Πληθωρισμός: Οι ανατιμήσεις επιμένουν, η αποκλιμάκωση μετατίθεται για το 2027
Διαβάζεται σε 9'
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει επιβράδυνση στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028. Ανησυχία προκαλούν οι επίμονα υψηλές προσδοκίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων για την πορεία των τιμών.
- 12 Οκτωβρίου 2026 16:15
Ισχυρή αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων καταγράφεται στην ελληνική οικονομία, με την άνοδο του ενεργειακού κόστους και τις ανατιμήσεις στις υπηρεσίες να αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που συντηρούν την ανοδική πορεία των τιμών.
Στο τελευταίο Inflation Monitor, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,5% το 2026, από 2,9% το 2025.
Η επιτάχυνση αποτυπώθηκε έντονα τον Σεπτέμβριο, όταν ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα αυξήθηκε στο 5,1%, έναντι 3,7% τον Αύγουστο. Ανοδική μεταβολή σημειώθηκε και στην Ευρωζώνη, όπου ο πληθωρισμός ανήλθε στο 3,8%, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση.
Παρά την έντονη μηνιαία επιτάχυνση, ο μέσος πληθωρισμός στην Ελλάδα κατά το εννεάμηνο του 2026 διαμορφώνεται στο 3,8%. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη δυσκολία ουσιαστικής αποκλιμάκωσης του κόστους ζωής, καθώς οι αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών εξακολουθούν να επιβαρύνουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και τη λειτουργία των επιχειρήσεων.
Τουριστική ζήτηση και ενεργειακές ανατιμήσεις στο επίκεντρο
Καθοριστική συμβολή στην επιτάχυνση του πληθωρισμού τον Σεπτέμβριο είχαν οι υπηρεσίες. Οι τιμές στα ξενοδοχειακά καταλύματα και στα αεροπορικά εισιτήρια κινήθηκαν ανοδικά, αντανακλώντας, μεταξύ άλλων, τη δυναμική της τουριστικής ζήτησης.
Την ίδια στιγμή, το αυξημένο ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να μεταφέρεται σε επιμέρους τομείς της οικονομίας, ενισχύοντας τις πιέσεις στις τελικές τιμές. Οι ανατιμήσεις στο φυσικό αέριο, στην ηλεκτρική ενέργεια και στα καύσιμα κίνησης επιτάχυναν τον ενεργειακό πληθωρισμό, επιβαρύνοντας τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις.
Η άνοδος των τιμών δεν περιορίζεται, ωστόσο, στην ενέργεια. Η αύξηση του δομικού πληθωρισμού, ο οποίος εξαιρεί τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, καταδεικνύει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν ευρύτερη βάση. Ιδιαίτερα σημαντική παραμένει η συμβολή των υπηρεσιών, όπου το κόστος εξακολουθεί να κινείται ανοδικά.
Στο 6,2% οι προσδοκίες των νοικοκυριών για τον πληθωρισμό
Ενδεικτική της έντασης των ανησυχιών για την πορεία των τιμών είναι η εικόνα που καταγράφεται στις προσδοκίες των καταναλωτών. Σύμφωνα με την Έρευνα Προσδοκιών Καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η διάμεση εκτίμηση των ελληνικών νοικοκυριών για τον πληθωρισμό τους επόμενους 12 μήνες αυξήθηκε τον Αύγουστο στο 6,2%, από 5,6% τον Ιούλιο.
Στην Ευρωζώνη, αντίθετα, η αντίστοιχη προσδοκία παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη στο 3%, καταγράφοντας αισθητή απόσταση από την ελληνική μέτρηση.
Σε ορίζοντα τριετίας, οι προσδοκίες των Ελλήνων καταναλωτών υποχώρησαν στο 5,1%, από 5,5% προηγουμένως. Στην Ευρωζώνη, ωστόσο, αυξήθηκαν στο 2,9%, από 2,7%.
Για την επόμενη πενταετία, οι εκτιμήσεις των ελληνικών νοικοκυριών διατηρήθηκαν στο 5%, ενώ στην Ευρωζώνη παρέμειναν περίπου στο 2,5%.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη σημαντική απόκλιση μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης ως προς τις προσδοκίες για την εξέλιξη του κόστους ζωής. Η επιμονή αυτών των προσδοκιών έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να επηρεάσει τις καταναλωτικές αποφάσεις, τις μισθολογικές διεκδικήσεις και τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις διαμορφώνουν τις τιμές τους.
Αναθεωρούνται προς τα πάνω οι εκτιμήσεις των επιχειρήσεων
Ανοδικά κινήθηκαν και οι βραχυπρόθεσμες προβλέψεις των ελληνικών επιχειρήσεων για τον πληθωρισμό. Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, η διάμεση εκτίμησή τους για την πορεία των τιμών σε ορίζοντα ενός έτους διαμορφώθηκε στο 3,9%, από 3,3% το πρώτο τρίμηνο. Στην Ευρωζώνη, η αντίστοιχη πρόβλεψη παρέμεινε σταθερή στο 3%.
Σε βάθος τριετίας, οι προσδοκίες των ελληνικών επιχειρήσεων αυξήθηκαν στο 3,3%, ενώ στην Ευρωζώνη διατηρήθηκαν στο 3%.
Αντίθετα, σε ορίζοντα πενταετίας, η εκτίμηση των ελληνικών επιχειρήσεων υποχώρησε στο 3,1%, από 3,3% το προηγούμενο τρίμηνο. Στην Ευρωζώνη, παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη στο 3,1%.
Η διαφοροποίηση αυτή υποδηλώνει ότι οι ανησυχίες για τις άμεσες πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται, χωρίς να αποκλείεται σταδιακή εξομάλυνση σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Πληθωρισμός: Αποκλιμάκωση από το 2027, αλλά με αστερίσκους
Οι προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος τοποθετούν την κορύφωση της επιβάρυνσης εντός του 2026, με τον εναρμονισμένο πληθωρισμό να εκτιμάται στο 3,5%, έναντι 2,9% το 2025. Στη συνέχεια, αναμένεται σταδιακή αποκλιμάκωση, με τον δείκτη να υποχωρεί στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028.
Η προβλεπόμενη πορεία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση ότι οι διεθνείς τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων θα κινηθούν πτωτικά. Ωστόσο, οι πιέσεις στις υπηρεσίες αναμένεται να υποχωρήσουν με βραδύτερο ρυθμό, καθώς επηρεάζονται από την εξέλιξη των μισθών, των ενοικίων και τη διατήρηση της τουριστικής ζήτησης.
Ιδιαίτερα έντονη αναμένεται να είναι η άνοδος των ενεργειακών τιμών το 2026. Ο ενεργειακός πληθωρισμός προβλέπεται να φτάσει στο 11%, αντανακλώντας τη μεγάλη αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Για το 2027, ο σχετικός δείκτης εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί στο 2,2%, υπό την επίδραση ευνοϊκότερων συγκρίσεων με το προηγούμενο έτος και της αναμενόμενης υποχώρησης των τιμών των ενεργειακών εμπορευμάτων. Το 2028 προβλέπεται οριακή επιτάχυνση στο 2,3%, με την εφαρμογή του νέου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ETS2 να εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη διατήρηση των ενεργειακών πιέσεων.
Όσον αφορά τον δομικό πληθωρισμό, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι θα διαμορφωθεί στο 3% το 2026, καθώς οι ανατιμήσεις στις υπηρεσίες εξακολουθούν να ασκούν σημαντικές πιέσεις. Στη συνέχεια, αναμένεται να υποχωρήσει στο 2,6% το 2027 και στο 2,2% το 2028.
Το βασικό ζητούμενο για την ελληνική οικονομία παραμένει η ταχύτητα με την οποία θα περιοριστούν οι ανατιμήσεις, ιδιαίτερα σε τομείς που επηρεάζουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα. Παρότι οι προβλέψεις δείχνουν σταδιακή αποκλιμάκωση από το 2027, η επιμονή του κόστους ενέργειας και των τιμών στις υπηρεσίες εξακολουθεί να συντηρεί την αβεβαιότητα για την πορεία του πληθωρισμού τα επόμενα χρόνια.
Η εκτίμηση για τη συγκυρία
Στο μεταξύ, σε συνέντευξή του ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στο τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων Anadolu και στους δημοσιογράφους Gökhan Yıldız και Yunus Türk τόνισε ότι οι κυριότεροι κίνδυνοι που θα αντιμετωπίσει η παγκόσμια οικονομία το 2027 θα είναι οι ίδιοι με εκείνους που αντιμετωπίζει κι εφέτος.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι διαταραχές στην προσφορά και τη ζήτηση, δημοσιονομικές δυσχέρειες σε ορισμένες χώρες και οι δασμοί αποτελούν ενδεχόμενα προβλήματα για το επόμενο έτος.
Το Οικονομικό Φόρουμ της Κωνσταντινούπολης, που διοργανώθηκε στις 8 και 9 Οκτωβρίου από την Κεντρική Τράπεζα της Δημοκρατίας της Τουρκίας (TCMB) στο Διεθνές Χρηματοοικονομικό Κέντρο της Κωνσταντινούπολης (İFM), συγκέντρωσε Διοικητές κεντρικών τραπεζών και ανώτατους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής από όλο τον κόσμο.
Στο πλαίσιο του φόρουμ, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μίλησε στον ανταποκριτή του πρακτορείου Anadolu και αξιολόγησε τις εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία και στη ζώνη του ευρώ.
Ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης υπογράμμισε ότι ο πληθωρισμός βρίσκεται σήμερα σε υψηλά επίπεδα και δήλωσε χαρακτηριστικά:
«Ο πληθωρισμός είναι σχετικά υψηλός, δηλαδή πολύ πάνω από τον στόχο μας. Ο στόχος για τη ζώνη του ευρώ είναι 2%, ενώ σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία ο πληθωρισμός έχει ανέλθει στο 3,8%. Επομένως, πρέπει να μειώσουμε τον πληθωρισμό».
«Θεωρώ απαραίτητο να διατηρήσουμε υπό έλεγχο τις πληθωριστικές προσδοκίες στη ζώνη του ευρώ.»
Ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι τα επιτόκια αυξήθηκαν σταδιακά και δήλωσε: «Αυτό συνέβαλε στη μείωση του πληθωρισμού, χωρίς να προκαλέσει προβλήματα στις τράπεζες, δηλαδή χωρίς να δημιουργήσει προκλήσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και χωρίς να οδηγήσει σε ύφεση. Πιστεύω ότι και τώρα θα κάνουμε το ίδιο».
Επίσης ανέφερε ότι οι διαταραχές στην πλευρά της προσφοράς αποτελούν πρόκληση για τις κεντρικές τράπεζες, καθώς οι κεντρικές τράπεζες και η νομισματική πολιτική είναι πιο κατάλληλες για την αντιμετώπιση προβλημάτων που προέρχονται από την πλευρά της ζήτησης.
Επισημαίνοντας ότι θεωρεί αναγκαίο να διατηρηθούν υπό έλεγχο οι πληθωριστικές προσδοκίες στην ζώνη του ευρώ, προσέθεσε:
«Προς το παρόν, φαίνεται ότι το έχουμε καταφέρει, χάρη στην αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία έχει οικοδομηθεί με μεγάλες προσπάθειες εδώ και πολλά χρόνια. Για τον λόγο αυτό, θα έλεγα ότι το βασικό καθήκον αυτή τη στιγμή είναι να διατηρήσουμε τις προσδοκίες υπό έλεγχο, μέχρι να υποχωρήσει και ο συνολικός πληθωρισμός, και να διασφαλίσουμε ότι θα παραμείνουν σταθεροποιημένες κοντά στο 2% μεσοπρόθεσμα».
«Πιστεύω ακράδαντα στην οικονομική συνεργασία και όχι στους εμπορικούς περιορισμούς.»
Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος τόνισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία για την αγορά εργασίας.
Αναφερόμενος στο ευρέως συζητούμενο ερώτημα αν θα υποκαταστήσει η τεχνητή νοημοσύνη την ανθρώπινη εργασία ή θα λειτουργήσει συμπληρωματικά προς αυτήν, ο κ. Στουρνάρας δήλωσε:
«Ελπίζουμε να επικρατήσει η δεύτερη εκδοχή, δηλαδή η τεχνητή νοημοσύνη να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς την ανθρώπινη εργασία, αντί να την υποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό».
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι απαιτούνται ισχυροί θεσμοί για την προστασία των πολιτών από τις αρνητικές συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης και ολοκλήρωσε τις δηλώσεις του ως εξής:
«Ας διαφυλάξουμε τις θετικές πτυχές της τεχνητής νοημοσύνης και ας δημιουργήσουμε μηχανισμούς για την αντιστάθμιση των αρνητικών συνεπειών της. Πιστεύω ακράδαντα στην οικονομική συνεργασία και όχι στους εμπορικούς περιορισμούς. Ας υποθέσουμε ότι αυτή τη στιγμή μηδενίζονταν οι δασμοί σε ολόκληρο τον κόσμο. Και ότι ταυτόχρονα τερματίζονταν οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και ότι ξεκινούσε μια νέα εποχή οικονομικής συνεργασίας. Δεν μπορείτε καν να φανταστείτε πόσο θα αυξανόταν η ευημερία όλων στον πλανήτη μας!».