Γιάννης Ράζος: Η σταθερότητα ως θεσμός, όχι ως σύνθημα
Διαβάζεται σε 4'
Τα ρήγματα του πολιτικού συστήματος λίγο πριν από την κάλπη
- 12 Οκτωβρίου 2026 16:19
Το πολιτικό σύστημα μπαίνει στην προεκλογική περίοδο με ένα παράδοξο που σπάνια συζητείται ανοιχτά, αφού η κυβερνητική σταθερότητα μοιάζει δεδομένη τη στιγμή που η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τα κόμματα και τους θεσμούς παραμένει εύθραυστη.
Το κυβερνών κόμμα δεν απειλείται σοβαρά για την πρώτη θέση, απέχει ωστόσο αισθητά από τα ποσοστά που του χάρισαν άνετες πλειοψηφίες, την ώρα που η αντιπολίτευση μένει κατακερματισμένη και η Κεντροδεξιά βρίσκεται, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, μπροστά στο ενδεχόμενο μιας οργανωμένης διάσπασης.
Η μακροβιότητα της Νέας Δημοκρατίας οφείλεται σε έναν συνδυασμό σταθερών αξιών και πραγματισμού που της επέτρεψε να αντέξει σε κρίσεις οι οποίες διέλυσαν άλλους πολιτικούς φορείς, όμως η κυριαρχία έχει και το δικό της τίμημα. Όταν, όμως, η πρωτιά αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως δεδομένη, υπάρχει ο κίνδυνος η ανανέωση της στρατηγικής και του πολιτικού λόγου να υποχωρήσει, η υπεράσπιση των πολιτικών του να περιορίζεται σε λίγα πρόσωπα και η ενέργεια του κυβερνητικού μηχανισμού να αναλώνεται σε εσωτερικές ισορροπίες, με αποτέλεσμα το επιχείρημα για μια τρίτη θητεία να στηρίζεται περισσότερο στη συνέχεια παρά σε ένα σχέδιο που θα τη δικαιολογούσε.
Η προοπτική ενός νέου κόμματος στον χώρο της Δεξιάς, με επικεφαλής πρώην πρωθυπουργό, αποτελεί τη σοβαρότερη πρόκληση για την κυβερνώσα παράταξη από το 2019 και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους προσωπικής αντιπαράθεσης, γιατί η απαξίωση του αμφισβητία τείνει να συσπειρώνει το ακροατήριό του και να επιβεβαιώνει το αίσθημα αποκλεισμού που το κινητοποιεί. Οι ψηφοφόροι που απομακρύνονται προς τα δεξιά μιλούν για τα εθνικά θέματα, την ασφάλεια και την ταυτότητα της παράταξης, και περιμένουν πολιτικές απαντήσεις. Την ίδια στιγμή, όποιος επιχειρεί ένα τέτοιο εγχείρημα οφείλει να εξηγήσει πώς ο κατακερματισμός ενός χώρου που επί δεκαετίες ταυτίστηκε με τη σταθερότητα θα υπηρετήσει τη χώρα και όχι απλώς την αποδυνάμωση ενός αντιπάλου.
Η μεγαλύτερη δεξαμενή απωλειών, όπως διαφαίνεται στις έρευνες κοινής γνώμης, βρίσκεται πάντως στη μεσαία τάξη και στην περιφέρεια, σε ανθρώπους που δεν αμφισβητούν την κατεύθυνση της κυβέρνησης αλλά δεν αναγνωρίζουν το αποτέλεσμά της στην καθημερινότητά τους, στο κόστος ζωής, στη στέγη, στο δημόσιο σύστημα υγείας και στη λειτουργία του κράτους. Πρόκειται για ψηφοφόρους που στήριξαν την κυβέρνηση σε δύο διαδοχικές αναμετρήσεις με κριτήριο την αποτελεσματικότητα, και με το ίδιο κριτήριο θα αποφασίσουν ξανά, όσο πειστικό κι αν ακούγεται το δίλημμα της σταθερότητας. Σε αυτό το πεδίο η επικοινωνία μπορεί να αναδείξει όσα έχουν γίνει, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει όσα λείπουν.
Υπάρχει και μια θεσμική διάσταση που συνήθως παραβλέπεται. Η ενισχυμένη αναλογική, με το μπόνους να αποδίδεται μόνο σε αυτοτελή κόμματα, κάνει τη σύγκρουση ορθολογική επιλογή και τη συνεργασία στρατηγικό ρίσκο, με αποτέλεσμα το πρώτο κόμμα να επενδύει στο δίλημμα της σταθερότητας, τα κόμματα της αντιπολίτευσης να ανταγωνίζονται για τη δεύτερη θέση αντί να συγκροτούν εναλλακτική διακυβέρνησης και τα μικρότερα να καταφεύγουν στην αδιαλλαξία για να μην απορροφηθούν. Η συζήτηση για τον εκλογικό νόμο, και ιδίως για το ενδεχόμενο ενίσχυσης προεκλογικών συνασπισμών υπό αυστηρές προϋποθέσεις, αξίζει να ανοίξει με θεσμικούς όρους και μακριά από την εκλογική συγκυρία.
Το ίδιο ισχύει για τις δημοσκοπήσεις, η αξιοπιστία των οποίων αμφισβητείται πλέον ανοιχτά, γεγονός που καθιστά αναγκαία την πλήρη δημοσιοποίηση μεθοδολογίας, δείγματος και σταθμίσεων υπό ουσιαστικό ανεξάρτητο έλεγχο, αφού χωρίς εμπιστοσύνη στη μέτρηση δύσκολα θα υπάρξει εμπιστοσύνη στο αποτέλεσμα.
Η πολιτική σταθερότητα είναι δημόσιο αγαθό και η χώρα γνωρίζει καλά τι κοστίζει η απουσία της, γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορεί να λειτουργεί ως αυτοτελές σύνθημα αλλά ως αποτέλεσμα διακυβέρνησης. Για την αντιπολίτευση, αντίστοιχα, το ζητούμενο δεν εξαντλείται στη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης, αφού ο ψηφοφόρος που επιθυμεί αλλαγή αναζητά μια αξιόπιστη πρόταση εξουσίας και όχι τον πολιτικό «Νυμφίο» που έρχεται. Εάν τα κόμματα δεν μιλήσουν σοβαρά, με βάση τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας, η πολιτική κατάρρευση του υπάρχοντος συστήματος είναι απλώς θέμα χρόνου.
*Ο Γιάννης Ράζος είναι Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας.