Δημόσιο Αρχείο της Γιούτα

“ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΡΩΓΜΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ”: ΟΙ 50 ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΙ ΠΟΥ ΘΑΦΤΗΚΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ

“Πριν την καταστροφή, η κοινότητα των Κρητικών ανθρακωρύχων αγωνιζόταν για να αλλάξει την πραγματικότητα των κακών εργασιακών συνθηκών”.

Ο τάφος του Λούη Τίκκα (1886–1914) του Κρητικού μετανάστη που βρέθηκε στα έγκατα των ορυχείων της Αμερικής, αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή του συνδικαλιστικού κινήματος και δολοφονήθηκε στη διαβόητη Σφαγή του Λάντλοου κατ’ εντολή της οικογένειας Ροκφέλερ, βρίσκεται σήμερα στην πόλη-φάντασμα του Τρινιντάντ στο Κολοράντο.

Στην ανατολική Γιούτα, βρίσκεται μια άλλη πόλη-φάντασμα που συνδέθηκε με ένα φρικτό ιστορικό γεγονός με Κρητικούς μετανάστες: το Καστλ Γκέιτ (Castle Gate).

Εκεί, απλώνεται ένα μεγάλο νεκροταφείο με εκατοντάδες τάφους. Για δεκαετίες, κάθε τάφος έφερε μόνο έναν λιτό ξύλινο σταυρό με μία και μοναδική πληροφορία: την ημερομηνία θανάτου. Ούτε όνομα, ούτε τόπο καταγωγής. Ήταν όλοι τους μετανάστες.

Η ημερομηνία που επαναλαμβανόταν μονότονα στους σταυρούς ήταν η 8η Μαρτίου του 1924. Εκείνη την ημέρα, μια αλληλουχία καταστροφικών εκρήξεων στο Ορυχείο Νο 2 έστειλε στον θάνατο 171 ανθρακωρύχους.

Επρόκειτο για το δεύτερο πιο πολύνεκρο δυστύχημα σε ορυχείο στην αμερικανική ιστορία μέχρι τότε – και το δέκατο συνολικά μέχρι σήμερα. Είναι η μέρα που η ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης βάφτηκε ανεξίτηλα με αίμα: 50 από τα θύματα ήταν Έλληνες, 48 εκ των οποίων ήταν Κρητικοί.

Κηδεία Gastle Gate, 1924 Δημόσιο Αρχείο της Γιούτα

8 Μαρτίου 1924: Η μαύρη μέρα στα έγκατα της Γιούτα

Η αρχική έκρηξη ήταν τόσο ισχυρή ώστε εκτίναξε τηλεγραφικούς στύλους, βαριά μεταλλικά αντικείμενα και οχήματα σε ακτίνα ενός μιλίου από το στόμιο της στοάς.
Ακολούθησαν δύο διαδοχικές εκρήξεις και μια εκτεταμένη κατολίσθηση που σφράγισαν οριστικά τη μοίρα όσων είχαν επιζήσει στα πρώτα λεπτά. Το υπόγειο δίκτυο μετατράπηκε σε παγίδα θανάτου.

Η επιχείρηση ανάσυρσης των σορών διήρκεσε εννέα ολόκληρες ημέρες, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η σφοδρότητα της καταστροφής κατέστησε την ταυτοποίηση αδύνατη.

Ο απολογισμός των θυμάτων αποτυπώνει ανάγλυφα το πολυεθνικό μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό που τροφοδοτούσε την αμερικανική εκβιομηχάνιση:

  • 50 Έλληνες (οι 48 από την Κρήτη)
  • 32 Άγγλοι και Σκωτσέζοι
  • 25 Ιταλοί
  • 12 Ουαλοί
  • 4 Ιάπωνες
  • 3 Αυστριακοί
  • 45 εργάτες διαφόρων άλλων εθνικοτήτων

Ο νεότερος νεκρός ήταν μόλις 15 ετών, ο γηραιότερος 73. Όλοι ήταν άνθρωποι που διέσχισαν απέραντους ωκεανούς αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, για να βρουν τελικά τον θάνατο στα έγκατα της γης.

Μόλις δύο εβδομάδες πριν από την καταστροφή, η εργοδότρια εταιρεία Utah Fuel Company είχε προχωρήσει σε μαζικές απολύσεις όσων εργατών ήταν ανύπαντροι ή δεν είχαν παιδιά, στο όνομα του «εξορθολογισμού» του προσωπικού.

Η κυνική αυτή επιλογή είχε ως αποτέλεσμα σχεδόν όλοι οι νεκροί της 8ης Μαρτίου να είναι οικογενειάρχες. Η τραγωδία άφησε πίσω της 415 χήρες και ορφανά. Μόνο από τους 48 Κρητικούς έμειναν ορφανά 41 παιδιά.

Πορτραίτο παιδιού στο Castle Gate, 1910 Δημόσιο Αρχείο της Γιούτα

Η εργατική διεκδίκηση που δεν πρόλαβε να δικαιωθεί

Πριν την καταστροφή, η κοινότητα των Κρητικών ανθρακωρύχων αγωνιζόταν για να αλλάξει την πραγματικότητα των κακών εργασιακών συνθηκών.

Είχαν οργανώσει συνδικάτο και είχαν ξεκινήσει αγώνες για αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, βελτίωση των συνθηκών ασφαλείας και αύξηση μισθών κατά 0,25 δολάρια την ημέρα.
Αντιδρούσαν επίσης στις παρακρατήσεις του μεσάζοντα πράκτορα, ενός ιδιότυπου εργασιακού νταβατζή, του Λεωνίδα Γιώργου Σκληρή (Leonidas George Skliris), που έπαιρνε ποσοστά από τις αμοιβές τους.

Το 1922 η κατάσταση είχε φτάσει σε οριακό σημείο. Η απεργία που ξεκίνησαν ήταν μαζική και ο κυβερνήτης Τσαρλς Ρ. Μέιμπι (Charles R. Mabey) κήρυξε στρατιωτικό νόμο.

Δόθηκε εντολή στους κατοίκους να παραδώσουν όλα τα πυροβόλα όπλα στις στρατιωτικές αρχές, αφοπλίζοντας έτσι τις μεταναστευτικές κοινότητες με την Κου Κλουξ Κλαν μετά να αναλαμβάνει δράση εναντίον των ανθρακωρύχων μεταναστών.

Μαζική κηδεία στο Castle Gate, 1924 Δημόσιο Αρχείο της Γιούτα

Περισσότεροι από είκοσι απεργοί κατηγορήθηκαν ψευδώς για φόνο. Οι εφημερίδες της κομητείας που κάλυπταν την απεργία ήταν, με μοναδική εξαίρεση τη Helper Times, εχθρικές απέναντι στους Κρητικούς.

Τους έλεγαν αναρχικούς.

Η Εθνοφρουρά της Γιούτα επενέβη, διαλύοντας με βία τις κινητοποιήσεις. Πολλοί Κρητικοί φυλακίστηκαν ή απολύθηκαν.

Πέρασαν 2 χρόνια από τότε.

Και μετά… μετά, το ορυχείο εξεράγη… Ο θάνατος και ο θρήνος των κατατρεγμένων πλάκωσε την πολιτεία.

Κι είναι ειρωνικό ότι αυτοί οι αγωνιστές εργάτες που φυλακίστηκαν ή απολύθηκαν τελικά έζησαν, ενώ όσοι συνέχισαν να εργάζονται στο ορυχείο για το οποίο πριν λίγα χρόνια έδιναν αγώνες για να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας, τώρα βρήκαν τον θάνατο.

Δημόσιο Αρχείο της Γιούτα

Η λήθη που σκέπασε τα θύματα – και η καθυστερημένη δικαίωση

Παρά τη φρίκη και την εθνική εμβέλεια της καταστροφής (τότε ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο εργατικό ατύχημα στην ιστορία των ΗΠΑ), οι νεκροί Έλληνες της Γιούτα ξεχάστηκαν. Για δεκαετίες δεν υπήρχε καν μνημείο ή έστω μία πλάκα με τα ονόματά τους στο κοιμητήριο της περιοχής.

Όπως σημειώνει ο Ελληνοαμερικανός Ανδρέας Χίλας, που το 2005 ανέλαβε προσωπική πρωτοβουλία για να διορθώσει αυτή την αδικία:

«Ήρθαν κυρίως από την Κρήτη, νέα παιδιά, πάμφτωχα. Δούλεψαν σκληρά υπό άθλιες συνθήκες, δεν είχαν οικογένεια εδώ. Κανείς δεν τους θυμόταν αυτούς. Δε μπορείτε να φανταστείτε τις δυσκολίες που πέρασαν αυτοί οι άνθρωποι. Και στο τέλος, δεν είχαν ούτε μια πλάκα στο νεκροταφείο».

O Ανδρέας Χίλας με την πλάκα που τοποθετήθηκε στη μνήμη 29 εκ των νεκρών Ελλήνων Δημόσιο Αρχείο της Γιούτα

Άραγε, για ποιους μετανάστες που έχουν πεθάνει στην Ελλάδα είτε σε ναυάγια, είτε σε εργατικά ατυχήματα έχει στηθεί μία πλάκα; Ποιος θυμάται τον ξένο που ήρθε από κάποιο μακρινό τόπο, που δεν έχει οικογένεια και προστασία; Που τον μισούν;

Ο Χίλας συγκέντρωσε το απαιτούμενο ποσό και τοποθέτησε μνημείο για 29 από τα θύματα – μια μικρή, καθυστερημένη αναγνώριση απέναντι σε ένα τεράστιο χρέος μνήμης.

«Δούλοι της εταιρείας»: Η μαρτυρία ενός απογόνου

Ο Θοδωρής Σαρτζετάκης, απόγονος ενός εκ των Κρητικών θυμάτων, συμπύκνωσε με συγκλονιστικό τρόπο την κατάσταση που επικρατούσε:

«Ήταν πρακτικά δούλοι των εταιρειών εξόρυξης κάρβουνου. Δούλευαν στα ορυχεία όλη τη μέρα για ελάχιστα χρήματα, ζούσαν στα σπίτια της εταιρείας, πληρωνόντουσαν με χρήματα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο στα μαγαζιά της εταιρείας…».

«Αυτοί οι άνθρωποι χάθηκαν στη ρωγμή της ιστορίας».

Οι ζωές που χάθηκαν στο Καστλ Γκέιτ (Castle Gate) στην ανατολική Γιούτα δεν είναι αποκομμένες από εκείνες που θάφτηκαν στο Τρίνινταντ (Trinidad), στο νότιο Κολοράντο.

Στην πραγματικότητα, και τα δύο νεκροταφεία αποτελούν συστατικά στοιχεία ενός τεράστιου δικτύου τόπων ταφής που εκτείνεται στο Νέο Μεξικό, τη Μοντάνα, τη Βιρτζίνια, το Ουαϊόμινγκ, την Πενσυλβάνια, το Μίσιγκαν, το Όρεγκον και άλλα τοπία όπου ο βίαιος θάνατος μεταξύ των εργατών αποτελούσε μέρος της φρικτής πραγματικότητας κατά την πρώιμη εκβιομηχάνιση των ΗΠΑ.

Δημόσιο Αρχείο της Γιούτα

Χιλιάδες ζωές μεταναστών εκ των οποίων ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ήταν Έλληνες, χάθηκαν στα ορυχεία, τους σιδηροδρόμους, τα χυτήρια, τις μάντρες ξυλείας, τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς, τις εγκαταστάσεις παραγωγής κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, και οι χώροι ταφής τους αποτελούν μια μορφή βιομηχανικών «τοπίων θανάτου» (deathscapes).

Ξεκινώντας από το 1900, όχι λιγότεροι από χίλιοι άνδρες σκοτώνονταν κάθε χρόνο μέχρι το 1946, όταν οι θάνατοι υποχώρησαν σταδιακά στους 968.

Αυτός ο απολογισμός νεκρών επιβάλλει να αναλογιστούμε το παρελθόν.

Μια ρωγμή που πρέπει να κλείσει

Η ιστορία του Castle Gate παραμένει, ακόμα και σήμερα, σχεδόν άγνωστη στην Ελλάδα και στην Κρήτη. Κι όμως, πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες απώλειες ζωής Ελλήνων εργατών στο εξωτερικό.

Η ιστορία του Castle Gate είναι διδακτική. Θα έπρεπε να αποτελεί ιστορική και ηθική υποχρέωση για την ελληνική πολιτεία, τους τοπικούς φορείς και την κοινωνία της Κρήτης να την αναδείξουν.

Είναι αναγκαία η υπενθύμιση της ιστορίας των νεκρών, μία επανασύνδεση με την ιστορία αυτών που κυριολεκτικά, «έσκαψαν το μέλλον μας με τα χέρια τους».

Ακολουθούν τα ονόματα των νεκρών Ελλήνων, ένας μικρός φόρος τιμής σε όλους τους ανθρώπους που πέθαναν και πεθαίνουν μέσα στην ανωνυμία, επειδή η ζωή τους ορίστηκε ότι δεν είχε αρκετή αξία:

Σταύρος Ανδράκης, 24 ετών
Αντώνης Μποτονάκης, 35 ετών
Γιάννης Μπούζας, 34 ετών
Γκουστάβος Καλυβάς, 29 ετών
Μιχάλης Καμπερίδης, 36 ετών
Μιχάλης Δακέμος, 34 ετών
Μιχάλης Δομανάκης, 28 ετών
Δημήτριος Αγγελάκης
Μιχάλης Δαμανάκης, 36 ετών
Πέτρος Δούνης, 35 ετών
Λούης Γυαλιτάκης, 36 ετών
Ανδρέας Γλυνιαδάκης, 32 ετών
Γιώργος Κανακάκης, 35 ετών
Γιώργος Κόπης, 42 ετών
Δημήτριος Καρόζης, 32 ετών
Μιχάλης Κατσανεβάκης, 35 ετών
Στέλιος Κονταράκης (Κονταρός), 45 ετών
Γιάννης Κοντορίνης, 32 ετών
Δημήτρης Κοπάκης, 30 ετών
Παντελής Κουκουράκης, 40 ετών,
Ιωάννης Κουργεντάκης, 37 ετών
Γιώργος Κουλεζάκης
Κωνσταντίνος Λόγιας, 40 ετών
Αντώνης Μαλαξιανάκης, 21 ετών
Γκουστάβος Λουκάς,
Αετός Μανουκαράκης, 28 ετών
Γιώργος Μαρκάκης
Μανούσος Μαρκάκης, 38 ετών
Κωνσταντίνος Μαθιουδάκης
Θωμάς Μίχος
Γιώργος Μητσοπαύλος
Στέλιος Νικολάρης, 30 ετών
Νίκος Παϊζάκης
Γιάννης Παλιουδάκης, 39 ετών
Στέλιος Παλλουδάκης, 34 ετών
Στέλιος Παππάς
Αντώνιος Περπινάκης, 35 ετών
Γιάννης Ψαρουδάκης, 42 ετών
Σταμάτης Σαρτζετάκης
Σταμάτης Σαριδάκης, 35 ετών
Στυλιανός Σπυριδάκης, 35 ετών
Ελευθέριος Σταυριανουδάκης, 31 ετών
Θοδωρής Σταυριανουδάκης, 35 ετών
Μιχάλης Στέφανος, 32 ετών
Γιώργος Τσουρουπάκης, 29 ετών
Κανάκης Βεργανελάκης, 25 ετών
Μανώλης Ζαγαράκης, 25 ετών
Παύλος Ζαχαριουδάκης, 33 ετών
Μιχάλης Ζανής, 31 ετών

Δείτε επίσης:

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα