ΤΕΛΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ Η ΑΘΗΝΑ ΑΣΧΗΜΗ Η ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΜΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ;
Μέσα από σιδερένιες πόρτες, απλωμένες μπουγάδες και κρυφά πάρτι σε ταράτσες, κάποιοι ανακαλύπτουν τη γοητεία που κρύβεται στις γωνιές της πόλης.
Αν κοιτάξει κανείς την Αθήνα από ψηλά, θα αντικρίσει μια αδιάκοπη έκταση από ταράτσες, στενούς δρόμους και μπαλκόνια που σχεδόν αγγίζουν το ένα το άλλο. Για κάποιον που έχει μεγαλώσει σε ένα μέρος όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, η ανωνυμία μιας τόσο πυκνοκατοικημένης πόλης μπορεί να μοιάζει απελευθερωτική. Για άλλους, όμως, η μικρή απόσταση από το απέναντι διαμέρισμα και η πυκνή δόμηση κάνουν το αστικό τοπίο να μοιάζει ασφυκτικό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι κάτοικοι βρίσκουν τους δικούς τους τρόπους να προσαρμόσουν τον χώρο στις ανάγκες τους. Τα μπαλκόνια γίνονται προεκτάσεις του σπιτιού, φιλοξενώντας αντικείμενα που δεν χωρούν στο εσωτερικό του ή μετατρέπονται σε μικρούς κήπους. Ακόμη και οι ταράτσες, ανάμεσα σε κεραίες και ηλιακούς θερμοσίφωνες, μπορούν να αποκτήσουν μια διαφορετική ζωή και να μετατραπούν σε χώρους παιχνιδιού και συνάντησης.
Αυτές οι μικρές δημιουργικές παρεμβάσεις αποτελούν πλέον μέρος της εικόνας της Αθήνας και έναν λόγο να την παρατηρήσει κανείς πιο προσεκτικά. Εδώ και χρόνια, αρχιτέκτονες, φωτογράφοι και εικαστικοί καταγράφουν πόρτες, προσόψεις, ταράτσες, ακόμη και μπουγάδες, αναδεικνύοντας λεπτομέρειες που συχνά περνούν απαρατήρητες.
Από τα αρχεία που έχουν δημιουργήσει, η συζήτηση για το αν η Αθήνα είναι όμορφη ή άσχημη αποκτά μια διαφορετική διάσταση: αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοί της συνυπάρχουν, τους χώρους που επιλέγουν να φροντίσουν και εκείνους που αφήνουν στην τύχη τους.
«Οι πόρτες της Κυψέλης χρειάζονταν λίγη αγάπη»
Το 2016, η Eleanor Lines φωτογράφισε μια πόρτα της δεκαετίας του ’30 στην Αγίας Ζώνης 3, κοντά στο σημείο όπου έμενε και από τότε άρχισε να ξεχωρίζει αντίστοιχες εισόδους στις βόλτες της στην Κυψέλη. «Με εξέπληξε που ανακάλυψα τέτοια σχέδια στις εισόδους των κτιρίων.Πριν επισκεφθώ την Αθήνα δεν την είχα συνδέσει με αυτή την αρχιτεκτονική», λέει.
Πολλές πόρτες ήταν γεμάτες γκράφιτι, σκουριασμένες ή τους έλειπαν κομμάτια και «χρειάζονταν λίγη αγάπη». Έτσι, οι φωτογραφίες έγιναν στη συνέχεια η βάση για τα σχέδια της. «Τελειοποιώντας τες, μπορούσα να τις “επισκευάσω”, να τις καθαρίσω και να τις παρουσιάσω χωρίς φθορές, ως επίπεδα σχέδια».
Όσο περισσότερο δούλευε πάνω τους, τόσο περισσότερα στοιχεία διέκρινε, μέχρι και στα χερούλια τους που συχνά είναι περίτεχνα. Οι είσοδοι την οδηγούσαν σε μια παλαιότερη εποχή της Κυψέλης. «Δεν ήταν μόνο οι πόρτες όμορφα σχεδιασμένες, αλλά ολόκληρη η είσοδος, με τα μαρμάρινα χολ και τον θυρωρό, που πλέον δεν υπάρχει», περιγράφει.
Η Eleanor μοιράζεται τη δουλειά της στον λογαριασμό της στο Instagram και θυμάται ιδιαίτερα το μήνυμα που έλαβε από τον εγγονό ενός σιδερά. Αφορμή στάθηκε η φωτογραφία μιας πόρτας που είχε κατασκευάσει ο παππούς του. Εντυπωσιασμένος που την είδε να καταγράφει τη δουλειά του, την προσκάλεσε στο οικογενειακό τους εργαστήριο στο Γαλάτσι, όπου συνεχίζουν να κατασκευάζουν κιγκλιδώματα και άλλες μεταλλικές κατασκευές.
«Κατάλαβα καλύτερα πώς φτιάχνονταν αυτές οι σιδερένιες πόρτες, πόσο χρόνο και τι δεξιότητες απαιτούσαν», λέει. «Συνειδητοποίησα επίσης ότι πολλές από αυτές τις δεξιότητες έχουν πλέον χαθεί, καθώς τα πράγματα πια παράγονται βιομηχανικά αντί να φτιάχνονται στο χέρι».
Ύστερα από οκτώ χρόνια, εκατό από τις πόρτες που είχε φωτογραφίσει συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο Doors of Kypseli, οργανωμένες αλφαβητικά και ανά οδό. «Το βιβλίο είναι μια πιο προσωπική εμπειρία από το να βλέπεις τα σχέδια στο Instagram. Μπορείς να κρατήσεις ολόκληρη τη σειρά στα χέρια σου και να το ξεφυλλίσεις σαν κατάλογο», περιγράφει.
Η θερμή ανταπόκριση που έλαβε, ιδιαίτερα από Έλληνες αναγνώστες, την έκανε να συνειδητοποιήσει ακόμη περισσότερο τη σημασία της διατήρησης αυτών των στοιχείων, που προσδίδουν χαρακτήρα στα κτίρια.
Παρόλο που δεν γνωρίζει αν κάποια από τις πόρτες που κατέγραψε έχει χαθεί, ελπίζει ότι στις μελλοντικές ανακαινίσεις θα επιλεγεί η αποκατάσταση τους, αντί για την αντικατάσταση τους. «Ελπίζω να υπάρχουν ακόμη έπειτα από δεκαετίες! Αν όχι, θα ήθελα το βιβλίο να θεωρείται ένα κομμάτι της ιστορίας του σχεδιασμού τους».
Η καταγραφή των πορτών τη βοήθησε να νιώσει πιο κοντά στην Κυψέλη. Σε μια γειτονιά όπου είναι εύκολο να χάσει κανείς τον προσανατολισμό του, οι πόρτες έγιναν για εκείνη σημεία αναφοράς. «Λειτουργούν σαν αρχιτεκτονικά κοσμήματα, καθιστούν κάθε κτίριο μοναδικό και με βοηθούν να βρίσκω τον δρόμο μου. Νιώθω ότι αυτό το πρότζεκτ αποτελεί έναν φόρο τιμής στην Κυψέλη και απευθύνεται σε όλους όσοι ζουν εδώ, αφού πάρα πολλοί άνθρωποι αγαπούν αυτές τις όμορφες πόρτες».
«Βλέπω τις προσόψεις ως ένα είδος κοινωνικής καταγραφής»
Η Ελπίδα Σπύρου μπορεί να επιστρέψει πολλές φορές στο ίδιο κτίριο μέχρι να πετύχει τη φωτογραφία που θέλει. Περιμένει το κατάλληλο φως και αναζητά τη θέση από την οποία θα χωρέσει η πρόσοψη στο κάδρο, παρά τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα ή μια σκαλωσιά που κρύβει μέρος της. Όσο στέκεται εκεί, κάτοικοι και περαστικοί την πλησιάζουν με περιέργεια για να μάθουν τι φωτογραφίζει και μετά η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από το ίδιο το κτίριο.
Ως αρχιτέκτονας μηχανικός, προσπαθεί να καταλάβει πώς σχεδιάστηκε ένα κτίριο και τι άλλαξε μέσα στα χρόνια. Για να προσέξει όμως κάποιος μια πρόσοψη, δεν χρειάζεται να έχει τις γνώσεις της. «Μια όμορφη λεπτομέρεια ή μία ιδιαίτερη επένδυση στην πρόσοψη είναι στοιχεία που δεν χρειάζεται να είσαι αρχιτέκτονας για να τα ξεχωρίσεις», λέει και προτείνει στους περαστικούς να μην εστιάζουν στο σύνολο ενός κτιρίου, αλλά στις μικρές λεπτομέρειες του.
Μέσω του Athens Facades, αποτυπώνει τις προσόψεις των κτιρίων της πόλης, αναζητώντας πληροφορίες σε βιβλία και ψηφιακές πηγές, αλλά και από μαρτυρίες των ίδιων των κατοίκων που συχνά επικοινωνούν μαζί της. Η ίδια θέλει να διατηρήσει όσα συνθέτουν την Αθήνα σήμερα, μαζί με τις ατέλειες της.
«Στόχος μου εξάλλου είναι να σε κάνω να κοιτάξεις ένα κτίριο και όχι να το παρουσιάσω πιο όμορφο από ό,τι είναι», προσθέτει, με τη μεγαλύτερη επιβράβευση για εκείνην να είναι μηνύματα όπως «Περνάω κάθε μέρα από εκεί και δεν την είχα προσέξει ποτέ».
Όταν δημοσίευσε μια τυπική πολυκατοικία του ’70 στο Παγκράτι, ενημερώθηκε πως εκεί έμενε η γιαγιά ενός ακολούθου της. «Η χαρά που ένιωσα ήταν απερίγραπτη, απλώς και μόνο επειδή κατάφερα να δώσω αξία σε ένα κτίριο που για πολλούς μπορεί να μοιάζει συνηθισμένο, αλλά για κάποιον άλλον έχει τεράστια σημασία», θυμάται η ίδια.
«Η ομορφιά κρύβεται αναπάντεχα στην καθημερινότητα»
Η Θεοδώρα Μαλάμου χτυπούσε πόρτες στη γειτονιά της ζητώντας να κρεμάσει έργα τέχνης στα μπαλκόνια. Κάποιους ενοίκους τούς γνώριζε ήδη, ενώ με άλλους συστηνόταν εκείνη τη στιγμή. Είχε προσκαλέσει εικαστικούς –ανάμεσά τους και την Eleanor Lines του Doors of Kypseli– να δημιουργήσουν έργα σε ύφασμα, τα οποία φωτογράφιζε απλωμένα και αναρτούσε κάθε εβδομάδα ανάμεσα σε κανονικές μπουγάδες, στον λογαριασμό athens laundry bougada.
Οι μπουγάδες έγιναν για τη Θεοδώρα αφορμή να γνωρίσει καλύτερα την περιοχή όπου γεννήθηκε και εξακολουθεί να ζει, αλλά και να τη συστήσει ξανά σε όσους τη γνωρίζουν μόνο μέσα από την αρνητική εικόνα που έχει διαμορφωθεί γι’ αυτήν. Έτσι, το αρχείο της ακολουθεί την καθημερινότητα γύρω από τη Βικτώρια, από τον Άγιο Παντελεήμονα μέχρι τον Σταθμό Λαρίσης και τα όρια του Μεταξουργείου.
Οι δυσκολίες της περιοχής παραμένουν μέρος αυτής της αφήγησης, αλλά οι ευφάνταστοι τρόποι απλώματος, ακόμη και σε κρεμάστρες πάνω από μια στοά, δίνουν στις φωτογραφίες και μια αίσθηση χιούμορ, αποφεύγοντας, όπως λέει, τη «σοβαροφάνεια ή τον διδακτισμό».
Πριν από την πανδημία, αποφάσισε να παρουσιάσει το πρότζεκτ στο Instagram, ώστε ο κόσμος να μπορεί να δει εκεί τα έργα της, χωρίς να αναζητά τις μπουγάδες από κοντά, στις γειτονιές και στα σπίτια των κατοίκων. Δεν ήθελε να μετατραπούν ξαφνικά σε θέαμα για τους επισκέπτες. Γι’ αυτό, η διαδικτυακή παρουσίαση λειτουργούσε για εκείνη ως «ασπίδα προστασίας».
Οι κάτοικοι συμμετείχαν από την αρχή, παραχωρώντας μπαλκόνια ή φέρνοντάς τη σε επαφή με άλλους γείτονες, και αργότερα στήριξαν το δίγλωσσο βιβλίο Athens Laundry Μπουγάδα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Dolce. «Αρκετοί κάτοικοι μου έχουν πει ότι χαίρονται που η περιοχή μας ακούγεται για κάτι θετικό», λέει. «Ορισμένοι το έβαλαν ακόμα και στις βιτρίνες των καταστημάτων τους, γεγονός φοβερά τιμητικό».
Αυτή την περίοδο ετοιμάζει ένα βίντεο που θα ολοκληρώσει το πρότζεκτ, με ιστορίες όπως εκείνη μιας κυρίας που «αναζητά τη φροντισμένη μπουγάδα μιας μετανάστριας, η οποία δεν μένει πλέον εδώ».
Καθώς οι ανακαινίσεις αυξάνονται και τα ενοίκια ανεβαίνουν, η αρχειοθέτηση των μπουγάδων συνοδεύεται και από αγωνία για το μέλλον της περιοχής. «Μένει να δούμε αν αυτό θα σημαίνει κάποιο ισοπεδωτικό gentrification ή αν η περιοχή θα μπορέσει να κρατήσει το χρώμα της και την αίσθηση της γειτονιάς».
«Oι ταράτσες είναι παραγνωρισμένες»
«Έχω πήξει μέσα στους δρόμους, στη στενότητα των δρόμων που ουσιαστικά χάνεις τον ουρανό τελείως», λέει ο φωτογράφος Δημήτρης Κλεάνθης. Η ανάγκη να ξαναβρεί τον ορίζοντα ήταν ένας από τους λόγους που τον οδήγησαν στις ταράτσες της Αθήνας. Ανεβαίνοντας, ανακάλυπτε μαζί με τη θέα και μια διαφορετική καθημερινότητα.
«Είναι σαν παράλληλη διάσταση», περιγράφει, την οποία συχνά αγνοούν ακόμη και οι ίδιοι οι ένοικοι.
Όταν έμενε στους Αμπελόκηπους, ο Δημήτρης παρατηρούσε έναν ηλικιωμένο στην απέναντι πολυκατοικία, στον οποίο είχαν δώσει το παρατσούκλι «γιόγκι». Ανέβαινε στην ταράτσα για να κάνει ασκήσεις, να καθίσει με τις σκέψεις του ή να φροντίσει τα φυτά του.
Ο φακός του έχει αποτυπώσει επίσης ανθρώπους να κάνουν ηλιοθεραπεία, αλλά και παρέες που ανεβαίνουν για να γιορτάσουν σε πάρτι. Έχει γνωρίσει ακόμη και δύο ζωγράφους που δουλεύουν ψηλά, έχοντας μετατρέψει το δώμα και την ταράτσα τους σε ατελιέ.
Αυτές οι χρήσεις εμφανίζονται συχνότερα στο κέντρο, όπου η ταράτσα αποτελεί «έναν από τους ελάχιστους διαθέσιμους χώρους». Τα προάστια προσφέρουν περισσότερους ανοιχτούς δημόσιους χώρους, όπως παρατηρεί, κι έτσι οι κάτοικοι αναζητούν λιγότερο συχνά μια διέξοδο στην κορυφή της πολυκατοικίας.
Στις περισσότερες ταράτσες κυριαρχούν οι κεραίες και οι θερμοσίφωνες, όπου ο ίδιος τις χαρακτηρίζει «μετέωρους χώρους», βλέποντας στην εγκατάλειψη τους και μια ευρύτερη αδυναμία να φανταστούμε την πόλη διαφορετικά. «Δεν υπάρχει καθόλου φαντασία στο πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένας χώρος. Κυριαρχεί η πεζότητα».
Οι εικόνες αυτές αποτελούν τη συνέχεια μιας μακρόχρονης ενασχόλησης με την αθηναϊκή πολυκατοικία. Είχαν προηγηθεί οι είσοδοι της σειράς Entrance (2016) και η συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Kilian Schmitz-Hübsch για το βιβλίο Athens’ Polykatoikias 1930–1975 (2023). Με τις ταράτσες συμπληρώνεται αυτό που βλέπει σαν μια άτυπη τριλογία, μια διαδρομή από την είσοδο μέχρι την κορυφή του κτιρίου.
Ανεβαίνοντας στην ταράτσα, ο Δημήτρης βρίσκει λίγη ησυχία και μπορεί επιτέλους να κοιτάξει πέρα από την απέναντι πολυκατοικία. Η πόλη παραμένει πυκνή, αλλά από εδώ φαίνονται τα πάντα. Ίσως γι’ αυτό η Αθήνα, όπως λέει, γεννά την ανάγκη να ανέβεις ψηλότερα.
«Ανοίγει το μάτι σου. Βλέπεις αυτό που έχεις χάσει».