΑ, καθώς Αμερικανοί πολιτικοί εξέφραζαν το ενδιαφέρον τους να αναλάβουν τον έλεγχο του βόρειου γείτονά τους.
«Είχαμε τα σκαμπανεβάσματα στη σχέση με τις ΗΠΑ, αλλά δεν υπήρξε τίποτα τόσο καυστικό, περιφρονητικό και εξοργιστικό όσο η συμπεριφορά αυτού του προέδρου απέναντι στον Καναδά», προσθέτει ο Stewart, αναφερόμενος στις αναφορές του Τραμπ περί προσάρτησης από τις ΗΠΑ – αυτού που αποκαλεί «51η πολιτεία» – και σε κινήσεις όπως η μετονομασία της Λίμνης Οντάριο σε «Λίμνη Αμερικής» αυτόν τον μήνα.
Όσον αφορά τη διεθνή σκηνή, ο Κάρνεϊ αναφέρει ότι η ομιλία του στο Νταβός «βρήκε απήχηση επειδή εξέφρασε αυτό που σκέφτονταν πολλοί άνθρωποι… αρκετοί από εμάς σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο και συνεργαζόμαστε για να προχωρήσουμε μπροστά, μαζί».
Προσθέτει ότι οι εμπορικοί δεσμοί άλλων χωρών με τις ΗΠΑ δεν είναι αυτοί που ήταν – ακόμη και αν δεν βρίσκονται στο ίδιο σπιράλ μέτρων και αντιμέτρων όπως ο Καναδάς.
«Η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά έχει αλλάξει», λέει. «Όλοι καλούνται να πληρώσουν, και αυτό είναι, με λόγια του ίδιου του προέδρου, ένα τίμημα για την πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ».
Σε συνέχεια των αλλεπάλληλων εντάσεων μεταξύ Οτάβας και Ουάσιγκτον, ο Τραμπ δημοσίευσε στο δίκτυό του Truth Social τη Δευτέρα ότι οι ΗΠΑ σχεδιάζουν τώρα να αγοράσουν γεωργικό λίπασμα ποτάσας από τη Λευκορωσία, σύμμαχο της Ρωσίας, «σε σημαντικά χαμηλότερη τιμή από αυτήν που πληρώνουμε αυτήν τη στιγμή στον Καναδά».
Ο Καναδάς είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας ποτάσας στον κόσμο· η Λευκορωσία αποτελεί στόχο διεθνών κυρώσεων, μεταξύ των οποίων και από την ΕΕ.
Η ρητορική του Κάρνεϊ περί μεσαίων δυνάμεων έχει αποσπάσει θετικές κριτικές από άλλες κυβερνήσεις που βρέθηκαν στο στόχαστρο της μερκαντιλιστικής εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ. Η επόμενη πρόκληση για αυτόν είναι να μετατρέψει αυτή την καλή θέληση σε πρακτικά περισσότερο εμπόριο.
Ο Καναδός πρωθυπουργός ισχυρίζεται ότι η χώρα είχε εκμεταλλευτεί με επωφελή τρόπο τη θέση της «σε συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου που παρείχαν πρόσβαση σε 1,5 δισεκατομμύριο καταναλωτές», δηλώνοντας στους FT ότι «αυτό είναι κάτι που θα διπλασιάσουμε στους επόμενους έξι μήνες, φτάνοντας στα 3 δισεκατομμύρια».
Ωστόσο, ειδικοί σε θέματα εμπορίου προειδοποιούν ότι η οικοδόμηση μιας εναλλακτικής οικονομικής τάξης, κατά την οποία ο Καναδάς δεν θα εξαρτάται πλέον τόσο έντονα από τις ΗΠΑ, θα μπορούσε να πάρει δεκαετίες για να υλοποιηθεί.
Η ΕΕ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η υποστήριξη της φον ντερ Λάιεν για συνδεδεμένη ιδιότητα μέλους του Καναδά έγινε δεκτή με ικανοποίηση, σε μια χώρα όπου το 71% των πολιτών έχει «θετική» γνώμη για το μπλοκ.
Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σαφές τι θα απέφερε η συνδεδεμένη ιδιότητα μέλους.
Ο Péter Balás, πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Εμπορίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και νυν σύμβουλος στη δικηγορική εταιρεία Covington and Burling, αναφέρει ότι ο πολύ μεγαλύτερος πληθυσμός της ΕΕ «δείχνει ποιος πρέπει να προσαρμοστεί σε ποιον».
Ο Καναδάς έχει ήδη πληρώσει για να γίνει η πρώτη χώρα εκτός ΕΕ που εισέρχεται στο πρόγραμμα δανεισμού του μπλοκ, ύψους 150 δισ. ευρώ, για τη χρηματοδότηση της άμυνας. Ο Κάρνεϊ επιθυμεί επίσης η Οτάβα να ενταχθεί στο πρόγραμμα φοιτητικών ανταλλαγών Erasmus+, να αυξήσει τον ρόλο της στο επόμενο στάδιο του ερευνητικού προγράμματος Horizon Europe και να εξασφαλίσει μια συμφωνία που θα επιτρέπει σε νέους να εργάζονται στις δύο περιοχές.
Θα έπρεπε να πληρώσει ωστόσο για να συμμετάσχει σε αυτά τα προγράμματα, δηλώνει διπλωμάτης της ΕΕ. «Κανένα γεύμα δεν είναι δωρεάν».
Το χρονολόγιο του Μαρκ Κάρνεϊ
- 16 Μαρτίου 1965: Γεννήθηκε στο Fort Smith των Βορειοδυτικών Εδαφών του Καναδά και μεγάλωσε στο Edmonton της Alberta.
- 1988–2003: Απέκτησε πτυχίο οικονομικών από το Harvard, εργάστηκε στη Goldman Sachs, πραγματοποίησε διδακτορικές σπουδές στην Οξφόρδη και στη συνέχεια επέστρεψε στη Goldman.
- 2003–2013: Διορίστηκε υποδιοικητής της Τράπεζας του Καναδά, εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και το 2008 έγινε διοικητής της Τράπεζας.
- 2013–2020: Έγινε ο πρώτος ξένος διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας.
- 2020–2025: Παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες σε διάφορες εταιρείες και διετέλεσε ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για την κλιματική δράση – χρηματοδότηση.
- 2025: Μετά την παραίτηση του Justin Trudeau, ο Carney κέρδισε τη μάχη για την ηγεσία του Φιλελεύθερου Κόμματος και έγινε πρωθυπουργός.
Ο οικονομικός αντίκτυπος μιας τέτοιας συμφωνίας θα ήταν μηδαμινός. Το Ηνωμένο Βασίλειο, μια μεγαλύτερη από τον Καναδά οικονομία που κινείται στο κατώφλι της ΕΕ, διαπραγματεύεται ένα παρόμοιο σχέδιο για τους νέους, ευθυγραμμίζοντας τα πρότυπα υγείας με το μπλοκ και συνδέοντας με αυτό τις αγορές ενέργειας. Ωστόσο, αυτά τα μέτρα θα μπορούσαν να αυξήσουν το ΑΕΠ μόλις κατά 0,3% έως το 2040, σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση.
Οι περισσότερες κυβερνήσεις του μπλοκ έχουν επίσης εμφανιστεί πολύ λιγότερο ενθουσιώδεις σε σχέση με τη φον ντερ Λάιεν όσον αφορά τους επίσημους δεσμούς με τον Καναδά, με τη Γερμανία να ζητά την «επανεξέταση» του όρου «συνδεδεμένο μέλος».
Αυτή η επιφυλακτικότητα γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, δεδομένης της αδυναμίας της ΕΕ να επικυρώσει πλήρως τη Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία (CETA) που υπέγραψε με τον Καναδά το 2016.
Η CETA εφαρμόζεται προσωρινά από το 2017, πράγμα που σημαίνει ότι οι μειώσεις δασμών, οι τελωνειακοί κανόνες και η πρόσβαση στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών ισχύουν ήδη. Στο διάστημα αυτό, οι διμερείς εμπορικές συναλλαγές σημείωσαν αύξηση άνω του 80%.
Ωστόσο, η Γαλλία, η Ιταλία και η Πολωνία είναι μεταξύ των 10 χωρών που καθυστερούν την πλήρη επικύρωση, επικαλούμενες ανησυχίες για την εθνική κυριαρχία, περιβαλλοντικούς κανονισμούς και τεχνικές ενστάσεις στον μηχανισμό επενδυτικών ρυθμίσεων της CETA.
Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν επικυρώνουν τη συμφωνία επειδή ο Καναδάς επιμένει να παράγει τη δική του φέτα και χαλούμι, τυριά που προστατεύονται γεωγραφικά στην ΕΕ.
Ακόμη και με τη CETA σε προσωρινή ισχύ, το καναδικό βοδινό κρέας παραμένει αποκλεισμένο από την Ευρώπη, επειδή στα βοοειδή χορηγούνται αυξητικές ορμόνες, μια πρακτική που επιτρέπεται στις ΗΠΑ.
Ένας πιο επικίνδυνος κόσμος
Εμπόδια παραμένουν για τον Καναδά και σε άλλες αγορές, όπως η Mercosur, η νοτιοαμερικανική εμπορική ομάδα κρατών στην οποία η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη είναι πλήρη μέλη.
Οι Καναδοί παραγωγοί βοδινού κρέατος εξέφρασαν ανησυχίες φέτος ότι το σχέδιο της Οτάβας για συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την ομάδα αυτή θα οδηγούσε σε έναν κατακλυσμό φθηνότερου εισαγόμενου κρέατος που θα μπορούσε να καταστρέψει τον κλάδο τους.
Ο Καναδάς θέλει να διπλασιάσει το διμερές εμπόριο με την Ινδία και έχει κάνει λόγο για συμφωνία με τη χώρα έως το τέλος του 2026. Όμως οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών μόλις τώρα αρχίζουν να ομαλοποιούνται μετά τη διπλωματική διαμάχη του 2023, όταν η Οτάβα κατηγόρησε την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Narendra Modi για συνέργεια στη δολοφονία Σιχ ακτιβιστή στη Βρετανική Κολομβία.
Η επαναπροσέγγιση με την Κίνα είναι επίσης ένα λεπτό ζήτημα, ειδικά επειδή οι καναδικές υπηρεσίες πληροφοριών θεωρούν το Πεκίνο «διαρκή απειλή» και ως έναν από τους «κύριους αυτουργούς ξένης ανάμειξης και κατασκοπείας».
«Τα κινεζικά κεφάλαια έχουν θεμιτή θέση στον Καναδά», σημειώνει η Vina Nadjibulla, ειδική σε θέματα ασιατικής πολιτικής και ιδρύτρια του Centre for Strategic Statecraft. «Ωστόσο, ο πραγματισμός δεν μπορεί να φτάνει στο σημείο να θεωρούμε κάθε επενδυτικό κεφάλαιο στρατηγικά ουδέτερο».
Παράλληλα, άλλες υποτιθέμενες μεσαίες δυνάμεις, όπως η Αυστραλία και η Ιαπωνία, έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη δημιουργία συνασπισμών για την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας – στόχους που έθεσε ο Κάρνεϊ στις ομιλίες του στο Νταβός και το Στρασβούργο. Ωστόσο, η άμεση γεωγραφική τους έκθεση στην Κίνα και η μεγάλη εξάρτησή τους από τις εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ περιορίζουν το πόσο μακριά μπορούν να προχωρήσουν τη στρατηγική τους αυτονομία.
Ακόμη και αν οι σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις μπορούσαν να αποκατασταθούν και να συναφθούν εμπορικές συμφωνίες, τα οφέλη θα παρέμεναν σχετικά μικρά συγκριτικά με την κλίμακα που διέπει την εμπορική σχέση του Καναδά με τις ΗΠΑ.
Ο Κάρνεϊ σχεδιάζει να συνδυάσει τις ανοίγματά του προς άλλα εμπορικά μπλοκ με ένα μπαράζ επενδύσεων στο εσωτερικό, εστιάζοντας στις υποδομές και τους φυσικούς πόρους και αξιοποιώντας τα σχετικά ισχυρά δημόσια οικονομικά του Καναδά.
«Είμαστε μια ενεργειακή υπερδύναμη τόσο στις καθαρές όσο και στις συμβατικές μορφές ενέργειας. Θα ενεργήσουμε ως τέτοια και θα την αναπτύξουμε στο πλήρες δυναμικό της», δηλώνει, προσθέτοντας ότι η χώρα είναι επίσης «ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές κρίσιμων ορυκτών» και δραστηριοποιείται στην τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογία του διαστήματος.
Ωστόσο, τα όρια της οικονομικής αυτονομίας του Καναδά είναι σαφή.
Η Τράπεζα του Καναδά ανέφερε αυτόν τον μήνα ότι ενώ η οικονομία βρίσκεται σε «διευρυνόμενη ανάκαμψη», «η αβεβαιότητα είναι υψηλή και οι νέοι δασμοί των ΗΠΑ καθώς και οι απειλές για περαιτέρω ενέργειες ενέχουν κινδύνους».
Παράλληλα, η καναδική οικονομία επιβαρύνεται από σοβαρά δομικά εμπόδια – ιδιαίτερα τη γραφειοκρατία και τα εμπορικά στεγανά μεταξύ των 10 επαρχιών και των τριών διοικητικών περιφερειών της χώρας
Ηγετικοί βιομηχανικοί όμιλοι διαμαρτυρήθηκαν τον Απρίλιο ότι η γραφειοκρατία της χώρας, της κοστίζει πολλά περισσότερα δισεκατομμύρια σε απώλειες εμπορίου σε σχέση με τους δασμούς του Τραμπ, εν μέρει λόγω των εθνικών και επαρχιακών κανονισμών που αλληλοεπικαλύπτονται. Η αύξηση της παραγωγικότητας έχει σχεδόν σταματήσει τα τελευταία πέντε χρόνια, καθώς το χάσμα με τις ΗΠΑ έχει διευρυνθεί.
Οι φόροι ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι χαμηλότεροι σε σχέση με ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης, αλλά υψηλότεροι από ό,τι στις ΗΠΑ. Ο Peter Howitt, Καναδός οικονομολόγος βραβευμένος με Νόμπελ, έχει υποστηρίξει ότι το φορολογικό σύστημα της χώρας ευνοεί τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αντί για τις πιο παραγωγικές επιχειρήσεις.
Ο Κάρνεϊ αναφέρει ότι ο Καναδάς διαθέτει «ένα από τα πιο ανταγωνιστικά φορολογικά περιβάλλοντα για επιχειρηματικές επενδύσεις» και θα «αναζητήσει τρόπους για την ενίσχυσή του». Προσθέτει: «Ένα από τα πράγματα στα οποία εργαζόμαστε πραγματικά είναι η εξασφάλιση προβλεψιμότητας, καθώς και η επιτάχυνση των εγκρίσεων για νέα επενδυτικά σχέδια».
Υπογραμμίζει ότι ο Καναδάς έχει επιβραδύνει την αύξηση των δημοσίων δαπανών, έχει το χαμηλότερο έλλειμμα στη G7 και διατηρεί σχετικά χαμηλό δομικό πληθωρισμό. «Στόχος μας είναι να βάλουμε σε σωστές βάσεις τους μακροοικονομικούς δείκτες, σε μια εποχή που η διεθνής κοινότητα τους παρακολουθεί στενά», λέει.
Το σωστό ερώτημα δεν είναι το αν ο Κάρνεϊ μπορεί να ελιχθεί καλύτερα από τον Τραμπ στη διεθνή σκηνή ή να εντυπωσιάσει τους παρευρισκόμενους στο Νταβός, αλλά για πόσο χρονικό διάστημα οι Καναδοί ψηφοφόροι είναι διατεθειμένοι να υπομείνουν την επώδυνη διαδικασία απομείωσης της οικονομικής εξάρτησης της χώρας από τις ΗΠΑ.
Προς το παρόν, αξιοποιεί πλήρως τα ποσοστά δημοτικότητάς του στο εσωτερικό, τα οποία βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τη δημοφιλία του Τραμπ.
Όμως, την ίδια στιγμή που απευθύνει προσκλητήριο για επενδύσεις και διεθνείς συμμαχίες, ο Κάρνεϊ παραδέχεται το μέγεθος του εγχειρήματος – μια πρόκληση που για τον ίδιο αποτελεί εγερτήριο σάλπισμα, αλλά που θα μπορούσε εξίσου να τορπιλίσει τις φιλοδοξίες του. «Ο κόσμος γίνεται όλο και πιο επικίνδυνος και διχασμένος», επισημαίνει. «Είναι κάτι που το αντιλαμβάνονται όλοι».
© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.