ΧΑΒΙΕ ΜΠΑΡΔΕΜ ΣΤΟ NEWS 24/7: “ΣΕ ΤΙ ΚΟΣΜΟ ΖΟΥΜΕ, ΑΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΓΓΕΙΛΕΙΣ ΜΙΑ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ;”
Ο πολυβραβευμένος ηθοποιός μιλά αποκλειστικά στο NEWS 24/7 με αφορμή τη συμμετοχή του στην τηλεοπτική σειρά του Apple TV+, Cape Fear.
«Είμαι αυτός που είμαι και, υποθέτω, πλέον πολλοί το γνωρίζουν», λέει με ένα πλατύ χαμόγελο ο Χαβιέ Μπαρδέμ στο παράθυρο του zoom μέσα από το οποίο συζητάμε.
Ένας από τους πιο αγαπητούς και δημοφιλείς ηθοποιούς παγκοσμίως, και από τους λίγους που εντελώς άφοβα χρησιμοποιεί συνεχώς την πλατφόρμα και τη θέση του για να επαναφέρει συνεχώς στη συζήτηση τα ζητήματα στα οποία πιστεύει.
Η στιγμή στα Όσκαρ που, ανεβαίνοντας να παρουσιάσει ένα βραβείο ξεκίνησε με ένα απλό, σαφές, καθαρό «όχι στον πόλεμο, λευτεριά στην Παλαιστίνη», μου έχει χαραχτεί στο μυαλό. Γιατί δεν φέρονται περισσότεροι σαν αυτόν;
Ίσως να είναι ότι το στάτους είναι, απλά, πολύ μεγάλο. Ή ίσως να είναι το ότι διαχρονικά, δεν υπήρξε ηθοποιός που αγκιστρώθηκε στο Χόλιγουντ, εξερευνώντας ρόλους διαφόρων ειδών, σε παραγωγές διαφορετικών μεγεθών, σε όλο τον πλανήτη. Για κάθε F1 έχει κι ένα Beloved του Ροντρίγκο Σορογκογιέν. Για κάθε Μποντ, ένα Before Night Falls. Για κάθε Disney, κι ένα Η Θάλασσα Μέσα Μου.
«Δεν εξαρτώμαι από το λεγόμενο Χόλιγουντ. Δεν το χρειάζομαι απαραίτητα», ομολογεί στην κουβέντα του μαζί μας. Όχι με έπαρση ή αυταρέσκεια – αλλά με μια ενδοσκοπική διάθεση, μιλώντας για το πώς προσπαθεί να δοκιμάζει διαφορετικά πράγματα, σε διαφορετικές ηπείρους. Αλλά πάντα, όπως τονίζει, με καλούς ανθρώπους. «Όσο περισσότερο δουλεύω, τόσο περισσότερο αναζητώ καλούς ανθρώπους για να συνεργαστώ», τονίζει.
Και φέτος ήταν μια τέτοια χρονιά, ενδεικτική των διαθέσεών του. Ο Μπαρδέμ εμφανίστηκε στο Διαγωνιστικό των Καννών με το Beloved του Σορογκογιέν, παίζοντας έναν σκηνοθέτη αποξενωμένο από την κόρη του. Πριν λίγες βδομάδες εμφανίστηκε στο Διαγωνιστικό της Βενετίας με το Bunker, όπου δίπλα στην σύζυγό του Πενέλοπε Κρουζ παίζει έναν αρχιτέκτονα που σκέφτεται να αναλάβει ένα αμφιβόλου ηθικής πρότζεκτ για έναν μεγιστάνα.
Και ανάμεσα σε αυτά, τον είδαμε στη σειρά Cape Fear του Apple TV+, δίπλα στην Έιμι Άνταμς και τον Πάτρικ Γουίλσον, να αναλαμβάνει τον ρόλο που έπαιξε με αξέχαστα ανατριχιαστικό τρόπο ο Ρόμπερτ ΝτεΝίρο στο φιλμ του Μάρτιν Σκορσέζε από το 1991. Μεγάλα παπούτσια να γεμίσει, αλλά ο Μπαρδέμ δίνει επίσης μια μεγάλη ερμηνεία. Εξάλλου δεν του είναι καθόλου άγνωστο το να παίζει ψυχοπαθείς, κινηματογραφικά τέρατα.
Κέρδισε Όσκαρ για ένα από αυτά – τον Άντον Τσιγούρ από το Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους των αδελφών Κοέν. Επανακαθόρισε την ιδέα του Bond villain με τον Ραούλ Σίλβα στο υπερ-επιτυχημένο Skyfall. Και τώρα, μετατρέπει την παράνοια του Μαξ Κέιντι σε μια πολύωρη εμπειρία, μέσα από το τηλεοπτικό Cape Fear.
Τι σημαίνει για έναν ηθοποιό με τόσο σαφή ηθικό πυρήνα, το να παίζει τόσα τέρατα, και τι παίρνει από αυτή την εμπειρία; «Δεν κάνω ιδιαίτερα πολλές τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μου. Φυσικά, τέτοιες αμφιβολίες προκύπτουν όταν υποδύεσαι οποιονδήποτε χαρακτήρα», λέει χαμογελώντας. Εξάλλου, στο τέλος της μέρας, η μυθοπλασία είναι απλώς ένα εργαλείο, όχι η ίδια η πάλη: «Μπορούμε να συνδεθούμε, μέσω των ιστοριών και της μυθοπλασίας, με όσους καταπιέζονται, όσους χρειάζονται βοήθεια και στήριξη, όσους χρειάζονται αναγνώριση και αποκατάσταση», λέει.
«Αλλά μετά επιστρέφουμε στον πραγματικό κόσμο και δίνουμε εξουσία στους ανθρώπους που την κατέχουν ήδη: μέσω των μέσων ενημέρωσης, των εργαλείων, των εφαρμογών, της τεχνολογίας και της πολιτικής», ξεκαθαρίζει. «Άρα η ευθύνη τελικά είναι δική μας».
Με αφορμή λοιπόν το Cape Fear, ο Χαβιέ Μπαρδέμ μίλησε μέσω σε ένα ψηφιακό roundtable στο οποίο συμμετείχε το NEWS 24/7. Και συζήτησε μαζί μας το πώς, ως ηθοποιός, προσεγγίζει τα κινηματογραφικά και τηλεοπτικά του τέρατα, τη σχέση του με το Χόλιγουντ, τα όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στη Γαλλία, την (μη) ευθύνη της μυθοπλασίας, και την ευθύνη του κάθε ατόμου – ανάμεσά τους και του ίδιου, να επιμένει σε αυτά που πιστεύει.
Η ορίτζιναλ εκδοχή του Cape Fear άγγιζε ένα πολύ συγκεκριμένο είδος παράνοιας. Τι πιστεύεις ότι φοβίζει τους ανθρώπους σήμερα και κάνει αυτή την ιστορία ιδιαίτερα επίκαιρη;
Πιστεύω ότι, σίγουρα, έχουμε έλλειψη ιδιωτικότητας. Είμαστε διαρκώς συνδεδεμένοι με συσκευές και εργαλεία που έχουν πρόσβαση στην προσωπική μας ζωή, που έχουν πρόσβαση σε εμάς χωρίς να το γνωρίζουμε. Το ξέρουμε, ή πάνω κάτω το ξέρουμε, αλλά κάνουμε τα στραβά μάτια επειδή θέλουμε να συνεχίσουμε να καταναλώνουμε.
Νομίζω ότι αυτό δείχνει πόσο αναγκαίο είναι να σταματήσουμε για λίγο, ως άτομα αλλά και ως κοινωνία. Να κάνουμε ένα διάλειμμα, να αναπνεύσουμε, να αφήσουμε το μυαλό μας να περιπλανηθεί και να σκεφτούμε ελεύθερα, χωρίς να πρέπει να είμαστε διαρκώς συνδεδεμένοι με κάτι άλλο.
Και, παραδόξως, αυτό είναι κάτι που ο χαρακτήρας μου κάνει κάποιες φορές. Κάτι που οι Μπόουντεν [σσ. η οικογένεια του χαρακτήρα της Έιμι Άνταμς, την οποία ο Κέιντι τρομοκρατεί στη σειρά], για παράδειγμα, δεν κάνουν καθόλου.
Όταν υποδύεσαι έναν χαρακτήρα όπως ο Μαξ Κέιντι, νιώθεις ότι πρέπει να αποστασιοποιηθείς από τη δική σου ηθική πυξίδα ή αντλείς από αυτήν για να τον κατανοήσεις καλύτερα;
Δεν κάνω ιδιαίτερα πολλές τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μου. Φυσικά, τέτοιες αμφιβολίες προκύπτουν όταν υποδύεσαι οποιονδήποτε χαρακτήρα. Όταν παίζεις κάποιον που είναι ικανός να φτάσει τόσο μακριά, αναρωτιέσαι: «Εγώ τι θα έκανα σε αυτή την κατάσταση;»
Είναι θεμιτό να κάνεις στον εαυτό σου αυτές τις ερωτήσεις. Αλλά, στο τέλος της ημέρας, εσύ δεν είσαι εκείνος κι εκείνος δεν είναι εσύ. Δεν έχει σημασία τι πιστεύεις εσύ. Πρέπει να καταλάβεις τι θέλει, τι χρειάζεται, τι αναζητά και πώς σκέφτεται. Και μετά πρέπει να μπεις σε αυτό και να το υπερασπιστείς, ό,τι κι αν γίνει.
Μετά το The Beloved, υποδύεσαι φέτος ακόμη έναν σκοτεινό χαρακτήρα. Δεν είναι ίδιοι, αλλά θα έλεγα ότι είναι και οι δύο καταστροφικοί. Τι σε ελκύει σε αυτούς τους ρόλους και γιατί πιστεύεις ότι η κουλτούρα μας ενδιαφέρεται τόσο για την ψυχοσύνθεση καταστροφικών ανδρών;
Ο Μαξ Κέιντι έχει γίνει ένα τέρας μίσους, οργής και ανάγκης για εκδίκηση. Ο άλλος χαρακτήρας είναι ένας διαλυμένος άνθρωπος, που είναι εντελώς ανίκανος να μάθει να ζητά συγγνώμη. Είναι διαφορετικοί άνθρωποι. Με τον έναν μπορώ να ταυτιστώ πιο εύκολα, γιατί αποτελεί μέρος της κοινωνίας μας και μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τον ανδρισμό και την αρρενωπότητα.
Με τον άλλον, τον Μαξ Κέιντι, δεν μπορώ να ταυτιστώ με αυτόν τον τρόπο. Μπορώ να καταλάβω τον πόνο του και την ανάγκη του για αποκατάσταση, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω την ανάγκη να μετατρέπεις αυτή την οργή σε βία.
Στη μυθοπλασία συχνά αναγνωρίζουμε εύκολα την αδικία και παίρνουμε το μέρος των καταπιεσμένων, αλλά στην πραγματική ζωή οι άνθρωποι φαίνεται να δυσκολεύονται να κάνουν το ίδιο. Καθώς το Cape Fear πραγματεύεται τη χειραγώγηση της αλήθειας και την κατάχρηση εξουσίας, πιστεύεις ότι η αφήγηση έχει την ευθύνη να μας βοηθά να αναγνωρίζουμε αυτές τις δυναμικές στον πραγματικό κόσμο ή αυτή η ευθύνη ανήκει τελικά σε εμάς, ως άτομα;
Νομίζω ότι, ως άτομα, μέσα από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον πραγματικό κόσμο, μπορούμε να συνδεθούμε, μέσω των ιστοριών και της μυθοπλασίας, με όσους καταπιέζονται, όσους χρειάζονται βοήθεια και στήριξη, όσους χρειάζονται αναγνώριση και αποκατάσταση.
Αλλά μετά επιστρέφουμε στον πραγματικό κόσμο και δίνουμε εξουσία στους ανθρώπους που την κατέχουν ήδη: μέσω των μέσων ενημέρωσης, των εργαλείων, των εφαρμογών, της τεχνολογίας και της πολιτικής. Εκείνοι πιστεύουν ότι τα πράγματα πρέπει να λειτουργούν αντίστροφα. Δεν υπάρχει χώρος για τους ηττημένους, δεν υπάρχει χώρος για τους καταπιεσμένους, δεν υπάρχει χώρος για ανθρώπους που ζουν υπό κατοχή ή πεθαίνουν από την πείνα ή που εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, που ζουν σε θερμοκρασίες 55 βαθμών Κελσίου.
Στην πραγματικότητα, αυτούς τους ανθρώπους τους θεωρούν εχθρούς. Το μόνο που κάνουν εναντίον μας είναι να μας φοβίζουν απέναντί τους ή να μας κάνουν να τους βλέπουμε ως αξιοκαταφρόνητους. Άρα, όχι, η ευθύνη είναι δική μας. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ευθύνη της μυθοπλασίας.
Μιλήσαμε για το πόσο χειριστικός είναι ο χαρακτήρας. Όταν παίζεις έναν τέτοιο άνθρωπο, τι είδους σχέση θέλεις να έχεις με το κοινό; Θέλεις ο θεατής να καταλαβαίνει τι κάνει ο Μαξ ή να πέφτει στις ίδιες παγίδες με τους ανθρώπους γύρω του;
Νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει περισσότερο με το γράψιμο παρά με την ερμηνεία. Χρειάζομαι το κείμενο να είναι συγκεκριμένο, ώστε να μπορώ να το παίξω με ακρίβεια. Διαφορετικά, μένουν πάρα πολλά ανοιχτά. Αν το γράψιμο είναι σωστό και ο χαρακτήρας παίζει ένα διπλό ή τριπλό παιχνίδι, τότε μπορείς να βάλεις το σώμα σου μέσα σε αυτό και να παίξεις με τις αποχρώσεις του γκρίζου. Λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο. Αυτό είναι από τα πιο απολαυστικά πράγματα!
Αν, όμως, δεν υπάρχει στο σενάριο, πρέπει να το δικαιολογήσεις ή να βρεις μια εξήγηση. Κι εκεί αρχίζει να μοιάζει ψεύτικο.
Είχες μια μεγάλη χρονιά με τα Beloved, Bunker και Cape Fear. Σε αυτά τα πρότζεκτ βλέπουμε άνδρες να παλεύουν με την εξουσία, τον φόβο και την ευθύνη. Σε έκανε αυτό το πρότζεκτ να σκεφτείς περισσότερο το θάρρος που χρειάζεται για να παραμένεις ευάλωτος, αντί να κλείνεσαι στον εαυτό σου, όπως κάνει ο Μαξ;
Δεν ξέρω. Η δουλειά μου ως ηθοποιού είναι να μοιράζομαι, να αφήνω κάτι που δεν είμαι εγώ να με καταλάβει, ώστε να βοηθήσω να ειπωθεί η ιστορία. Είναι τρελή δουλειά αυτό που κάνουμε. Σκέφτεσαι: «Γιατί να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;» Ε, αυτό κάνουμε για να ζήσουμε. Πρέπει, λοιπόν, να είσαι γενναιόδωρος.
Θαυμάζω πραγματικά τους ηθοποιούς, γιατί είναι πολύ γενναιόδωροι άνθρωποι. Μπαίνουν στο πετσί κάποιου άλλου για να μας προσφέρουν κάτι, να μας πουν κάτι. Μπορείς να το κάνεις καλύτερα ή χειρότερα, αλλά είναι μια πράξη γενναιοδωρίας. Γι’ αυτό αγαπώ τόσο τους συναδέλφους μου.
Είναι μια υπέροχη τέχνη. Το να κλείνεσαι στον εαυτό σου δεν ανήκει στο λεξιλόγιό μου, ούτε ως πολίτη ούτε ως καλλιτέχνη. Ταυτόχρονα, όμως, είναι ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου ως ηθοποιού, γιατί ο φόβος και η ανασφάλεια σε κλείνουν. Όταν παίζεις, το πρώτο που μπορεί να συμβεί είναι να σπάσει η φωνή σου, να μαζευτεί το στήθος σου προς τα μέσα και να πάψεις να νιώθεις οτιδήποτε. Το ζητούμενο είναι το αντίθετο. Όταν ανοίγεσαι, βγαίνει η ζωή προς τα έξω και, όταν υπάρχει ζωή, τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα.
Σε αυτό το σημείο της καριέρας σου, τι αναζητάς; Στο πρότζεκτ εμπλέκονται σπουδαία ονόματα, όπως ο Σκορσέζε και ο Σπίλμπεργκ. Υπάρχουν ακόμη είδωλα με τα οποία θα ήθελες να συνεργαστείς ή κάτι που δεν έχεις κάνει ακόμα και θα ήθελες;
Υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που δεν έχω κάνει ακόμη, αλλά δεν αναζητώ κάτι συγκεκριμένο που να μου έχει γίνει εμμονή, ούτε κάποιον συγκεκριμένο χαρακτήρα ή ρόλο ούτε κάποιον συγκεκριμένο σκηνοθέτη.
Όσο περισσότερο δουλεύω, τόσο περισσότερο αναζητώ καλούς ανθρώπους για να συνεργαστώ. Βέβαια, δεν ξέρεις ποτέ τι είδους ανθρώπους θα συναντήσεις σε αυτή τη δουλειά, αλλά μπορείς να σχηματίσεις μια καλή εικόνα από τους ανθρώπους με τους οποίους έχουν συνεργαστεί στο παρελθόν και από τη δουλειά τους. Έτσι καταλαβαίνεις πάνω κάτω τι να περιμένεις.
Το μόνο που με νοιάζει είναι καλοί άνθρωποι να κάνουν καλά πράγματα και να προσπαθούν να τα κάνουν για τους σωστούς λόγους.
Σε έναν σκοτεινό κόσμο σαν αυτόν που ζούμε, πώς είναι για έναν ηθοποιό να δημιουργεί ένα τέρας σαν αυτό που ερμηνεύεις, όταν βρισκόμαστε υπό διαρκή απειλή;
Με ενδιαφέρουν οι συνθήκες και το παρελθόν του Μαξ Κέιντι. Είναι ένας άνθρωπος που έχει υποφέρει πολύ και φυλακίστηκε άδικα για κάτι που δεν έκανε. Επομένως, συμφωνώ με την ανάγκη του για δικαιοσύνη και αποκατάσταση και τη συμμερίζομαι. Εκεί που διαφωνώ είναι στον τρόπο με τον οποίο θέλει να επουλώσει τον πόνο του: με τη βία, το χάος, την παράνοια και μια διάθεση καταστροφής.
Δεν συμφωνώ με αυτό, γιατί φέρνει μόνο περισσότερο πόνο και χάος στην κοινωνία. Νομίζω ότι η σειρά, όπως και οι ταινίες, δείχνει ξεκάθαρα πως αυτός δεν είναι ο καλύτερος δρόμος. Είναι, βέβαια, μια ανθρώπινη αντίδραση. Κάποια στιγμή στη ζωή μας όλοι έχουμε νιώσει την ανάγκη ή την επιθυμία να εκδικηθούμε κάποιον που μας πλήγωσε. Αλλά, υποθέτω, η κοινή λογική μάς λέει ότι αυτό δεν θα ωφελήσει κανέναν, αρχίζοντας από εμάς τους ίδιους.
Ο Μαξ Κέιντι δεν σκέφτεται έτσι. Και έχει αξία να παρουσιάζεις έναν τέτοιο άνθρωπο, γιατί μας κάνει να αναρωτιόμαστε τι θα κάναμε στη θέση του και να καταλαβαίνουμε ότι ορισμένα πράγματα είναι πραγματικά λάθος, ό,τι κι αν έχει προηγηθεί.
Πώς βλέπεις τη σχέση σου με το λεγόμενο Χόλιγουντ, ως ένας Ισπανός ηθοποιός που εκφράζεται ανοιχτά πολιτικά; Έχει αλλάξει αυτή η σχέση τα τελευταία χρόνια;
Η σχέση μου με το λεγόμενο Χόλιγουντ –που δεν είμαι καν βέβαιος τι ακριβώς είναι– είναι περίπλοκη. Αν δουλέψεις στην αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία, βλέπεις ότι υπάρχουν άνθρωποι από όλο τον κόσμο. Είναι αλήθεια ότι σε μια ταινία μπορεί να συμμετέχουν εκατοντάδες εθνικότητες. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι τα περισσότερα χρήματα για τις παραγωγές έρχονται, υποθέτω, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οπότε, ναι, είναι η αμερικανική βιομηχανία.
Αλλά δεν εξαρτώμαι από αυτήν. Δεν τη χρειάζομαι απαραίτητα.
Ζω στην Ισπανία. Μπορώ να δουλεύω εδώ, στην Ευρώπη, στη Νότια Αμερική, σε διαφορετικά είδη παραγωγών, σε ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού και ανεξάρτητες ταινίες. Υποθέτω ότι αυτό μου δίνει ένα είδος ελευθερίας που δεν έχουν κάποιοι άλλοι ηθοποιοί. Και δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Είμαι αυτός που είμαι και, υποθέτω, πλέον πολλοί το γνωρίζουν. Έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν το κάνω για τον εαυτό μου. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο για όλους αν κρατούσα το στόμα μου κλειστό και έκανα τα στραβά μάτια σε ορισμένα πράγματα, αλλά δεν μπορώ.
Για παράδειγμα, στη Γαλλία υπάρχει αυτό το μεγάλο φοιτητικό κίνημα, που τώρα φτάνει σε ένα πολύ βίαιο σημείο. Τι επιλέγεις να κάνεις; Καταδικάζεις τη βία που περιλαμβάνει το κάψιμο κτιρίων και άλλων πραγμάτων, καθώς και τους ανθρώπους που τραυματίζονται; Φυσικά. Αυτή η φρικτή βία πρέπει να καταγγέλλεται, όποιος κι αν την ασκεί και όποιος κι αν είναι ο λόγος.
Δεν πρέπει, όμως, να αφήνεις την αφήγηση να πάρει λάθος κατεύθυνση και να απομακρύνει την προσοχή από αυτό που πραγματικά συμβαίνει: χιλιάδες και χιλιάδες νέοι άνθρωποι αγωνίζονται ειρηνικά για τα δικαιώματά τους, μέχρι κάποιος να θελήσει να τους κάνει να χάσουν τον έλεγχο, επειδή αυτό θέλει να δείξει στις ειδήσεις. Και τότε η ιστορία γίνεται κάτι άλλο. Όταν το λες αυτό, παρόλο που είναι γεγονός, αποκτάς πολλούς εχθρούς.
Είναι τρελό, γιατί σου δείχνει σε τι κόσμο ζούμε. Καταγγέλλεις μια γενοκτονία και σε θεωρούν γενναίο άνθρωπο. Σε τι κόσμο ζούμε, αν χρειάζεται να είσαι γενναίος για να καταγγείλεις μια γενοκτονία; Αυτός είναι ένας κόσμος που έχει πάει στραβά.
Το Cape Fear στριμάρει στο Apple TV+.